του Γιάννη Αγγέλη
Στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση της αριστεράς όλων των… αποχρώσεων, η συμβατική πολιτική ανάλυση συνήθως «μετράει» τα σκάνδαλα σε μονάδες δυνητικού εκλογικού αποτελέσματος και κόστους. Και προσπαθούν με διαδικασίες «συγκολλήσεων» (κοινοβουλευτικοί και εξωκοινοβουλευτικοί), να συνδέσουν τις προσδοκίες τους στα αλλεπάλληλα δημοσκοπικά γκάλοπ.
Το πραγματικό όμως ερώτημα στην υπόθεση των κυβερνητικών σκανδάλων (predator και ΟΠΕΚΕΠΕ) και κρατικών εγκλημάτων (δολοφονία των 57 στα Τέμπη) που συσσωρεύονται στην κοινωνία είναι σε ποιο βαθμό αυτό, αποδομεί, όχι απλώς μια κυβέρνηση, αυτή του Μητσοτάκη, αλλά τον ιδεολογικό και πολιτικό μηχανισμό που έχει επιτρέψει στη συγκεκριμένη κυβέρνηση, να επιβιώνει μέχρι σήμερα, στο σαθρό πολιτικο-οικονομικό σύστημα μετά από τρία μνημόνια. Η συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία και το ερώτημα αυτό αναδεικνύουν σαν εργαλείο ανάλυσης, την διάκριση που είχε κάνει ο Γκράμσι ανάμεσα στην γενικής μορφής “κρίση εξουσίας” (crisi di autorita) και στην “οργανική κρίση” (crisi organica). H διάκριση του Γκράμσι λειτουργεί ισως ως βοηθητική οπτική για την καλύτερη κατανόηση των όρων που θέτει ο Λένιν για την επαναστατική κατάσταση – κατα συνέπεια των στόχων της επαναστατικής πρωτοπορίας. Η crisi di autorita αφορά στην “ανικανότητα των κυρίαρχων να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο” ενώ η εν ενεργεία crisi organica συνιστά την δομική ρήξη μέσα στην οποία η πρωτοπορία έχει την ιστορική της “ευκαιρία” και καλείται να δράσει. ( * ).
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, στην επιφάνειά του, και με τα επιχειρήματα των «εξηγήσεων» από τα κυβερνητικά στελέχη, επιχειρείται να εμφανισθεί τελικά ως απλή «κακοδιοίκηση», άντε και δικαιολογημένη μικρή πελατειακή διαφθορά… Στην εσωτερική λογική και δομή του όμως το σκάνδαλο αυτό με όλες τις πτυχές του που ξεδιπλώνονται, καθώς περνούν οι ημέρες, αποκαλύπτει με τον πλέον σαφή τρόπο την λειτουργία των πελατειακών δικτύων, μέσα από τα οποία η άρχουσα τάξη αναπαράγει τον εαυτό της και συγκρατεί μερίδες των μικροαστικών στρωμάτων και του αγροτικού πληθυσμού υπό τον εκλογικό της έλεγχο. Τα σχετικά παραδείγματα που έχει αναδείξει το σκάνδαλο αυτό είναι τέτοια που καταγράφουν την διαφθορά αυτή σαν κανόνα και όχι εξαίρεση. Και το ερώτημα είναι γιατί ένα τέτοιο σκάνδαλο δεν οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι η παραδοχή ότι ένα τμήμα της κοινωνίας και όχι μόνο οι ευνοημένοι από αυτό το σκάνδαλο, δεν εξεπλάγη. Γιατί; Γιατί το αναγνώρισε σαν κάτι ήδη «οικείο». Και δεν αντέδρασε τόσο έντονα πολιτικά. Η «ηγεμονία» της άρχουσας τάξης αντέχει όταν οι εκμεταλλευόμενοι αντιλαμβάνονται αυτήν την διαφθορά σαν οικεία κατάσταση.
