Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα

Η ημέρα που ο σταλινισμός έφερε την ΕΣΣΔ στο χείλος της καταστροφής

Πώς η γραφειοκρατία λίγο έλειψε να οδηγήσει τη Σοβιετική Ένωση στην ήττα – και γιατί μόνο οι κατακτήσεις του Οκτώβρη την έσωσαν

του Άρη Μαραβά

Το ξημέρωμα της 22ας Ιουνίου 1941 η παγκόσμια ιστορία εισήλθε σε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της. Περισσότεροι από τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες διέσχισαν τα σοβιετικά σύνορα σε ένα μέτωπο που εκτεινόταν από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, εγκαινιάζοντας τη μεγαλύτερη χερσαία εισβολή που είχε γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα. Χιλιάδες άρματα μάχης προχωρούσαν ασταμάτητα προς την ανατολή, υπό την προστασία χιλιάδων αεροσκαφών της Λουφτβάφε, ενώ το πυροβολικό ισοπέδωνε σοβιετικές θέσεις σε μια γραμμή σχεδόν τριών χιλιάδων χιλιομέτρων. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες ολόκληρες σοβιετικές στρατιές έχασαν κάθε επικοινωνία με τα επιτελεία τους, αεροδρόμια παραδόθηκαν στις φλόγες πριν ακόμη απογειωθούν τα αεροπλάνα τους, σιδηροδρομικοί κόμβοι καταστράφηκαν και στρατιωτικοί σχηματισμοί που υπήρχαν μόνο στα χαρτιά διαλύθηκαν προτού προλάβουν να πολεμήσουν. Η Βέρμαχτ προέλαυνε με εντυπωσιακή ταχύτητα, περικυκλώνοντας και εξοντώνοντας μονάδες που δεν είχαν καν λάβει διαταγή ανάπτυξης.

Τουχατσέφσκι: ο Στάλιν εξόντωσε όλη την
ηγεσία του Κόκκινου Στρατού

Για τη ναζιστική Γερμανία η επίθεση δεν αποτελούσε απλώς μία ακόμη πολεμική επιχείρηση. Ήταν ένας πόλεμος εξόντωσης, μια σταυροφορία για την καταστροφή του μπολσεβικισμού, την αποικιοποίηση της Ανατολικής Ευρώπης και τη μετατροπή εκατομμυρίων Σλάβων σε πληθυσμούς καταδικασμένους στη δουλεία. Ωστόσο, η καταστροφή που εκτυλισσόταν εκείνες τις πρώτες εβδομάδες δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της γερμανικής στρατιωτικής υπεροχής. Ήταν επίσης η πιο δραματική αποκάλυψη των βαθιών αντιφάσεων της σταλινικής γραφειοκρατίας, ενός καθεστώτος που επί χρόνια είχε αποδυναμώσει το ίδιο το εργατικό κράτος που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα απέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι μια εξουσία θεμελιωμένη στον φόβο, στην πολιτική υποταγή και στα προνόμια δεν μπορούσε να προετοιμάσει αποτελεσματικά μια κοινωνία για μια αναμέτρηση από την οποία θα εξαρτιόταν η ίδια η επιβίωση του σοσιαλισμού.

