Εννέα νεκροί πίσω από τα ψηλά τείχη των φυλακών

Όταν η ανθρώπινη ζωή συνθλίβεται στη μηχανή της κρατικής εγκατάλειψης

της Βίκυς Κανατά

Εννέα νεκροί μέσα σε δύο μήνες!

Η φράση από μόνη της αρκεί για να προκαλέσει σοκ. Όχι μόνο για το μέγεθος της τραγωδίας, αλλά και για όσα αποκαλύπτει για την πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τα ψηλά τείχη των φυλακών. Εκεί όπου η κοινωνία σπάνια κοιτάζει. Εκεί όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε αριθμούς φακέλων, σε στατιστικά δεδομένα, σε υποσημειώσεις υπηρεσιακών αναφορών.

Εννέα νεκροί, μόνο στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου στην Πάτρα!

Και όμως, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να συνεχίζεται σαν να μην συνέβη τίποτα. Η επικαιρότητα τρέχει, οι πολιτικοί ανταλλάσσουν δηλώσεις, τα τηλεοπτικά παράθυρα γεμίζουν με νέες αντιπαραθέσεις και οι ζωές που χάθηκαν πίσω από τα κάγκελα κινδυνεύουν να βυθιστούν στη λήθη.

Δεν πρέπει.

Γιατί πίσω από κάθε έναν από αυτούς τους θανάτους υπήρχε ένας άνθρωπος. Όχι ένας αριθμός. Όχι ένας κρατούμενος χωρίς όνομα. Ένας άνθρωπος με παρελθόν, με συγγενείς, με μνήμες, με πληγές, με ελπίδες που ίσως δεν πρόλαβαν ποτέ να πραγματοποιηθούν. Άνθρωποι που μπορεί να καταδικάστηκαν από τη Δικαιοσύνη, αλλά δεν καταδικάστηκαν σε θάνατο. Αυτή είναι η ουσία που επιχειρούν πολλοί να αποκρύψουν. Η φυλακή υποτίθεται ότι στερεί την ελευθερία. Δεν στερεί την ανθρώπινη ιδιότητα. Δεν στερεί το δικαίωμα στην υγεία. Δεν στερεί το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια. Δεν στερεί το δικαίωμα στην ίδια τη ζωή.

Κι όμως, κάθε φορά που αποκαλύπτεται μια τέτοια αλυσίδα θανάτων, η ίδια πραγματικότητα επιστρέφει σαν εφιάλτης. Ελλείψεις προσωπικού. Ελλείψεις γιατρών. Καθυστερήσεις. Υποβάθμιση των υποδομών. Υπερπληθυσμός. Κρατούμενοι που περιμένουν βοήθεια. Άνθρωποι που γερνούν και αρρωσταίνουν σε συνθήκες που δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν μια κοινωνία που αυτοαποκαλείται δημοκρατική και ευρωπαϊκή.

Οι φυλακές δεν βρίσκονται έξω από την κοινωνία. Είναι η πιο σκληρή αντανάκλασή της. Όποιος θέλει να δει το πραγματικό πρόσωπο ενός κοινωνικού συστήματος δεν χρειάζεται να κοιτάξει τα πολυτελή γραφεία των υπουργείων ούτε τις φιέστες των κυβερνήσεων. Αρκεί να κοιτάξει τους χώρους όπου συγκεντρώνονται οι πιο αδύναμοι. Τα δημόσια νοσοκομεία που στενάζουν. Τα σχολεία που υποχρηματοδοτούνται. Τα εργατικά νοικοκυριά που δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Και βέβαια τις φυλακές. Εκεί η αλήθεια δεν κρύβεται. Εκεί αποκαλύπτεται με τον πιο ωμό τρόπο ποια ζωή θεωρείται πολύτιμη και ποια αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμη.

Για δεκαετίες, όλες οι κυβερνήσεις διαβεβαιώνουν ότι η ασφάλεια αποτελεί προτεραιότητα. Ψηφίζονται αυστηρότεροι νόμοι. Ενισχύονται οι μηχανισμοί καταστολής. Δαπανώνται εκατομμύρια ευρώ για επιτήρηση, εξοπλισμούς και επιχειρησιακά μέσα. Όταν όμως τίθεται το ζήτημα της ανθρώπινης διαβίωσης μέσα στις φυλακές, ξαφνικά οι πόροι εξαφανίζονται. Όταν τίθεται το ζήτημα της στελέχωσης με γιατρούς, ψυχιάτρους, ψυχολόγους και νοσηλευτές, ακούμε διαρκώς για ελλείψεις, για δυσκολίες, για διαδικαστικά εμπόδια. Όταν τίθεται το ζήτημα της ανθρώπινης ζωής, η πολιτική βούληση αποδεικνύεται πολύ πιο αδύναμη από ό,τι όταν πρόκειται για την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου. Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία. Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός συστήματος που επενδύει στην τιμωρία περισσότερο απ’ ό,τι επενδύει στην πρόληψη, στην κοινωνική προστασία και στην ανθρώπινη φροντίδα.

Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη πολιτική διάσταση της υπόθεσης.

Οι φυλακές γεμίζουν κυρίως από ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων. Από ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα στη φτώχεια, στον αποκλεισμό, στην ανεργία, στην εγκατάλειψη. Από ανθρώπους που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας η οποία παράγει ανισότητες και στη συνέχεια τιμωρεί όσους συνθλίβονται από αυτές.

Δεν πρόκειται για εξιδανίκευση κανενός. Πρόκειται για αναγνώριση μιας πραγματικότητας που είναι ορατή σε όποιον θέλει να τη δει.

Η εγκληματικότητα δεν γεννιέται στο κενό. Αναπτύσσεται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες. Μέσα σε γειτονιές εγκαταλελειμμένες. Μέσα σε οικογένειες που παλεύουν με τη φτώχεια. Μέσα σε κοινωνίες που μετατρέπουν την ανθρώπινη ανάγκη σε εμπόρευμα και την αξιοπρέπεια σε προνόμιο.

Το σύστημα πρώτα δημιουργεί τα αδιέξοδα και ύστερα εμφανίζεται ως τιμωρός τους. Αυτή είναι η μεγάλη υποκρισία.

Και όταν οι άνθρωποι αυτοί βρεθούν πίσω από τα κάγκελα, η αδιαφορία γίνεται ακόμη πιο έντονη. Η κοινωνία εκπαιδεύεται να πιστεύει ότι οι ζωές τους αξίζουν λιγότερο. Ότι ο πόνος τους είναι δευτερεύων. Ότι η μοίρα τους αφορά μόνο τους ίδιους. Γιατί η στιγμή που αποδεχόμαστε ότι υπάρχουν ζωές μικρότερης αξίας είναι η στιγμή που αρχίζει να διαβρώνεται κάθε έννοια δημοκρατίας και δικαιοσύνης – εκεί αρχίζει η ανανθρωποποίηση.

Οι εννέα θάνατοι δεν αφορούν μόνο τους κρατούμενους. Αφορούν ολόκληρη την κοινωνία. Αφορούν το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε την εγκατάλειψη ανθρώπων υπό την απόλυτη ευθύνη του κράτους.

Αφορούν το κατά πόσο θεωρούμε φυσιολογικό να πεθαίνουν άνθρωποι πίσω από κλειστές πόρτες χωρίς να συγκλονίζεται η δημόσια ζωή. Αφορούν το κατά πόσο είμαστε πρόθυμοι να απαιτήσουμε λογοδοσία.

Γιατί λογοδοσία χρειάζεται. Όχι μόνο για τις άμεσες αιτίες κάθε θανάτου. Αλλά και για τις συνθήκες που τους περιβάλλουν. Για τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν. Για τις προειδοποιήσεις που ίσως αγνοήθηκαν. Για τις ελλείψεις που έγιναν κανονικότητα. Για την εγκατάλειψη που μετατράπηκε σε θεσμική πρακτική.

Η υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής δεν σταματά στην πύλη μιας φυλακής. Αντίθετα, εκεί δοκιμάζεται πραγματικά. Εκεί αποδεικνύεται αν τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι καθολικά ή αν ισχύουν μόνο για όσους διαθέτουν κοινωνική δύναμη και πολιτική επιρροή.

Οι νεκροί των φυλακών δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν. Μιλούν όμως τα γεγονότα. Μιλά η σκληρή πραγματικότητα των αλλεπάλληλων θανάτων. Μιλά η αγωνία των οικογενειών. Μιλά η ανάγκη για δικαιοσύνη. Και αυτή η φωνή δεν πρέπει να πνιγεί κάτω από τη γραφειοκρατία, τη σιωπή ή την πολιτική σκοπιμότητα.

Εννέα νεκροί σε δύο μήνες δεν είναι μια είδηση που θα περάσει. Είναι μια κατηγορία απέναντι σε ένα κράτος που όφειλε να προστατεύσει ζωές και απέτυχε. Είναι μια κραυγή που διαπερνά τα τείχη των φυλακών και φτάνει μέχρι την καρδιά κάθε ανθρώπου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν μετριέται από την κοινωνική θέση, την περιουσία ή το ποινικό μητρώο.

Και όσο δεν δίνονται απαντήσεις, όσο δεν λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα, όσο η εγκατάλειψη συνεχίζει να βασιλεύει πίσω από τα κάγκελα, η σκιά αυτών των εννέα θανάτων θα βαραίνει όχι μόνο τις φυλακές, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.