Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας και η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία στην Ελλάδα
Ευθύ και επείγον κάλεσμα προς τις κυβερνήσεις και τους “κοινωνικούς εταίρους” κάθε χώρας για την ανάπτυξη του “κοινωνικού διαλόγου” και των συλλογικών διαπραγματεύσεων προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κρίσης της Μέσης Ανατολής στην αγορά εργασίας κάνει στέλεχος της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO), ο οποίος δεν αποτελεί τίποτα άλλο από τον «εργατικό βραχίονα» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Με δήλωση που έκανε ο Konstantinos Papadakis (Ειδικός Σύμβουλος, Τμήμα Εργατικής Διακυβέρνησης και Τομεακών Πολιτικών) και δημοσιεύτηκε στο site του ILO, αφού αναλύει τους λόγους της άποψής του (την οποία θα παραθέσουμε παρακάτω αναλυτικά), καταλήγει -μεταξύ άλλων- στο εξής συμπέρασμα: «Όταν η ενεργοποίηση (σ.σ. του κοινωνικού διαλόγου) καθυστερεί μέχρι να έχουν ήδη επιδεινωθεί οι συνθήκες της αγοράς εργασίας, αυξάνεται ο κίνδυνος βαθύτερης και πιο επίμονης ζημιάς – συμπεριλαμβανομένης της αυξανόμενης ανισότητας και της κοινωνικής αναταραχής».
Ποια ήταν (και συνεχίζει να είναι) η εκτίμηση της Εργατικής Συμμαχίας στα Δυτικά
Η εκτίμηση του στελέχους του ILO επιβεβαιώννει την άποψη που έχει εκφράσει η Εργατική Συμμαχία στα Δυτικά (στην οποία συμμετέχει το ΕΕΚ), σύμφωνα με την οποία https://www.neaprooptiki.gr/ilion-ekdilosi-enantia-stin-ethniki-koinoniki-symfonia-gia-tis-syllogikes-symvaseis/ στόχος της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας Κυβέρνησης Μητσοτάκη με τη ΓΣΕΕ και τους εργοδότες είναι «η επιβολή ενός ασφυκτικού κορσέ στην πραγματικότητα ενάντια στις εργατικές διεκδικήσεις που γιγαντώνονται -και- λόγω του νέου πληθωριστικού κύματος που γεννά η επέκταση του ιμπεριαλιστικού πολέμου στη Μέση Ανατολή, αλλά και για την τιθάσευση των απαιτήσεων για αναγνώριση τριετιών».
Σύμφωνα με την Εργατική Συμμαχία στα Δυτικά, «η πρεμούρα της κυβέρνησης -με την άμεση συνενοχή της ΓΣΕΕ- για νέες κλαδικές συμβάσεις στόχο έχει στην πραγματικότητα να “εγκλωβίσει” τις εργατικές διεκδικήσεις μέσα σε αυτές (για 2 ή και 3 χρόνια!) που έχουν γεννήσει τα απανωτά πληθωριστικά κύματα των Ιμπεριαλιστικών πολέμων (στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή) στους οποίους συμμετέχει η Κυβέρνηση Μητσοτάκη και η κρίση του συστήματός τους, αλλά και οι απαιτήσεις για αναγνώριση των τριετιών ειδικά από το 2027 και έπειτα».
ILO: «Στήριξη μισθών και απασχόλησης όπου είναι εφικτό», όχι δημοσιονομικά μέτρα
Η σύσταση του στελέχους του ILO, δεν έπεσε από τον… ουρανό. Είχε προηγηθεί άρθρο τού επικεφαλής οικονομολόγου του ILO, Sangheon Lee, ο οποίος ήδη από τον Απρίλιο του 2026 προειδοποιούσε πως:
● «Η τρέχουσα κρίση, που έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από πολυκρίσεις, μπορεί να εξελιχθεί διαφορετικά. Οι επιπτώσεις της μπορεί να εμφανιστούν πιο σταδιακά, μέσω επαναλαμβανόμενων τιμολογιακών διαταραχών, αβεβαιότητας, ασθενέστερων επενδύσεων, διαταραγμένων μεταναστευτικών συστημάτων και συνεχούς πίεσης στα εισοδήματα των νοικοκυριών».