 Στρατιώτης του Κόκκινου στρατού

Κι όμως, η Σοβιετική Ένωση δεν εισήλθε στον πόλεμο ως μια καθυστερημένη ή οικονομικά αδύναμη χώρα. Μέσα σε λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια είχε πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη βιομηχανική μεταμόρφωση που είχε γνωρίσει ποτέ μια οικονομία. Νέες χαλυβουργίες υψώθηκαν στα Ουράλια, τεράστια υδροηλεκτρικά έργα άλλαξαν ολόκληρες περιφέρειες, εργοστάσια τρακτέρ μετατράπηκαν σε εργοστάσια αρμάτων μάχης, ενώ η βιομηχανική παραγωγή αυξανόταν με ρυθμούς αδιανόητους για τις καπιταλιστικές οικονομίες που βυθίζονταν ακόμη στη Μεγάλη Ύφεση. Αυτή η εκρηκτική ανάπτυξη δεν υπήρξε προϊόν της σοφίας της γραφειοκρατίας, αλλά καρπός των κοινωνικών σχέσεων που δημιούργησε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής, ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός και η κοινωνικοποίηση της μεγάλης βιομηχανίας επέτρεψαν τη συγκέντρωση τεράστιων παραγωγικών πόρων με τρόπο που καμία καπιταλιστική οικονομία δεν θα μπορούσε να επιτύχει χωρίς να συγκρουστεί με τα συμφέροντα του ιδιωτικού κεφαλαίου. Ο Τρότσκι υπογράμμιζε διαρκώς ότι αυτές οι κατακτήσεις αποτελούσαν τη μεγάλη ιστορική δύναμη της σοβιετικής κοινωνίας, προειδοποιώντας όμως ταυτόχρονα ότι η γραφειοκρατία, στραγγαλίζοντας την εργατική δημοκρατία, υπονόμευε τις ίδιες τις προϋποθέσεις της επιτυχίας τους. Αυτή ακριβώς η αντίφαση θα αποδεικνυόταν καθοριστική το καλοκαίρι του 1941. Η γραφειοκρατία ζούσε χάρη στην εθνικοποιημένη οικονομία, αλλά ταυτόχρονα ακύρωνε τη δημιουργικότητα, την πρωτοβουλία και τη συλλογική συμμετοχή που αποτελούσαν την πραγματική κινητήρια δύναμη αυτού του συστήματος.

Η κατάρρευση των πρώτων μηνών του πολέμου δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς να εξεταστούν οι μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1937-1938. Μέσα σε δύο χρόνια ο Στάλιν αποκεφάλισε ουσιαστικά την ηγεσία του Κόκκινου Στρατού. Τρεις από τους πέντε στρατάρχες της Σοβιετικής Ένωσης εκτελέστηκαν, δεκατρείς από τους δεκαπέντε διοικητές στρατιών εξαφανίστηκαν, εκατοντάδες διοικητές σωμάτων και μεραρχιών φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν μαζί με χιλιάδες αξιωματικούς που διέθεταν πολύτιμη εμπειρία από τον εμφύλιο πόλεμο και τη στρατιωτική αναδιοργάνωση της δεκαετίας του 1930. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Μιχαήλ Τουχατσέφσκι, ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς θεωρητικούς της εποχής, πρωτοπόρος της θεωρίας του μηχανοκίνητου πολέμου και των επιχειρήσεων σε μεγάλο βάθος. Η φυσική εξόντωσή του δεν σήμαινε μόνο την απώλεια ενός χαρισματικού διοικητή· σήμαινε την εξόντωση μιας ολόκληρης σχολής στρατιωτικής σκέψης, λίγα μόλις χρόνια πριν η Βέρμαχτ εφαρμόσει με εντυπωσιακή επιτυχία αντίστοιχες αντιλήψεις στις εκστρατείες της Πολωνίας και της Γαλλίας. Ακόμη όμως πιο καταστροφική υπήρξε η ψυχολογική επίδραση των εκκαθαρίσεων. Όσοι αξιωματικοί επέζησαν έμαθαν ότι κάθε ανεξάρτητη πρωτοβουλία μπορούσε να θεωρηθεί προδοσία. Η ελεύθερη συζήτηση εξαφανίστηκε, η κριτική αντικαταστάθηκε από την υποταγή και η στρατιωτική κρίση υποχώρησε μπροστά στην πολιτική νομιμοφροσύνη. Ένας σύγχρονος στρατός απαιτεί διοικητές που παίρνουν πρωτοβουλίες μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Ο σταλινισμός δημιούργησε διοικητές που φοβούνταν περισσότερο την πολιτική αστυνομία παρά τον εχθρό. Αυτό το κλίμα φόβου αποτυπώθηκε με τραγικό τρόπο στα πεδία των μαχών του 1941.