Το κρατικό έγκλημα στα Τέμπη είναι πολύ βαθύτερο και με άλλη ταξική δυναμική. Πενήντα επτά νεκροί από εγκληματική αμέλεια υποδομής(!) στους σιδηροδρόμους, κατά την κυβέρνηση, που είχε υποστεί χρόνια υποχρηματοδότηση, απορρύθμιση και εξάρτηση από ιδιωτικούς παρόχους. Σκάνδαλο και έγκλημα. Αυτό δεν είναι «ατύχημα» όπως επιχειρούν να το παρουσιάσουν, είναι το δυναμικό αποτύπωμα της λογικής της καπιταλιστικής διαχείρισης του δημόσιου αγαθού, που η ζωή της εργατικής τάξης μετριέται ως «κόστος», και το κόστος «ελαχιστοποιείται» μαζί με την αξία τής ζωής. Η ιδεολογική λογική της «διαχρονικής παθολογίας», η «εξήγηση» δηλαδή που λέει «αυτά γίνονταν πάντα», είναι ο μηχανισμός απόκρυψης των άμεσων συνεπειών των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής στη σημερινή συγκυρία, πίσω από φαινομενικά αντικειμενικές παραδοχές κρατικών δομών που κατά κανόνα ή και τυχαία… πάσχουν. Εδώ όμως το πολιτικό «ίζημα», που άφησε αυτό το έγκλημα δεν ήταν απλώς εκλογική «δυσαρέσκεια». Είναι εκατομμύρια στους δρόμους. Είναι μία ανοικτή ρήξη από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και όχι μόνο από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, με το ιδεολογικό «αξίωμα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι η τεχνοκρατική διαχείριση του κράτους από την αστική τάξη, (ακόμα και με σκανδαλώδη κακή διαχείριση), είναι έτσι κι αλλιώς, πιο ορθολογική και άρα «νομιμότερη» από οποιαδήποτε εναλλακτική. Η «ρωγμή» αυτή δεν οδήγησε –ακόμα- σε ανοικτή ταξική «συνείδηση», αλλά έχει ανοίξει και δεν κλείνει με τίποτα…
Και τώρα το σκάνδαλο με το Predator. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό γιατί, για πρώτη φορά, το σκάνδαλο αυτό αποκαλύπτει την γυμνή καταναγκαστική λειτουργία του κράτους που δεν μπορεί να συγκαλυφθεί από ιδεολογήματα του κάθε Δημητριάδη και Μαρινάκη. Εδώ καταγράφεται με τον πλέον σαφή τρόπο αυτό που μας έχει «πει» εδώ και καιρό το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το κράτος δεν είναι ουδέτερος διαιτητής, είναι η «εκτελεστική επιτροπή» που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της αστικής τάξης. Η αγορά του Predator από την Κυβέρνηση (ΕΥΠ) και η παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, με ονομαστό διδάξαντα τον Νίξον, είναι η άμεση και ωμή έκφρασή της. Εδώ όμως υπάρχει και μία άλλη διάσταση, η οποία αποκαλύπτει και μία ενδιαφέρουσα και σημαντική πτυχή της φύσης της εγχώριας άρχουσας τάξης. Η εμπλοκή του Ντίλιαν (παλιό στέλεχος της Μοσάντ) και του ισραηλινού κράτους δεν είναι απλώς ενας «εξωτερικός παράγοντας» της ιστορίας. Εδώ εμφανίζεται η διασύνδεση και εξάρτηση της ελληνικής αστικής τάξης ως περιφερειακής, που δεν ελέγχει πλήρως ούτε τον δικό της κατασταλτικό μηχανισμό παρακολούθησης. Η ελληνική αστική τάξη αποδεικνύεται με το σκάνδαλο αυτό, πέρα από διεφθαρμένη και «λειτουργικά» ανίκανη να ασκήσει αυτόνομα την ταξική κυριαρχία της, όντας εξαρτημένη από κέντρα ισχύος που ούτε εκλέγει ούτε ελέγχει, δηλαδή την Μοσάντ και το σιωνιστικό κράτος.