● «Σε επίπεδο χώρας, πολλές κυβερνήσεις εισέρχονται σε αυτήν την κρίση με βαρύ χρέος και πολύ περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο. Η κρίση έρχεται επίσης σε μια εποχή που η επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια βρίσκεται υπό πίεση και το παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον έχει γίνει πιο αβέβαιο και κατακερματισμένο. Αυτό δυσκολεύει τις κυβερνήσεις να παρέχουν την κοινωνική προστασία και την οικονομική υποστήριξη που χρειάζονται τα νοικοκυριά και αυξάνει τον κίνδυνο η κρίση να προκαλέσει ευρύτερες και πιο διαρκείς ζημιές».

● «Οι πολιτικές απαντήσεις θα έχουν επομένως μεγάλη σημασία, αλλά ο χώρος πολιτικής είναι περιορισμένος. Οι κυβερνήσεις μπορεί να προσπαθήσουν να μετριάσουν το υψηλότερο κόστος καυσίμων μέσω προσωρινών δημοσιονομικών μέτρων, ενώ οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις να αυξήσουν τα επιτόκια. Αυτό είναι βέβαιο ότι θα επιδεινώσει περαιτέρω τα ήδη πολύ υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, ενώ η υπερβολική νομισματική σύσφιξη θα μπορούσε να μετατρέψει μια κρίση που ξεκινά με τιμολογιακές διαταραχές και διαταραχές προσφοράς σε ύφεση, με διαρκείς ζημιές στις θέσεις εργασίας και τα μέσα διαβίωσης».
● «Ενώ ο χώρος πολιτικής είναι περιορισμένος σε πολλές χώρες, εξακολουθούν να υπάρχουν μέτρα που μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της πίεσης στους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις. Αυτά περιλαμβάνουν προσωρινή στήριξη εισοδήματος για τα πληγέντα νοικοκυριά, στήριξη μισθών και απασχόλησης όπου είναι εφικτό, προστασία των βασικών παροχών κοινωνικής προστασίας».
Η δήλωση του κ. Papadakis
Αξίζει, παρακάτω, να διαβάσουμε ολόκληρο το σχόλιο του στελέχου του ΙLO, κ. Papadakis, για να καταλάβουμε την πραγματική σημασία της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας όπως τη βλέπει το… ΔΝΤ:
«Η κρίση στη Μέση Ανατολή υπογραμμίζει τη σημασία του έγκαιρου κοινωνικού διαλόγου για την προστασία των θέσεων εργασίας, των εισοδημάτων και των συνθηκών εργασίας και την υποστήριξη πιο ανθεκτικών και χωρίς αποκλεισμούς αντιδράσεων στις αγορές εργασίας και τις οικονομίες.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή, και οι διαταραχές που συνεχίζει να προκαλεί στις οδούς μεταφορών και την οικονομική δραστηριότητα, έχουν προκαλέσει κραδασμούς στον κόσμο της εργασίας και στην ευρύτερη παγκόσμια οικονομία.
Η ανάλυση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ΔΟΕ) δείχνει ότι οι επιπτώσεις εξαπλώνονται ήδη πέρα από την περιοχή, και οι τιμές της ενέργειας, οι διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού, η ασθενέστερη εμπιστοσύνη των επενδυτών και η πίεση στις μεταναστευτικές ροές και τα εμβάσματα ασκούν πιέσεις στις θέσεις εργασίας, τα εισοδήματα και τις συνθήκες εργασίας.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί εν μέσω αυξημένης αβεβαιότητας, υψηλότερων τιμών βασικών προϊόντων, ισχυρότερων πληθωριστικών πιέσεων και οικονομικής πίεσης. Πολλές κυβερνήσεις έχουν ήδη αρχίσει να ανταποκρίνονται μέσω μιας σειράς δημοσιονομικών, ενεργειακών και κοινωνικών μέτρων προστασίας που στοχεύουν στην υποστήριξη της επιχειρηματικής συνέχειας, στην προστασία των νοικοκυριών και στον μετριασμό των άμεσων οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης, αν και το εύρος αυτών των αντιδράσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Ωστόσο, μια τέτοια κατάσταση δεν εμποδίζει τις χώρες να λάβουν πρόσθετα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων αντιμετωπίζονται επαρκώς στις αντιδράσεις στην κρίση.
