Λέον Τρότσκι
[ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ]
Εισαγωγικό σημείωμα

Το παρακάτω κείμενο του Λέον Τρότσκι δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Jugend-Internationale («Νεολαιίστικη Διεθνής»)1Jugend-Internationale («Νεολαιίστικη Διεθνής»): περιοδικό των επαναστατών διεθνιστών σοσιαλιστών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. το 1915, στην καρδιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο περιοδικό, στα χρόνια του Α’ ιμπεριαλιστκού πολέμου αρθρογραφούσαν κατά διαστήματα κορυφαίοι μαρξιστές-διεθνιστές, ο Βλαντιμίρ Λένιν, Λέον Τρότσκι, Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, Καρλ Ράντεκ, Αλεξάνδρα Κολοντάι, ο Καρλ Λίμπκνεχτ, Ότο Ρύλε κ.ά.
Το άρθρο του Τρότσκι αναδημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό τον Μάιο του 1918, μερικούς μήνες μετά τη νικηφόρα Οκτωβριανή επανάσταση – την κυριότερη αιτία για τον τερματισμό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.2Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914–1918) υπήρξε η πρώτη παγκόσμια στρατιωτική σύγκρουση βιομηχανικής κλίμακας και κόστισε τη ζωή σε περίπου 20 εκατομμύρια ανθρώπους. Γραμμένο μέσα στη δίνη της μεγαλύτερης μέχρι τότε ιμπεριαλιστικής σφαγής, αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές διατυπώσεις της επαναστατικής μαρξιστικής απάντησης στην κατάρρευση της Β΄ Διεθνούς3Η Β΄ Διεθνής ιδρύθηκε το 1889 και κατέρρευσε πολιτικά το 1914 όταν τα περισσότερα κόμματα-μέλη της ψήφισαν πολεμικές πιστώσεις και στήριξαν τις κυβερνήσεις τους. και στην προσχώρηση της πλειονότητας των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στο στρατόπεδο του σοσιαλπατριωτισμού.4«Σοσιαλπατριωτισμός» ήταν ο όρος που χρησιμοποιούσαν οι επαναστάτες μαρξιστές για τους σοσιαλιστές που υποστήριζαν τον πόλεμο στο όνομα της εθνικής άμυνας.

Για τον Τρότσκι, ο πόλεμος δεν αποτελούσε διάψευση του μαρξισμού αλλά την πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση των αναλύσεών του για τον ιμπεριαλισμό, τις αντιφάσεις τού καπιταλισμού και τα ιστορικά όρια του ρεφορμισμού.5Ο ρεφορμισμός υποστήριζε ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να επιτευχθεί μέσω βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων χωρίς επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Το κείμενο προαναγγέλλει επίσης την ανάγκη μιας νέας επαναστατικής Διεθνούς, η οποία θα υλοποιηθεί με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919.6Η Κομμουνιστική Διεθνής (Γ΄ Διεθνής) ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1919 μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Εμείς, οι επαναστάτες μαρξιστές, δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφιβάλλουμε. Η εποχή στην οποία μπήκαμε θα είναι η δική μας εποχή. Ο μαρξισμός δεν ηττήθηκε. Αντίθετα: ο βρυχηθμός των κανονιών απ’ άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης διακηρύσσει τη θεωρητική νίκη του μαρξισμού.
Τι απέμεινε, λοιπόν, από τις ελπίδες για μια «ειρηνική» εξέλιξη, για άμβλυνση των καπιταλιστικών αντιθέσεων, για μια προγραμματισμένη, βαθμιαία μετάβαση στον σοσιαλισμό;
Οι συνεπείς ρεφορμιστές, που ήλπιζαν να λύσουν το κοινωνικό ζήτημα με συλλογικές συμβάσεις, καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και κοινοβουλευτική συνεργασία της σοσιαλδημοκρατίας με τα αστικά κόμματα, μεταθέτουν τώρα όλες τους τις ελπίδες στη νίκη των «εθνικών» όπλων. Περιμένουν πως οι τάξεις των κατεχόντων, αναγνωρίζοντας τον πατριωτισμό που επέδειξε το προλεταριάτο, θα δείξουν μεγαλύτερη προθυμία να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του.
