Αντιπολεμική προκήρυξη του ΣΕΚΕ ενάντια στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας γραμμένη από τον στρατιώτη Παντελή Πουλιόπουλο

Εισαγωγικό σημείωμα της Νέας Προοπτικής

Λίγους μήνες μετά τις εκλογές του 1920 που ανέτρεψαν τον πρωταίτιο της Μικρασιατικής εκστρατείας, Βενιζέλο και έφεραν στην κυβέρνηση τη παράταξη των βασιλοφρόνων με αίτημα το σταμάτημα του πολέμου και την αποστράτευση των στρατιωτών, πολλοί εκ των οποίων πολεμούσαν σχεδόν διαρκώς από τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο του 1912, έγινε σαφές ότι αυτό δεν θα συνέβαινε.

Αντίθετα η Ελλάδα μετά την επιστροφή του Κωνσταντίνου και την μεταστροφή Γαλλίας και Ιταλίας υπέρ της έναρξης διαπραγματεύσεων με τον Κεμάλ, ωθούνταν από τους Βρετανούς να μετακινηθεί μόνη της πλέον ολοένα και πιο βαθιά στο μέτωπο, προς την καταστροφή.

Η αντιπολεμική διάθεση του λαού προδόθηκε από την νέα κυβέρνηση και το ηθικό του στρατού άρχισε να πέφτει. Η αντιπολεμική δράση των νεολαίων φαντάρων του ΣΕΚΕ θα γνωρίσει μεγάλη απήχηση εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με το σημείωμα του αείμνηστου Θεοδόση Θωμαδάκη για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, αρκετές προκηρύξεις:

«…. γράφηκαν από τον Παντελή Πουλιόπουλο και κυκλοφόρησαν ανάμεσα στους Έλληνες στρατιώτες του Μικρασιατικού Μετώπου στα τέλη του 1920. Στα χαρακώματα, σε αδερφική συνεργασία με τούρκους επαναστάτες (Αλή κλπ.), δρούσαν διάφορα όργανα και ομάδες στρατευμένων νεολαίων που καταγγέλλανε το ιμπεριαλιστικό μακελειό και την αλληλοσφαγή: ο Πουλιόπουλος κι ο Μοναστηριώτης από το ΚΚΕ· ο Οικονόμου και ο Μπονάνος από τον «Κομμουνισμό»· ο Νίκολης, ο Δούμας, ο Φωτόπουλος, ο τσαγκάρης Χαϊτόπουλος και πολλοί άλλοι αγνοί και αφοσιωμένοι κομμουνιστές…

Η πιο σημαντική και πολυάριθμη ομάδα ήταν των Πουλιόπουλου-Μοναστηριώτη που είχε την έδρα της μέσα στη Σμύρνη και επηρέαζε με το αντιπολεμικό-επαναστατικό της φύλλο «Ο Κόκκινος Φρουρός» μεγάλες δυνάμεις στρατιωτών. Ο Γιώργης Νίκολης με την τόσο εμπνευσμένη πένα του έκδιδε την «Μπολσέβια» και τη σατιρική-αντιπολεμική «Φούντα» του, ενώ μια ομάδα συμπαθούντων του κύκλου Πουλιόπουλου έβγαζε το επίσης σατιρικό-αντιπολεμικό φύλλο: «Το Μποεμιό». Ο πολύγραφος που ο Τζουλάτι είχε στείλει με τον Κουτσουμπό παράνομα στο Μέτωπο ξεσήκωνε τους στρατευμένους…

Η σύλληψη και η κατηγορία για «εσχάτη προδοσία» απείλησε τότε άμεσα τη ζωή του ίδιου του Πουλιόπουλου και των συνεργατών του που είχαν συλληφθεί. Αλλά η κατάρρευση του μετώπου και ο δεσμοφύλακάς τους Νικολινάκος έσωσαν την κατάσταση, ανοίγοντας τις πόρτες των φυλακών της Σμύρνης. «Ο Δεκελιώτης μας εξιστόρησε, γράφει θριαμβολογώντας ο Λουκάς Καστρίτης, στην Ιστορία του Μπολσεβικισμού…, πώς «κατά την υποχώρηση φουντάρισε στη θάλασσα όλες τις δικογραφίες… κι έτσι έσβησε κάθε τεκμήριο για τη δράση των επαναστατών» στο μέτωπο –(Θ.Θ. http://www.marxistbooks.gr/poulio.htm ).