Στην πραγματικότητα, η εμπειρία από προηγούμενες κρίσεις -όπως το οικονομικό σοκ στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και η πανδημία COVID-19 στις αρχές του 2020- παρέχει βάσιμους λόγους για να ενεργήσουμε προληπτικά και χωρίς αποκλεισμούς, σχεδιάζοντας μέτρα με μεγαλύτερη έμφαση στις θέσεις εργασίας και το εισόδημα.
Αυτές οι κρίσεις έδειξαν πόσο γρήγορα οι εξωτερικές διαταραχές μπορούν να μεταφραστούν σε απώλειες θέσεων εργασίας, κλείσιμο επιχειρήσεων και αυξανόμενη ανισότητα.
Απέδειξαν επίσης ότι οι χώρες που έφεραν κοντά κυβερνήσεις, εργοδότες και εργαζόμενους νωρίς μέσω του κοινωνικού διαλόγου ήταν γενικά καλύτερα εξοπλισμένες για να διαχειριστούν την κρίση και να αποτρέψουν διαρκή πισωγυρίσματα για αξιοπρεπή εργασία.
Ο κοινωνικός διάλογος -είτε μέσω διαπραγματεύσεων, διαβούλευσης είτε μέσω ανταλλαγής πληροφοριών- φέρνει κοντά κυβερνήσεις, εργοδότες και εργαζόμενους για να προσδιορίσουν κοινές προτεραιότητες, να λύσουν πρακτικά προβλήματα και να αναπτύξουν αντιδράσεις που είναι τόσο εφαρμόσιμες όσο και ευρέως υποστηριζόμενες.
Ο χρόνος έχει σημασία. Οι οικονομικοί κραδασμοί συχνά χρειάζονται χρόνο για να επεκταθούν στις αγορές εργασίας και την επιχειρηματική δραστηριότητα, δημιουργώντας ένα στενό αλλά σημαντικό παράθυρο για δράση (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).
Ακόμη και καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να εξελίσσονται, η έγκαιρη ενεργοποίηση του κοινωνικού διαλόγου είναι απαραίτητη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή απαντήσεων που αντιμετωπίζουν τόσο τις άμεσες όσο και τις αναδυόμενες επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά εργασίας, καθώς οι επιπτώσεις της συνεχίζουν να εξαπλώνονται σε όλους τους τομείς, τις βιομηχανίες και τις χώρες.
Όταν ο κοινωνικός διάλογος ενεργοποιείται νωρίς, μπορούν να εισαχθούν μέτρα για την προστασία των μισθών, των θέσεων εργασίας, των εισοδημάτων, των μικρών επιχειρήσεων και των ευάλωτων εργαζομένων πριν οι απώλειες εδραιωθούν, συμβάλλοντας στην αποτροπή της μετατροπής των προσωρινών σοκ σε μόνιμες ζημιές.
Όταν η ενεργοποίηση καθυστερεί μέχρι να έχουν ήδη επιδεινωθεί οι συνθήκες της αγοράς εργασίας, αυξάνεται ο κίνδυνος βαθύτερης και πιο επίμονης ζημιάς – συμπεριλαμβανομένης της αυξανόμενης ανισότητας και της κοινωνικής αναταραχής.
Είναι σημαντικό ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε να επιλυθούν οι πολιτικές διαστάσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή πριν από την ενεργοποίηση του κοινωνικού διαλόγου. Οι συνέπειες στην αγορά εργασίας και οι κοινωνικές συνέπειες αναδύονται ήδη και οι θεσμοί μπορούν να αρχίσουν να τις αντιμετωπίζουν τώρα.
Διαφορετικές χώρες και τομείς θα απαιτούσαν φυσικά διαφορετικούς τύπους παρεμβάσεων. Διαφορετικές κουλτούρες εργασιακών σχέσεων μπορεί επίσης να προκρίνουν διαφορετικές μορφές διαλόγου – διαπραγμάτευση, διαβούλευση ή ανταλλαγή πληροφοριών, διμερή ή τριμερή.
Ωστόσο, η βασική ατζέντα του κοινωνικού διαλόγου σε περιόδους κρίσης είναι τις περισσότερες φορές παρόμοια σε διαφορετικά πλαίσια.