Μια τέτοια ελπίδα θα ήταν απλώς ηλιθιώδης, αν πίσω της δεν κρυβόταν μια άλλη, πολύ λιγότερο ιδεαλιστική: ότι οι νίκες των όπλων θα εξασφαλίσουν στην αστική τάξη μια πολύ πλατύτερη ιμπεριαλιστική βάση πλουτισμού, εις βάρος της αστικής τάξης άλλων χωρών, και θα της επιτρέψουν να μοιραστεί ένα μέρος από τη λεία της με το δικό της εθνικό προλεταριάτο, εις βάρος του προλεταριάτου των άλλων λαών. Ο σοσιαλιστικός ρεφορμισμός μετατράπηκε, στην πράξη, σε σοσιαλιστικό ιμπεριαλισμό.

Μπροστά στα μάτια μας συντελέστηκε η συντριπτική εκκαθάριση των ελπίδων για μια ειρηνική άνοδο της προλεταριακής ευημερίας. Οι ρεφορμιστές αναγκάστηκαν, αντίθετα προς το ίδιο τους το δόγμα, να αναζητήσουν διέξοδο από το πολιτικό αδιέξοδο στη βία — όχι όμως στη βία των λαών ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις, αλλά στη βία του ενός λαού ενάντια στον άλλον.
Μετά το 18487Οι επαναστάσεις του 1848 συγκλόνισαν την Ευρώπη. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν ότι η γερμανική αστική τάξη πρόδωσε τα δημοκρατικά της καθήκοντα, συμβιβαζόμενη με τις παλιές φεουδαρχικές δυνάμεις., η γερμανική αστική τάξη παραιτήθηκε από την προσπάθεια να λύσει τα ιστορικά της καθήκοντα με τη μέθοδο της επανάστασης. Άφησε στους φεουδάρχες να λύσουν τα αστικά ζητήματα με τη μέθοδο του πολέμου. Η κοινωνική εξέλιξη έθεσε μπροστά στο προλεταριάτο το ζήτημα της επανάστασης. Αποφεύγοντας την επανάσταση, οι ρεφορμιστές υποχρεώθηκαν να αναπαραγάγουν την ιστορική κατάπτωση της φιλελεύθερης αστικής τάξης: άφησαν στις κυρίαρχες τάξεις τους -δηλαδή στους ίδιους εκείνους φεουδάρχες- να λύσουν το προλεταριακό ζήτημα με τη μέθοδο του πολέμου.
Εδώ όμως τελειώνει η αναλογία.
Η δημιουργία εθνικών κρατών —και ιδιαίτερα η ενοποίηση της Γερμανίας το 1871 υπό τον Μπίσμαρκ8Ο Όττο φον Μπίσμαρκ ενοποίησε τη Γερμανία μέσω μιας σειράς πολέμων (1864–1871), χωρίς δημοκρατική ή λαϊκή επανάσταση.— έλυσε πραγματικά το αστικό ζήτημα για μια μεγάλη ιστορική περίοδο· και η μακρά αλυσίδα των αποικιακών πολέμων μετά το 1871 συμπλήρωσε αυτή τη λύση, διευρύνοντας την αρένα ανάπτυξης των καπιταλιστικών δυνάμεων.
Η εποχή των αποικιακών πολέμων, που διεξάγονταν από τα εθνικά κράτη, οδήγησε στον σημερινό πόλεμο των εθνικών κρατών για τις αποικίες. Αφού όλα τα καθυστερημένα τμήματα της γης είχαν ήδη μοιραστεί ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη9Η λεγόμενη «διανομή του κόσμου» ολοκληρώθηκε ουσιαστικά στα τέλη του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα μετά τη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, όταν οι μεγάλες δυνάμεις μοίρασαν μεταξύ τους το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής., δεν απέμενε τίποτε άλλο παρά να αρπάξει ο ένας τις αποικίες του άλλου.
