Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού Επαναστατικός Μαρξισμός

[30 χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το θεωρητικό περιοδικό Revolutionary Marxism (Επαναστατικός Μαρξισμός), κυκλοφόρησε με αφιέρωμα στο κομβικής σημασίας συμβάν της σύγχρονης ιστορίας, με μια σειρά άρθρων για τις βαθύτερες αιτίες των καταρρεύσεων και τις προοπτικές στο μέλλον.]

Τριάντα χρόνια πριν, για την ακρίβεια στις 26 Δεκεμβρίου 1991, η ΕΣΣΔ, η ένωση (Soyuz) κρατών και δημοκρατιών που την αποτελούσαν, διαλύθηκε. Ήταν μια ειρηνική αντεπανάσταση που έδωσε το έναυσμα σε μια αλυσιδωτή αντίδραση ριζικής μετάλλαξης, η οποία οδήγησε στην εξαφάνιση όλων των χαρακτηριστικών που επέτρεπαν να αποδοθεί στην Σοβιετική Ένωση και συνεπώς στις δημοκρατίες που την αποτελούσαν ο χαρακτήρας του εργατικού κράτους, έστω και κάτω από τις στρεβλώσεις και τις συστροφές ενός βαρύτατου γραφειοκρατικού εκφυλισμού.

Οι δημοκρατίες που διασκορπίστηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις, όπως διασκορπίζονται οι γυάλινες μπίλιες όταν πέφτουν στο πάτωμα, ακολούθησαν εντελώς διαφορετικούς δρόμους προς το μέλλον. Στα δυτικά, οι δημοκρατίες της Βαλτικής ενώθηκαν με τα πρώην εργατικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης για να αποκτήσουν πρόσβαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι έχασαν ακόμη και το παραμικρό ίχνος του εργατικού κράτους, ακόμη και με τη μορφή λειψάνου μιας περασμένης εποχής. Στα ανατολικά, οι Τουρκόφωνοι και Περσόφωνοι λαοί της κεντρικής Ασίας υποβλήθηκαν στον δεσποτισμό των προηγούμενων δήθεν “κομμουνιστών” ηγετών της κάθε δημοκρατίας, δεσποτισμών που έγιναν ακόμη πιο απολυταρχικοί από κάθε άλλη φορά στον 20ό αιώνα, τώρα που απελευθερώθηκαν από κάθε περιορισμό που τους επέβαλε μια πολυεθνική ομοσπονδία με προοδευτικά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές μορφές που επέβαλαν σοβαρούς περιορισμούς στη δημοκρατία, που δεν ήταν άλλοι από τη γραφειοκρατία. Σε μία μόνο χώρα, την Κιργιζία, υπήρξε εναλλαγή πολιτικής εξουσίας, αλλά αυτό ήταν έργο συμμοριών της μαφίας που αναμείχθηκαν με πολιτικές παρατάξεις για να εμπλακούν σε διαδοχικές περιπτώσεις βίαιης ανατροπής της προηγούμενης κλίκας, η οποία και η ίδια είχε έρθει στην εξουσία με την ίδια μέθοδο. Οι δικτάτορες των υπολοίπων απλώς κυβερνούσαν λίγο πολύ με το ίδιο μισο-κωμικό, μισο-τραγικό ύφος στο οποίο είχε ήδη εκφυλιστεί η κυριαρχία της οικογένειας Κιμ στη Βόρεια Κορέα κατά τη διάρκειά δεκαετιών. Εντούτοις, εδώ μιλάμε για τα χειρότερα χαρακτηριστικά τόσο της Βόρειας Κορέας όσο και των πρώην Σοβιετικών δημοκρατιών, δεδομένου ότι κανένα από τα κέρδη για την εργατική τάξη που εξακολουθούν να υπάρχουν σε κάποιο βαθμό στη Βόρεια Κορέα δεν υπήρχε πλέον στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Εν αντιθέσει με την ομοιομορφία των χερσαίων περιοχών δυτικά και ανατολικά, οι διαδρομές που υιοθετήθηκαν από τις δημοκρατίες των αρχικών χωρών που απάρτιζαν ΕΣΣΔ, δηλαδή τη Ρωσική Ομοσπονδία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και τα τρία κράτη Γεωργία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν στην Υπερκαυκασία, διέφεραν σε μεγάλο βαθμό κατά την πάροδο των δεκαετιών. Ως μια πολύ ατυχής επανάληψη του ιστορικού προηγούμενου, οι Αρμένιοι και οι Αζέροι πολέμησαν ο ένας τον άλλον και δεν αγωνίστηκαν για ταξικούς λόγους, όπως συνέβαινε κάθε φορά που υπήρχε μια σημαντική κρίση στο εσωτερικό του Καυκάσου ή στην περιοχή γενικότερα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η συνολική πορεία της ανάπτυξης της περιοχής σφραγίστηκε από την ιμπεριαλιστική στρατηγική που εφαρμόστηκε από κοινού από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση προκαλώντας εχθρότητα μεταξύ των μικρότερων δημοκρατιών και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ακόμη και υπό την πειθήνια φιλοϊμπεριαλιστική διακυβέρνηση του Γιέλτσιν τη δεκαετία του 1990, αλλά με πιο έντονα χαρακτηριστικά έναντι της σκληρής στάσης του Πούτιν τον 21ο αιώνα.