Σε αυτό το ντοκουμέντο, θαυμάζει κανείς την γλαφυρή γραφή του νεαρού Παντελή Πουλιόπουλου που εκείνη την στιγμή σε ηλικία 20 ετών μιλάει με απλό και κατανοητό τρόπο στις καρδιές των στρατιωτών. Είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο που αξίζει να διαβαστεί ως μάθημα πλατιάς αντιπολεμικής προπαγάνδας.

Το κείμενο αυτό γραμμένο κάποια στιγμή στα τέλη του 1920, δημοσιεύθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1921, στο επίσημο όργανο του ΣΕΚΕ, τον εβδομαδιαίο Εργατικό Αγών και όχι στον ημερήσιο Ριζοσπάστη, ο οποίος εκείνη την εποχή αν και σε «πολιτική συμφωνία με το ΣΕΚΕ» ήταν ακόμη στα χέρια του Πετσόπουλου και όχι της ΚΕ του κόμματος. Αυτή η λεπτομέρεια έχει την σημασία της στα πλαίσια της πάλης για τον προσανατολισμό του κόμματος προς την Τρίτη Διεθνή και την Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία.

Η μικρογραφία του συγκεκριμένου τεύχους του Εργατικού Αγώνα βρίσκεται στα αρχεία του ΑΣΚΙ στην διεύθυνση

Έρευνα, μετεγγραφή, επιμέλεια Γιώργος Χλωρός για την Νέα Προοπτική

Διατηρήθηκε το συντακτικό και η γραμματική του πρωτοτύπου πλην της μετατροπής σε μονοτονικό.

Ο Παντελής Πουλιόπουλος το 1919: Φωτογραφία με χειρόγραφη αφιέρωση στον αδελφό του.

Παντελής Πουλιόπουλος

ΠΩΣ ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΝΕΟ ΧΡΟΝΟ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Έρχεται να ξημερώσει και σε μας εδώ πάνω η πρώτη του καινούργιου χρόνου.

Η καλή γιορτή που άλλοτε με τόσες γλυκές θύμησες και τόσες γλυκές ελπίδες μας ανακούφιζε τους πόνους της σκληρής ζωής, θα ’ρθεί τώρα για να φωτίσει με το γιορτάσιμο φως της το αδιάκοπο μαρτύριο του καθημερινού μας θανάτου, να ξαναζωντανέψει στη φαντασία μας τη φρικαλέα εικόνα του χθεσινού αιματόβρεχτου Γολγοθά μας και σαν μαύρος οιωνός να μας προμηνύσει ένα φριχτότερο αύριο.

Τι θα αντικρίσει εδώ πάνω ο καινούργιος χρόνος;

Από τις όχθες του Μαιάνδρου ως τις χιονισμένες βουνοκορφές του Ουσάκ και απ’ της Τουρκίας την ιερή πολιτεία, την Προύσα, ως τις παγωμένες πλαγιές των θρακικών βουνών, εμείς στεκόμαστε άγρυπνοι μπροστά στο φυλάκιο με το τουφέκι στα ξυλιασμένα χέρια μας, έτοιμοι να σκοτώσουμε και να σκοτωθούμε.

Άλλοι κείτονται στα νοσοκομεία, είτε απ’ το σαράκι της κακομοιριάς τους χτικιασμένοι, είτε από του πολυβασανισμένου κορμιού το σάπισμα, είτε με αγιάτρευτες ακόμα τις πληγές απ’ το θανατερό βόλι, αυριανοί σακάτηδες, αφρόντιστοι, πεταμένοι, σαν άχρηστα κτήνη, μακριά από κάθε ανθρώπινη σπλαχνική συμπόνια, άλλοι που στην ίδια τους τη δύναμη ζητήσανε τη σωτηρία απ’ του πολέμου το βασανιστήριο, αλυσοδεμένοι βρίσκονται στις φυλακές και στενάζουν κάτω απ’ το άσπλαχνο κνούτο του τιμωρού νόμου.

