της Βίκυς Κανατά
Ο πυροβολισμός του 20χρονου στο Άργος από αστυνομικούς αποτελεί μια ακόμη περίπτωση ανεξέλεγκτης χρήσης κρατικής βίας από κρατικά όργανα. Ένας νέος άνθρωπος βρίσκεται βαριά τραυματισμένος μετά από αστυνομικά πυρά – κλινικά νεκρός λένε οι πληροφορίες-, ενώ για ακόμη μία φορά η κοινωνία καλείται να ακούσει τις ίδιες δικαιολογίες: «δύσκολες συνθήκες», «καταδίωξη», «προειδοποιητικές βολές». Όμως πίσω από τις λέξεις υπάρχει μια σκληρή πραγματικότητα: ένα όπλο της αστυνομίας στράφηκε εναντίον ενός πολίτη, ενός νέου ανθρώπου, και η ζωή ενός 20χρονου κρέμεται από μια κλωστή.

Το περιστατικό σημειώθηκε κατά τη διάρκεια αστυνομικής καταδίωξης στο Άργος. Οι δύο αστυνομικοί που συμμετείχαν στην επιχείρηση αντιμετωπίζουν βαριές κατηγορίες, ενώ υποστηρίζουν ότι οι πυροβολισμοί έγιναν για εκφοβισμό και όχι με στόχο τον τραυματισμό του νεαρού. Στο σημείο έχουν εντοπιστεί 13 κάλυκες, ενώ η βαλλιστική εξέταση καλείται να φωτίσει τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες σημειώθηκαν οι 21 (!) πυροβολισμοί. 21 πυροβολισμοί πισώπλατα, γιατί δεν σταμάτησε για έλεγχο, γιατί τρομοκρατήθηκε που δεν είχε μαζί του το δίπλωμα του αυτοκινήτου.
Όμως κανένα πόρισμα δεν μπορεί να ακυρώσει το βασικό ερώτημα: γιατί μια αστυνομική επιχείρηση κατέληξε με έναν νέο άνθρωπο πυροβολημένο στο κεφάλι; Γιατί η πρώτη επιλογή απέναντι σε έναν πολίτη είναι η χρήση όπλου; Ποια λογική επιτρέπει στους μηχανισμούς καταστολής να μετατρέπουν μια επιχείρηση σύλληψης σε πεδίο πυροβολισμών;
Η αστυνομία δεν είναι δικαστής. Υποτίθεται ότι δεν είναι ούτε δήμιος. Δεν αποφασίζει ποινές στον δρόμο. Δεν έχει δικαίωμα να μετατρέπει την εξουσία που της έχει δοθεί σε ανεξέλεγκτη δύναμη πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Η χρήση πυροβόλου όπλου από κρατικό όργανο είναι η πιο ακραία μορφή επιβολής και πρέπει να αντιμετωπίζεται με απόλυτη αυστηρότητα, έλεγχο και κοινωνική λογοδοσία.
Η υπόθεση του Άργους γίνεται ακόμη πιο βαριά εξαιτίας των καταγγελιών της οικογένειας για την κατάσταση του 20χρονου. Η μητέρα του ανέφερε δημόσια (και αργοτερα πιστοποιήθηκε από τη γνωμάτευση του ΚΕΠΑ) ότι ο γιος της βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, ότι έχει ποσοστό αναπηρίας 89% και ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επικοινωνία. Περιέγραψε ένα παιδί που, όπως υποστηρίζει, είχε ιδιαίτερες ανάγκες και χρειαζόταν διαφορετική προσέγγιση και όχι βία.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις της μητέρας του, ο 20χρονος νοσηλεύεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, με σοβαρά τραύματα στο κεφάλι. Η ίδια έχει δηλώσει ότι το παιδί της λειτουργεί μόνο με μηχανική υποστήριξη και ότι οι γιατροί έχουν αφαιρέσει σφαίρες, ενώ παραμένουν τραύματα που καθιστούν την κατάστασή του εξαιρετικά δύσκολη.
Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος με αυτισμό και αναπηρία βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ένοπλη αστυνομική επέμβαση ανοίγει ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: την παντελή απουσία εκπαίδευσης και κουλτούρας αποκλιμάκωσης όταν οι αρχές αντιμετωπίζουν ανθρώπους με διαφορετικές ανάγκες επικοινωνίας ή συμπεριφοράς. Η κοινωνία δεν μπορεί να αποδέχεται ότι η άγνοια, ο φόβος ή η αδυναμία διαχείρισης ενός περιστατικού οδηγούν σε πυροβολισμούς. Μήπως όμως αυτό κρύβει ή αποκαλύπτει τη ρατσιστική, αναπηροκτονική “κουλτούρα” που επικρατεί στην αστυνομία και σε τμήματα της κοινωνίας; Ο άλλος, ο διαφορετικός, ο όχι “νορμάλ” μπορεί να εκτελείται επειδή δεν σταμάτησε στον έλεγχο;
Το Άργος δεν είναι μια εξαίρεση. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά περιστατικών όπου η αστυνομική βία έχει χτυπήσει ανθρώπους που βρίσκονται σε ευάλωτη θέση. Η δολοφονία του Νίκου Σαμπάνη και του Κώστα Φραγκούλη, δύο νεαρών Ρομά που έχασαν τη ζωή τους από αστυνομικά πυρά, παραμένει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη και δείχνει ότι η χρήση υπέρμετρης βίας από αστυνομικούς δεν είναι ένα νέο φαινόμενο. Mανιουδάκης στην Κρήτη, νεκρός από ξύλο αστυνομικών – και Βασίλης Μάγγος στο Βόλο, συμπληρώνουν μια μακρά αλυσίδα αστυνομικών που προκάλεσαν το θάνατο άοπλων ανθρώπων.

Κάθε φορά η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται. Μετά από κάθε θάνατο ή βαρύ τραυματισμό ακολουθεί η υπόσχεση ότι «όλα θα διερευνηθούν». Όμως οι ζωές που χάνονται ή καταστρέφονται δεν επιστρέφουν. Και η κοινωνία έχει δικαίωμα να απαιτεί όχι μόνο δικαστική διερεύνηση, αλλά και απαντήσεις για μια πολιτική που αντιμετωπίζει όλο και περισσότερο τα κοινωνικά προβλήματα μέσα από την καταστολή.
Η φτώχεια, ο αποκλεισμός, η περιθωριοποίηση και η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπίζονται με περιπολικά και όπλα. Όταν το κράτος επιλέγει την καταστολή αντί για κοινωνική φροντίδα, πρόληψη και στήριξη, τότε οι πιο αδύναμοι γίνονται οι πρώτοι στόχοι της κρατικής αυθαιρεσίας.
Ιδιαίτερη πρόκληση αποτέλεσαν και οι δηλώσεις της συνδικαλιστικής ένωσης αστυνομικών που έσπευσε να στηρίξει τους δύο αστυνομικούς πριν ολοκληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης. Οι αστυνομικοί, όπως κάθε κατηγορούμενος, έχουν δικαίωμα υπεράσπισης. Όμως οι δημόσιες τοποθετήσεις που εμφανίζονται να δικαιολογούν εκ των προτέρων τη χρήση βίας δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το αν υπάρχει πραγματική διάθεση αυτοκριτικής μέσα στους ίδιους τους μηχανισμούς ασφαλείας.
Το εργατικό κίνημα και οι κοινωνικοί αγώνες έχουν ιστορικά βρεθεί απέναντι σε κάθε μορφή αυθαιρεσίας και καταστολής. Γιατί η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να εξαρτάται από την κοινωνική θέση, την καταγωγή, την οικονομική κατάσταση ή το αν κάποιος θεωρείται «βολικός» πολίτης από την εξουσία.
Η υπόθεση του Άργους απαιτεί πλήρη διερεύνηση και απόδοση ευθυνών. Απαιτεί όμως και κάτι περισσότερο: να σταματήσει η κανονικοποίηση της αστυνομικής βίας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως στόχοι. Οι σφαίρες δεν είναι μέσο διαχείρισης κοινωνικών προβλημάτων.
Ένας 20χρονος βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμη κατάσταση. Μια οικογένεια περιμένει απαντήσεις. Και μια ολόκληρη κοινωνία έχει το δικαίωμα να φωνάξει ότι η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει περισσότερο οπό οποιαδήποτε πολιτική αντιμετώπισης καταστάσεων “έκτακτης ανάγκης”.