Τα σημαντικότερα αποτελέσματα αφορούσαν τις λεγόμενες έγχρωμες επαναστάσεις στη Γεωργία (η λεγόμενη “Επανάσταση των Ρόδων” του 2003) και στην Ουκρανία (η λεγόμενη “Πορτοκαλί Επανάσταση” του 2004-2005), τον πόλεμο Ρωσίας-Γεωργίας το 2008, που άφησε σημάδια στη Γεωργία, την εξέγερση του Μαϊντάν το 2014 και τις αντιδράσεις της Ρωσίας για την προσάρτηση της χερσονήσου της Κριμαίας στη Μαύρη Θάλασσα και την ύπουλη υποστήριξη που παρασχέθηκε στην ίδρυση νεοσύστατων “Λαϊκών Δημοκρατιών” στο Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ στο Ντονμπάς της ανατολικής Ουκρανίας. Από την άλλη πλευρά, η Λευκορωσία παραμένει μέχρι σήμερα σε εκκρεμότητα υπό το βαρύ δεσποτικό καθεστώς του Λουκασένκο, προσπαθώντας να συγκολλήσει τις καπιταλιστικές κοινωνικοοικονομικές σχέσεις με τις κρατικές μορφές των παλαιότερων σοβιετικών χρόνων.

Παρά την ποικιλομορφία των κρατικών μορφών, καθεστώτων και της θέσης των εν λόγω χωρών στη γεωστρατηγική σκακιέρα, ένα γεγονός ξεχωρίζει με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια: η παλινόρθωση του καπιταλισμού υπήρξε η μηχανή που διαμόρφωσε τις κοινωνικές σχέσεις σε όλες τις δημοκρατίες. Έτσι, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές υπάρχουν, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ένα ζήτημα που έχει σημαντική σημασία για τον καθορισμό του μέλλοντος της περιοχής, η κυρίαρχη κίνηση, αυτή που έχει αποφασιστικό ιστορικό αντίκτυπο σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, είναι το γεγονός ότι μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης οι καρποί της Οκτωβριανής επανάστασης του 1917 και, ειδικότερα, οι κοινωνικοοικονομικές μορφές μιας κοινωνίας σε μετάβαση προς το σοσιαλισμό έχουν εξαλειφθεί. Οι τελευταίοι αναδύθηκαν λόγω του δημόσιου χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στα κύρια μέσα παραγωγής και διανομής, της απαγόρευσης της χρήσης της μισθωτής εργασίας από τους ιδιωτικούς οικονομικούς φορείς με σκοπό την κερδοφορία, της κυριαρχίας του κεντρικού σχεδιασμού επί της αγοράς, της προστασίας της εσωτερικής αγοράς του Σοβιετικού χώρου από τον άμεσο προσδιορισμό του νόμου της αξίας με ποικίλα μέσα, ιδίως μέσω του μονοπωλίου του εμπορίου, της διακοπής των δεσμών με τα διεθνή χρηματιστήρια κ.λπ. και, κυρίως, της εξάλειψης του χαρακτήρα της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος μέσω της πλήρους απασχόλησης.