«Ας μη μιλούν διαρκώς», γράφει ο Γκέοργκ Ίρμερ10Ο Γκέοργκ Ίρμερ ήταν Γερμανός δημοσιογράφος και υπερασπιστής της γερμανικής αποικιακής πολιτικής., «σαν να είναι αυτονόητο ότι η Γερμανική Αυτοκρατορία έφτασε πολύ αργά στον ανταγωνισμό για την παγκόσμια οικονομία και την παγκόσμια αγορά, ότι ο κόσμος έχει ήδη μοιραστεί. Μήπως ο κόσμος δεν ξαναμοιράστηκε, σε όλες τις εποχές της ιστορίας, ξανά και ξανά;»
Όμως ο νέος διαμοιρισμός των αποικιών ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες δεν διευρύνει τη βάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το κέρδος της μιας πλευράς σημαίνει αντίστοιχη απώλεια της άλλης. Μια προσωρινή άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων στη Γερμανία θα μπορούσε, επομένως, να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ακραία όξυνση της ταξικής πάλης στη Γαλλία και στην Αγγλία — ή αντίστροφα.
Σε αυτό προστίθεται και ένας ακόμη παράγοντας αποφασιστικής σημασίας: η καπιταλιστική αφύπνιση των ίδιων των αποικιών, στην οποία ο σημερινός πόλεμος δεν μπορεί παρά να δώσει ισχυρότατη ώθηση.
Όποια κι αν είναι η έκβαση αυτού του πολέμου, η ιμπεριαλιστική βάση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού δεν θα διευρυνθεί· θα στενέψει.
Ο πόλεμος, λοιπόν, δεν λύνει το εργατικό ζήτημα πάνω σε ιμπεριαλιστική βάση. Αντίθετα, το οξύνει, θέτοντας τον καπιταλιστικό κόσμο μπροστά σε δύο δυνατότητες:
Διαρκής πόλεμος ή επανάσταση
Αν ο πόλεμος ξεπέρασε το μπόι της Δεύτερης Διεθνούς, τότε και οι άμεσες συνέπειές του θα ξεπεράσουν το μπόι της αστικής τάξης ολόκληρου του κόσμου.
Εμείς, οι επαναστάτες σοσιαλιστές, δεν θελήσαμε αυτόν τον πόλεμο. Μα ούτε και τον φοβόμαστε.
Δεν βυθιζόμαστε στην απελπισία επειδή ο πόλεμος συνέτριψε τη Διεθνή — μια Διεθνή που η ίδια η Ιστορία είχε ήδη αποσύρει από τη σκηνή.
Η επαναστατική εποχή θα αντλήσει από τις ανεξάντλητες πηγές του προλεταριακού σοσιαλισμού νέες οργανωτικές μορφές, αντάξιες του μεγέθους των νέων καθηκόντων.
Σε αυτό το έργο πρέπει να καταπιαστούμε αμέσως — κάτω από τον παραληρηματικό βρυχηθμό των όλμων, κάτω από την κατάρρευση των καθεδρικών ναών, κάτω από το πατριωτικό ουρλιαχτό των καπιταλιστικών τσακαλιών.
Μέσα σε αυτή την «κολασμένη μουσική του θανάτου»11Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογοτεχνικής γραφής του Τρότσκι, ο οποίος συνδύαζε την ιστορική ανάλυση με έντονη ποιητική εικονοποιία., διαφυλάσσουμε τη διαύγεια της σκέψης μας, το αθόλωτο βλέμμα μας, και νιώθουμε πως είμαστε η μοναδική δημιουργική δύναμη του μέλλοντος.
Είμαστε ήδη πολλοί — περισσότεροι απ’ όσο φαίνεται.
Αύριο θα είμαστε πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι σήμερα.
Και μεθαύριο, κάτω από τη σημαία μας, θα υψωθούν εκατομμύρια άνθρωποι που ακόμη και τώρα, εξήντα επτά χρόνια μετά την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου12Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο δημοσιεύθηκε το 1848 από τους Καρλ Μαρξ και Φρειδερίκο Ένγκελς. Η τελευταία του φράση καλεί τους εργάτες όλου του κόσμου να ενωθούν, καθώς «δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους»., δεν έχουν να χάσουν τίποτε άλλο παρά τις αλυσίδες τους.
Λέον Τρότσκι
1915
(Δημοσιεύτηκε στο Jugend-Internationale, Μάιος 1918)
Μετάφραση – εισαγωγή, υποσημειώσεις Άρης Μαραβάς
Υποσημειώσεις