Κι άλλοι… Μα όχι πια άλλοι, γιατί αυτοί δεν είναι ζωντανοί. Είναι οι σκοτωμένοι που ο καινούργιος χρόνος δεν τους βρίσκει αναμεταξύ μας. Τα λαγκάδια και τα βουνά της Μικράς Ασίας ή τα όρνεα τ’ ουρανού δεχτήκανε το κορμί τους… Μα η φρίκη της τωρινής πραγματικότητας δεν σταματάει εδώ. Πίσω μας, κει κάτω στο πατρικό μας σπίτι, η μαυρίλα της δυστυχίας σκεπάζει την οικογένειά μας τόσα χρόνια τώρα. Είμαστε φτωχοί εμείς δω πάνω, γιατί οι πλούσιοι και δυνατοί έχουν τον τρόπο να μην είναι στρατιώτες ή να μην είναι μακριά απ’ το σπίτι τους. Με τον ιδρώτα μας ετρέφαμε τους γέρους μας γονιούς και αποκατασταίναμε τις αδερφάδες μας. Τώρα ο γέροντας πατέρας θα ’χει ίσως πεθάνει, τ’ αδερφάκια μας τα μικρά θα ’ναι πεταμένα, απροστάτευτα στους δρόμους και οι αδερφάδες μας θα ’ναι ίσως στριμωγμένες απ’ τη δυστυχία στο βούρκο της ατιμίας, για να κορέσουν τις χτηνώδικες ορέξεις κανενός ταλαντούχου.

 Σκηνή από τη Μικρασιατική εκστρατεία 

Κ’ εμείς εδώ πάνω πολεμάμε για την πατρίδα…

Πού ’ναι οι γλυκές θύμησες του περασμένου χρόνου που θα ξαλαφρώσουν τους τωρινούς μας πόνους; Πουθενά. Δε ρίχνουμε το νου μας στην αναπόληση των περασμένων, γιατί παντού αίματα και αλυσίδες, θάνατο και μαρτύρια συναντάμε. Πολύ λίγοι θα σταματήσουνε ίσως μπροστά σε μια ημερομηνία: 1 Νοεμβρίου. Πετάξαμε, θα πούνε, από πάνω έναν πολεμικό εφιάλτη που επίεζε το λαό θανάσιμα, σέρνοντάς τον να σφαχτεί, θύμα του αχόρταγου Μαμωνά της δυτικής Ευρώπης. Κι αυτών όμως των λίγων η πρόληψη που τους επλάνεβε, δέχτηκε πολύ γρήγορα το δυνατό χτύπημα της πραγματικότητας. Ο εφιάλτης δεν έφυγε, μα ξανακάθισε μεταμορφωμένος και φοβερότερος στο στήθος του δυστυχισμένου λαού!

«Θα επιδιώξω την συμπλήρωσίν της εθνικής αποκαταστάσεως στηριζόμενος επί του ηρωικού μας στρατού», κήρυξαν οι νέοι κυβερνήτες επίσημα και πανηγυρικά με το βασιλικό διάγγελμα.

Ο δήμιος βρικολάκιασε και πάλι ζητάει απ’ το λαό αίμα, αίμα, αίμα… Κ’ έτσι αντί για γλυκιές ελπίδες, η γιορτάσιμη πρωτοχρονιά πικρά μοιρολόγια τονίζει τώρα, πένθιμα για τους μελλοθάνατος!