Εν ολίγοις, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση του εργατικού κράτους και της κοινωνίας σε μετάβαση προς το σοσιαλισμό στο σύνολο του πρώην Σοβιετικού χώρου, αν και με διαφορετικούς τρόπους και ρυθμούς σε κάθε περίπτωση. Αυτό δεν επήλθε πάντοτε με γρήγορο και ειρηνικό τρόπο. Το σημαντικότερο περιστατικό που συμβόλιζε την αντεπανάσταση που εκτυλισσόταν ήταν ο βομβαρδισμός και η εισβολή στο Ρωσικό Ανώτατο Σοβιέτ από τον στρατό στις 4 Οκτωβρίου 1993. Ο τότε πρόεδρος Γέλτσιν διέλυσε το Ανώτατο Σοβιέτ (που λειτουργούσε ως νομοθετικός βραχίονας της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε εκείνο το στάδιο) τον Σεπτέμβριο του 1993, αν και δεν είχε καμία εξουσία να το πράξει. Ως απάντηση οι ηγέτες του Ανώτατου Σοβιέτ κατέλαβαν το κτίριο του κοινοβουλίου, απέπεμψαν τον πρόεδρο και ανακήρυξαν τον αντιπρόεδρο Αλεξάντερ Ρουτσκόι, που εκτελούσε χρέη αντιπροέδρου, σε πρόεδρο. Σε αυτό ο Γέλτσιν αντέδρασε δίνοντας εντολή στο στρατό να βομβαρδίσει και να εισβάλει στο κτίριο του κοινοβουλίου. Η δεκαήμερη σύγκρουση, η οποία έφερε τη Ρωσία στα πρόθυρα του εμφυλίου πόλεμο, είχε πολλές οδομαχίες και στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους, έληξε με νίκη του Γιέλτσιν, ήτοι του απροκάλυπτου αντεπαναστατικού τμήματος της γραφειοκρατίας. Αυτή ήταν λοιπόν η κορύφωση της αντεπαναστατικής διαδικασίας που η Ρωσική Ομοσπονδία, η μεγαλύτερη και βασική δημοκρατία της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, πέρασε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Με άλλα λόγια, η διάλυση της Σοβιετίας επέφερε στον απόηχό της τη διάλυση του σημαντικότερου δώρου της Οκτωβριανής Επανάστασης στην παγκόσμια ιστορία, του Σοβιέτ ως οργάνου εργατικής κυριαρχίας. Με αυτόν τον τρόπο ακυρώθηκε το θεμελιώδες παράδειγμα του εργατικού κράτους που εγκαθιδρύθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση, με επικεφαλής τους Μπολσεβίκους υπό την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι. Αυτή είναι η ιστορική σημασία της διάλυσης της ΕΣΣΔ πριν από 30 χρόνια, στις 26 Δεκεμβρίου.

Αυτό είναι απολύτως σαφές. Αυτό που αποτελεί, ή μάλλον θα έπρεπε να αποτελεί, θέμα έρευνας και προβληματισμού είναι γιατί το Ρωσικό και, γενικότερα, το Σοβιετικό προλεταριάτο δεν σήκωσαν τα μανίκια και δεν ξεκίνησαν αγώνα για να εμποδίσουν την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην πρώτη πατρίδα του σοσιαλισμού, παρόλα τα κοινωνικοοικονομικά οφέλη που τους προσέφερε η Οκτωβριανή Επανάσταση και το κράτος που γεννήθηκε από αυτήν την επανάσταση, οφέλη που απολάμβαναν, επί γενεές, επί επτάμισι δεκαετίες, οφέλη που είχαν γίνει τρόπος ζωής για τη Σοβιετική εργατική οικογένεια, οφέλη που όμοια τους δεν υπάρξει ποτέ σε καμία από τις πολύ πιο προηγμένες οικονομικά χώρες που ζούσαν στον καπιταλισμό. Αυτό ίσως είναι το βασικό ερώτημα για τους Μαρξιστές εάν πρόκειται να πραγματοποιήσουμε νέες επαναστάσεις στον 21ο αιώνα και στη συνέχεια να ξεκινήσουμε τη δουλειά με στόχο την οικοδόμηση του σοσιαλισμού για άλλη μια φορά, αλλά αυτή τη φορά χωρίς τις απειλητικές παγίδες και τα αξεπέραστα εμπόδια των εμπειριών των προηγουμένων παραδειγμάτων του 20ού αιώνα.