Το ίδιο αδιέξοδη αποδείχθηκε και η αυταπάτη ότι οι διπλωματικοί ελιγμοί μπορούσαν να αποτρέψουν επ’ αόριστον τη σύγκρουση ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ ασφαλώς χάρισε στη Μόσχα πολύτιμο χρόνο. Ωστόσο ο χρόνος από μόνος του δεν αποτελεί στρατηγική. Η ηγεσία του Στάλιν άρχισε να αντιμετωπίζει τη συμφωνία όχι ως προσωρινό μέσο αναβολής της αναπόφευκτης σύγκρουσης αλλά ως απόδειξη ότι ο Χίτλερ θα προτιμούσε να εξαντληθεί πρώτα στον πόλεμο εναντίον της Βρετανίας. Ήταν μια θεμελιώδης παρερμηνεία της ίδιας της φύσης του ναζισμού και του ιμπεριαλισμού. Από τις πρώτες ακόμη σελίδες του Mein Kampf, ο Χίτλερ είχε διακηρύξει ότι η κατάκτηση της Ανατολής αποτελούσε στρατηγικό στόχο του γερμανικού καπιταλισμού. Η Ουκρανία, το Ντονμπάς, τα πετρέλαια του Καυκάσου και η συντριβή της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν αντικείμενα διαπραγμάτευσης αλλά αναπόσπαστα στοιχεία του ναζιστικού σχεδίου. Ο Τρότσκι είχε ήδη προειδοποιήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 ότι η σύγκρουση ήταν ιστορικά αναπόφευκτη, ανεξάρτητα από προσωρινές διπλωματικές συμφωνίες. Ο Στάλιν, αντίθετα, πίστεψε ότι μπορούσε να διαχειριστεί τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού με προσωπικούς χειρισμούς και διακρατικές συμφωνίες, υποτιμώντας τις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις που ωθούσαν τη Γερμανία προς την Ανατολή.

Η πραγματικότητα τον διέψευσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, οι πληροφορίες του Ρίχαρντ Ζόργκε από το Τόκιο, το δίκτυο της «Κόκκινης Ορχήστρας» στην Ευρώπη, οι αναφορές των συνοριακών διοικητών, ακόμη και οι βρετανικές προειδοποιήσεις, συνέκλιναν όλες στο ίδιο συμπέρασμα: η εισβολή πλησίαζε. Ο Στάλιν απέρριπτε συστηματικά αυτές τις πληροφορίες θεωρώντας τες βρετανικές προβοκάτσιες που στόχευαν να εμπλέξουν πρόωρα την ΕΣΣΔ στον πόλεμο. Δεν επρόκειτο απλώς για προσωπικό λάθος εκτίμησης αλλά για χαρακτηριστικό γνώρισμα της γραφειοκρατικής εξουσίας. Όταν όλες οι αποφάσεις συγκεντρώνονται σε έναν άνθρωπο, η αντικειμενική πραγματικότητα υποτάσσεται αναπόφευκτα στις προσωπικές του πεποιθήσεις. Έτσι, ενώ τα γερμανικά στρατεύματα είχαν ήδη ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους, η σοβιετική ηγεσία εξακολουθούσε να φοβάται μήπως μια γενική επιστράτευση θεωρηθεί «πρόκληση» προς τον Χίτλερ.

Η ιστορία όμως δεν ακολουθεί τις αυταπάτες των ηγετών. Όταν ξημέρωσε η 22α Ιουνίου, αποδείχθηκε ότι ο ναζιστικός ιμπεριαλισμός δεν χρειαζόταν καμία πρόκληση για να εξαπολύσει τον πόλεμο που σχεδίαζε επί χρόνια. Εκείνη τη στιγμή η Σοβιετική Ένωση πλήρωσε βαρύτατο τίμημα για τις αντιφάσεις του σταλινικού καθεστώτος. Ωστόσο, μέσα από αυτή την τεράστια καταστροφή αναδύθηκε και η δύναμη που τελικά θα έκρινε την έκβαση του πολέμου: όχι η γραφειοκρατία, αλλά η ίδια η σοβιετική κοινωνία που είχε διαμορφωθεί από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Εκατομμύρια εργάτες, αγρότες, μηχανικοί, γυναίκες, νέοι και στρατιώτες απέδειξαν στην πράξη ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις της επανάστασης είχαν δημιουργήσει μια αντοχή πολύ ισχυρότερη από τις αδυναμίες του πολιτικού καθεστώτος. Η ιστορία της Μπαρμπαρόσα είναι επομένως η ιστορία μιας διπλής πραγματικότητας: της σχεδόν μοιραίας αποτυχίας της σταλινικής γραφειοκρατίας και, ταυτόχρονα, της εκπληκτικής ικανότητας ενός λαού να υπερασπιστεί τις κοινωνικές κατακτήσεις της επανάστασής του ακόμη και όταν η ίδια του η ηγεσία τον είχε οδηγήσει στο χείλος της καταστροφής.