Κρατήστε όμως την αιμοβόρικη χαρά σας, αναστημένοι βρικόλακες! Δεν είμαστε πια οι αγαθοί μοιρολάτρες του περασμένου καιρού. Μέσα στην κόλαση των τελευταίων τούτων αιματόβρεχτων χρόνων ξυπνήσαμε, χρειάστηκε ν’ αφήσουμε τη ζωή του πολίτου που τόσο όμορφα ξέρετε να τη ζωγραφίζετε ως ελεύθερη και ειρηνική και να συρθούμε βίαια στον ανθρώπινο αλληλοσπαραγμό για να αντικρίσουμε τη φοβερή πραγματικότητα της κοινωνικής εκμετάλλευσης που τόσο τεχνικά σκεπάζετε με τα ψεύτικα στολίδια σας. Και το αντίκρισμά της σκόρπισε τα πλάνα ιδανικά σας, τις «πατρίδες» σας και τα «εθνικά όνειρά» σας και μας έδειξε ολοφάνερα τι κρύβει από πίσω τους. Το σιχαμερό εγώ σας, το εγώ της κεφαλαιοκρατικής σας τάξης. Και είδαμε ότι εμείς οι φτωχοί βιοπαλαιστές, οι εργάτες, δεν μπορούμε μέσα σε τούτη την κοινωνία που κυριαρχεί η εκμετάλλευση να απολαύουμε ελευτεριά, γιατί κι όταν δεν στρατευόμαστε σε πόλεμο, είμαστε πάντα στρατευμένοι στο βιομηχανικό και εμπορικό στρατό της πλουτοκρατίας, πάντα σκλάβοι που ή με το αίμα ή με τον ιδρώτα μας θα πληθαίνουμε τους θησαυρούς της και θα ικανοποιούμε τις ανικανοποίητες απολαύσεις της χτηνώδικης αχορτασιάς της.

Μη μας μιλάτε πια για λευτεριά, γιατί τόσο πιο αβάσταχτη αισθανόμαστε τη σκλαβιά μας. Είδαμε ότι και οι κυβερνήτες, όπιο χρωματισμό κι αν έχουν, δεν είναι παρά γνήσιοι αντιπρόσωποι της εκμεταλλεύτριας αυτών τάξης και ότι η κρατική εξουσία με τη στρατοκρατία της δεν είναι παρά μια οργανωμένη βία σε υπηρεσία των συμφερόντων της.

Μη μας μιλάτε λοιπόν για πατρίδες και για εθνικές αποκαταστάσεις γιατί τόσο πιο σιχαμεροί μας φαινόμαστε!

Κι όταν πια τα είδωλά σας γκρεμίστηκαν μέσα μας και μείς οι τυφλοί αναβλέψαμε, εκυριεύτηκε η καρδιά μας από μίσος εναντίον σας, εναντίον όλης σας της καινούργιας τάξης. Μα όχι από το καταστρεπτικό και στείρο εκδικητικό μίσος που σεις και οι όμοιοί σας καλλιεργείτε καταχθόνια ανάμεσα στους λαούς και που γεννάει τις ανθρωποσφαγές των γαλλογερμανικών και ελληνοβουλγαρικών πολέμων, αλλά το μεγάλο και ιερό και δημιουργικό αίσθημα της αγανάχτησης που κατά τις ώριμες επαναστατικές ιστορικές περιόδους εμψυχώνει τους λαούς που συντρίβουν τα δεσμά της σκλαβιάς τους, γκρεμίζουν την παλιά κοινωνία και οικοδομάνε μια καινούργια, ελεύθερη και δίκαιη.

Το σπέρμα της καινούργιας ανθρωπότητας έπεσε από πολύ καιρό τώρα και εβλάστησε μέσα στους καπνούς του πολέμου, εκεί πάνω στο βοριά!

Η επαναστατική περίοδος ζυγώνει στο τέλος της. Τρέμετε μπροστά της, εσείς που δεν θέλετε να το αναγνωρίσετε, κρατώντας στους ώμους σας το ετοιμόρροπο οικοδόμημα της σημερινής κοινωνίας. Πολύ γρήγορα έρχεται ο τελειωτικός σεισμός που θα σας πλακώσει κάτω από τα ερείπιά του.

Γι’ αυτό, μεγάλοι κυβερνήτες, είμαστε πραγματικοί ηρωικοί στρατιώτες της ανθρωπότητας κι όχι της πατρίδας σας. Και γι’ αυτό η πρώτη του 1921 δεν ακούει εδώ πάνω στο μέτωπο ούτε τα μοιρολόγια των αδικοσκοτωμένων, ούτε τους στεναγμούς των βασανισμένων, αλλά μια κραυγή μεγάλη, στεντόρεια, που βγαίνει κι απ’ των πολεμιστάδων τα παλικαρίσια στήθια κι απ’ των κοιτόμενων τα χτικιασμένα πνευμόνια κι απ’ των αποθαμένων τα χωσμένα κόκαλα:

Ζήτω η επανάσταση!

Το Κεντρικό Συμβούλιο των Σοβιέτ των Στρατιωτών της Ελλάδος