Το κρίσιμο ερώτημα κατά συνέπεια δεν είναι απλώς, αν «θα πέσει ο Μητσοτάκης» από τα σκάνδαλα και τι πολιτικές ανακατατάξεις έρχονται. Το πραγματικό ερώτημα είναι, αν και σε ποιο βαθμό αυτή η ακολουθία σκανδάλων αρχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός που «γδύνει» τη νομιμοποιητική αφήγηση του αστικού κράτους και κάνει σε επίπεδο κοινωνίας «ορατές» τις ταξικές σχέσεις που αυτή συγκαλύπτει.
Εδώ η (ποσοτική) συσσώρευση έχει την σημασία της για το πώς και πότε των ποιοτικών ανατροπών, καθώς κάθε επίπεδο αποκαλύψεων διαβρώνει τις αντοχές της ταξικής «ηγεμονίας» μέσα στην κοινωνία. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποκάλυψε την πελατειακή δομή διαφθοράς και εκλογικής επιρροής. Τα Τέμπη αποκάλυψαν την ταξική δολοφονική απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Το Predator απογυμνώνει την κατασταλτική υποδομή.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ταξική συνείδηση δεν παράγεται αυτόματα από τα… σκάνδαλα, την καταστολή και την εκμετάλλευση.
Αλλά οι «τεκτονικές πλάκες» έχουν αρχίσει να κινούνται, όπως απέδειξαν τα εκατομμύρια του λαού στους δρόμους για τα Τέμπη. Αυτό που αλλάζει είναι η ποιότητα του «εδάφους», πάνω στο οποίο μπορεί και πρέπει να γονιμοποιηθεί και να οικοδομηθεί η επαναστατική πρωτοπορία της επαναστατικής ανατροπής. Και αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά από τη μετα-μνημονιακή «κανονικοποίηση», καθώς μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και μερίδων των μικροαστικών στρωμάτων που στήριξαν τον Μητσοτάκη ως «διαχειριστή σταθερότητας», βλέπουν το κράτος ως εργαλείο διαφθοράς, καταστολής και εγκληματικής δράσης. Όχι ως ουδέτερο θεσμό δικαίου.
Αυτή δεν είναι ακόμη ταξική συνείδηση. Ασφαλώς, αλλά είναι η αναγκαία -αν και όχι ικανή- συνθήκη για την οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος.
Αν αυτό συμβαίνει, ίσως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό, την στιγμή της οργανικής κρίσης ηγεμονίας, για την οποία προειδοποιούσε ο Γκράμσι. Μια «στιγμή» που είναι εξαιρετικά ασταθής, επαναστατικά αισιόδοξη, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνη, αν η εργατική τάξη δεν αναδείξει τον εαυτό και τον ρόλο της μέσα από την οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος.
( * ) Στο Quaderno 3 (§34) ο Γκράμσι ορίζει την “γενική κρίση εξουσίας” ως τη στιγμή κατά την οποία «η κυρίαρχη τάξη έχει χάσει τη συναίνεση, δηλαδή δεν είναι πλέον “ηγέτιδα”, αλλά μόνο “κυρίαρχη”, κάτοχος αποκλειστικά της γυμνής καταναγκαστικής δύναμης».
Στο Quaderno 8 (§216) εισάγει τον όρο “crisi organica” για να περιγράψει ακριβώς εκείνη την κατάσταση στην οποία η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα. Όταν δηλαδή δεν πρόκειται πλέον για κρίση συγκυρίας, αλλά για κρίση που θίγει τους δομικούς παράγοντες του κοινωνικού σχηματισμού και «είναι αδύνατο να ελεγχθεί ακριβώς λόγω του εύρους και του βάθους της».
Στο Quaderno 13 (§23) τέλος «αποτυπώνει» τα πολιτικά συμπτώματα αυτής της κατάστασης. Ότι δηλαδή οι διάφορες κοινωνικές ομάδες αποκόπτονται από τα παραδοσιακά τους κόμματα, η «κρίση ηγεμονίας» γίνεται ορατή και «το πεδίο ανοίγεται στις λύσεις βίας και στη δράση δυνάμεων που εκπροσωπούνται από χαρισματικούς ηγέτες».