Φαινομενικά, η διεθνής αριστερά απλά κοιτάζει αλλού. Στο μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων τριάντα ετών που η καπιταλιστική παλινόρθωση έχει επιφέρει την εξαιρετικά βίαιη καταστροφή της στα πρώην εργατικά κράτη, οι σοβαρές προσπάθειες εξήγησης της διάλυσης των σοσιαλιστικών πειραμάτων του 20ού αιώνα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν υπάρχει ούτε μία που να μπορεί να θεωρηθεί ως θεωρητική εξήγηση, που να προέρχεται από χώρους που συνήθιζαν να προπαγανδίζουν μέχρι αηδίας την ιδέα ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης αποτελούσε την ηγετική δύναμη του “διεθνούς κομμουνισμού”. Αυτό το ίδιο κόμμα ήταν που λειτούργησε ως ηγέτης, όχι του διεθνούς κομμουνισμού, αλλά της παλινόρθωσης του καπιταλισμού! Το ίδιο, θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε, αποδείχθηκε ότι ίσχυε και για τον πρωταρχικό εχθρό αυτού του κόμματος στο λεγόμενο κομμουνιστικό στρατόπεδο, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που εξακολουθεί, ακόμη και σήμερα, να επιβλέπει την παλινόρθωση του καπιταλισμού πάνω από τα ερείπια της αγροτικής Κινεζικής Κομμούνας, της επαρχιακής ελαφριάς βιομηχανίας και του “σιδερένιου μπολ με το ρύζι” του προηγούμενου εργατικού κράτους. Πόσο ντροπιαστικό για αυτούς τους μεγαλόστομους φωστήρες, που απολάμβαναν τότε την πολυτέλεια του τρόπου ζωής της Σοβιετικής και λοιπής νομενκλατούρας και έψελναν για τα επιτεύγματα των δήθεν κομμουνιστικών κομμάτων που αποτελούσαν τα όργανά τους, να σιωπούν απολύτως σήμερα! Πόσο ντροπιαστική είναι η εκκωφαντική σιωπή ολόκληρης της διανόησης των λεγόμενων κομμουνιστικών κομμάτων των ιμπεριαλιστικών χωρών και των εξαρτημένων στον καπιταλιστικό κόσμο, που διατυμπάνιζαν δυναμικά τις αρετές της Σοβιετικής Ένωσης λίγο πριν από την πτώση της! Αυτή η σιωπή δεν προδίδει ποιος είναι πραγματικά υπεύθυνος για την κατάρρευση του σοσιαλισμού του 20ου αιώνα;

Ο Επαναστατικός Μαρξισμός και η μητρική του έκδοση στην τουρκική γλώσσα DevrimciMarksizm δεν σιώπησε όταν ήρθε αντιμέτωπος με αυτό το έγκλημα κατά του προλεταριάτου και της ανθρωπότητας γενικότερα. Το ζήτημα της διάλυσης και της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και της γενικότερης κατάρρευσης των εργατικών κρατών διεθνώς και της ουσιαστικής αποκατάστασης του καπιταλισμού σε χώρες όπως η Κίνα, το αναλάβαμε επίμονα και συστηματικά, περισσότερο στην τουρκική τριμηνιαία έκδοση παρά στην ετήσια αγγλική έκδοση λόγω καθαρής έλλειψης χώρου στην τελευταία. Αφιερώσαμε κάποια τεύχη εξ ολοκλήρου σε αυτό το ζήτημα, είτε πρόκειται για την κατάρρευση του σοσιαλισμού στη χώρα της Οκτωβριανής Επανάστασης είτε για τη σταδιακή και ουσιαστική καταστροφή του εργατικού κράτους στην Κίνα. Σε αυτή την 30ή επέτειο της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, μια στιγμή καμπής στην παρούσα εποχή μας, συζητάμε για το ζήτημα της πτώσης του σοβιετικού κράτους, τη μοναδικότητά του στη σύγχρονη ιστορία, τις βαθύτερες αιτίες της κατάρρευσής του και τις προοπτικές του για το μέλλον.