Συνήθως περιλαμβάνει την προστασία των μισθών και των εισοδημάτων, τη διαχείριση των προσαρμογών του χρόνου εργασίας, την ενίσχυση της ασφάλειας και υγείας στην εργασία, την επέκταση της κοινωνικής προστασίας, την υποστήριξη των άτυπων και μεταναστών εργαζομένων, των προσφύγων και των εκτοπισμένων πληθυσμών, και τη διασφάλιση ότι τα σχέδια ανάκαμψης δημιουργούν ευκαιρίες αξιοπρεπούς εργασίας.
Οι θεσμοί που απαιτούνται για να συμβεί αυτό υπάρχουν ήδη σε πολλές χώρες. Όπου είναι λιγότερο ανεπτυγμένοι ή αδύναμοι, η ΔΟΕ είναι έτοιμη να παράσχει τεχνική υποστήριξη, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της Σύστασης της ΔΟΕ για την Απασχόληση και την Αξιοπρεπή Εργασία για την Ειρήνη και την Ανθεκτικότητα, 2017 (Αρ. 205). Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση για να διασφαλιστεί η έγκαιρη και αποτελεσματική χρήση τους.
Η αντίδραση στην πανδημία COVID-19 καταδεικνύει καλά αυτό το σημείο. Σε ένα ευρύ φάσμα χωρών, ο κοινωνικός διάλογος, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αποδείχθηκε ένα πρακτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για τη διαχείριση των διαταραχών, ακόμη και σε περιοχές όπου οι επίσημοι θεσμοί κοινωνικού διαλόγου ήταν ιστορικά λιγότερο ανεπτυγμένες.
Σε επίπεδο επιχείρησης, βοήθησε τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν διατηρώντας παράλληλα θέσεις εργασίας και εισοδήματα μέσω μέτρων όπως οι διαπραγματευμένες μειώσεις του χρόνου εργασίας, οι προσωρινές προσαρμογές μισθών που συνδέονται με εγγυήσεις απασχόλησης και η ανακατανομή δεξιοτήτων.
Σε εθνικό επίπεδο, η συμμετοχή των οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων συνέβαλε σε πιο συνεκτικές αντιδράσεις ανάκαμψης, στην ευρύτερη αποδοχή δύσκολων μέτρων και στην πιο σταθερή εφαρμογή.
Αυτό δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Οι μεγάλες κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως «συνδετική» δύναμη, φέρνοντας κοντά κυβερνήσεις και κοινωνικούς εταίρους γύρω από ένα κοινό σύνολο κινδύνων και έναν κοινό στόχο: τον περιορισμό των επιπτώσεών τους.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορεί εύλογα να αισθάνονται την ανάγκη να ενεργήσουν μονομερώς ή να καθυστερήσουν τον κοινωνικό διάλογο στο όνομα της επείγουσας ανάγκης. Ωστόσο, η διαχείριση κρίσεων σπάνια είναι μια καθαρά τεχνική άσκηση.
Περιλαμβάνει δύσκολες επιλογές που γίνονται σε πολύπλοκα και ταχέως εξελισσόμενα πλαίσια, όπου διαδραματίζονται πολλαπλοί παράγοντες. Ο τρόπος με τον οποίο γίνονται αυτές οι επιλογές διαμορφώνει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι κίνδυνοι και το κόστος, τον τρόπο επέκτασης της προστασίας, τον τρόπο με τον οποίο εξισορροπούνται οι ανταγωνιστικές πολιτικές προτεραιότητες και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η ανάκαμψη.
Η επιλογή της χάραξης πολιτικής χωρίς αποκλεισμούς αυξάνει την πιθανότητα ευθυγράμμισης των συμφερόντων, της εξισορρόπησης των αντιδράσεων και της προσαρμογής των λύσεων στις ταχέως εξελισσόμενες συνθήκες. Αντιθέτως, οι μονομερώς σχεδιασμένες αντιδράσεις σε κρίσεις μπορεί να αποδειχθούν πιο δύσκολες στην εφαρμογή τους και πιο κοινωνικά δαπανηρές, αποδυναμώνοντας τις εργασιακές σχέσεις και την κοινωνική συνοχή.
Η έγκαιρη ενεργοποίηση του κοινωνικού διαλόγου ως μέρος της αντιμετώπισης της κρίσης όχι μόνο θα βοηθήσει τις αγορές εργασίας να αντέξουν αυτό το σοκ και να ανακάμψουν με πιο βιώσιμο τρόπο, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς και τη δημοκρατική συμμετοχή σε μια εποχή που και τα δύο βρίσκονται υπό πίεση».
Δ.Κ.