Το πρώτο κομμάτι αυτού του φακέλου είναι ένα κείμενο ιστορικής σημασίας. Σε αντίθεση με όλους τους κομπορρήμονες και τους μεγαλόστομους φωστήρες της περιόδου πριν το 1991 που έλεγαν ατελείωτα ψέματα τότε και έπεσαν σε ντροπιαστική σιωπή τώρα μετά την πτώση, ο Ιωσήφ Γκριγκορίβιτς Άμπραμσον, ένας διανοούμενος που βίωσε προσωπικά τόσο το μεγαλείο του πρώτου προλεταριακού κράτους και το πρώτο πείραμα μιας κεντρικά σχεδιασμένης κοινωνίας, από τη μια πλευρά, όσο και την αποτρόπαια και επαίσχυντη καταστολή των κομμουνιστικών στελεχών και εργατών και την αι την εγκατάλειψη του δρόμου της παγκόσμιας επανάστασης από το κόμμα που ίδρυσε ο Λένιν, από την άλλη, αναστοχάζεται και αναλύει τα κύτταρα του πρώτου (και πιο προηγμένου) εργατικού κράτους επί τρεις δεκαετίες μετά την κατάρρευση. Είναι τιμή μας να δημοσιεύουμε εδώ τα συμπεράσματά του για τις αντικειμενικές και υποκειμενικές αιτίες που οδήγησαν στον διαμελισμό και την καταστροφή της σοσιαλιστικής πατρίδας του. Ιδού ένας άνθρωπος που έζησε ως κομμουνιστής κάτω από το σοβιετικό κράτος για δεκαετίες και που τώρα ατενίζει κριτικά το παρελθόν για να κατανοήσει την όλη εμπειρία, ώστε οι μελλοντικές γενιές να μην επαναλάβουν τα ίδια λάθη. Κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί με τη συνολική του εκτίμηση. Εντούτοις, εδώ βρίσκεται η πεμπτουσία της Μαρξιστικής στάσης ζωής: παλεύοντας με σοβαρότητα και καλή πίστη με τις περιπλοκές του πραγματικού κόσμου, ο Ιωσήφ Γκριγκορίβιτς προσπαθεί να ξεθάψει τα από καιρό κρυμμένα ελαττώματα της σοβιετικής ηγεσίας. Η ειλικρίνεια, σε συνδυασμό με το θάρρος και την οξυδέρκεια, καθιστά τον Ιωσήφ Γκριγκορίβιτς πρότυπο για τους νεότερους μαρξιστές. Είμαστε περήφανοι που έχουμε έναν σύντροφο σαν τον Άμπραμσον.

Τα άλλα δύο άρθρα των συντρόφων μας Σάββα Μιχαήλ-Μάτσα και Σουνγκούρ Σαβράν είναι και τα δύο κείμενα παρουσιάσεων που έγιναν σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη) τον Νοέμβριο. Το άρθρο του Μιχαήλ-Μάτσα ξεκινάει από το παρελθόν προς το μέλλον σε σχέση με το χαρακτήρα της εποχής μας και του σοβιετικού κράτους για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το τελευταίο εξακολουθεί να έχει πραγματική σημασία σε παγκόσμια κλίμακα για το μέλλον. Ο Σουνγκούρ Σαβράν επισημαίνει τη μοναδική ποιότητα της ΕΣΣΔ ως κράτους χωρίς έθνος και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η μορφή που προσαρμόζεται καλύτερα στο διεθνιστικό πρόγραμμα της συγκόλλησης και της συγχώνευσης των εθνών κατά τη μετάβαση σε μια αταξική κοινωνία.