Γιατί θέλουν να βάλουν “ηθικό φράγμα” στο ΑΙ;

Πρόσφατα, οι επικεφαλής των μεγαλύτερων εταιρειών AI (Dario Amodei της Anthropic, Sam Altman της OpenAI, Elon Musk) συμφώνησαν δημόσια για την ανάγκη επιβράδυνσης της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η επίσημη αφορμή ήταν ζητήματα ασφαλείας, περιστατικά αυτόνομων κυβερνοεπιθέσεων από μοντέλα AI, η ηχηρή παραίτηση ερευνητών ασφαλείας, καθώς και οι εκτιμήσεις για μετάθεση των σχεδίων εμπορικής αξιοποίησης/κεφαλαιοποίησης της OpenAI προς το 2027.

Πίσω από την ξαφνική «έγνοια για την ασφάλεια», στην πραγματικότητα κρύβεται η συνειδητοποίηση πως το οικονομικό μοντέλο της AI φτάνει στα όριά του. Οι επενδύσεις σε υποδομές, τσιπ και ενέργεια μετριούνται πλέον σε τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τα πραγματικά έσοδα παραμένουν πολύ χαμηλά, δημιουργώντας μια αλυσίδα αμοιβαίας εξάρτησης χωρίς ανάλογη πραγματική ζήτηση.

Την ίδια στιγμή, ξαφνικά οι πιο κερδοφόρες εταιρείες της ιστορίας του καπιταλισμού μας λένε ότι έπεσαν θύματα των ίδιων τους των μηχανών, σε μια προσπάθεια προετοιμασίας της κοινής γνώμης και των κυβερνήσεων για κρατική παρέμβαση στην αγορά με εγγυήσεις, επιδοτήσεις και υποδομές. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύουν στο να παρουσιαστούν οι μελλοντικές κρατικές ενισχύσεις ως κάποιου είδους θεσμική εγγύηση ασφαλείας και όχι ως μια προσπάθεια διάσωσης της οικονομικής φούσκας του AI. Παράλληλα, η επίκληση της «επιβράδυνσης» προσφέρει το τέλειο αφήγημα απέναντι στους μετόχους, δικαιολογώντας γιατί τα τεράστια κεφάλαια που διοχετεύονται στις υποδομές καθυστερούν να αποδώσουν την αναμενόμενη κερδοφορία.

Εδώ, αξίζει να θυμηθούμε τη δήλωση του Greg Jensen (CIO της Bridgewater), ο οποίος συνέκρινε τη σημερινή κατάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη συμπεριφορά των αγορών τον Φεβρουάριο του 2020 (λίγο πριν το ξέσπασμα της πανδημίας), προειδοποιώντας για επερχόμενες σοβαρές αναταράξεις.

Οι γιγαντιαίες επενδύσεις για την επέκταση της AI βρίσκουν σοβαρά εμπόδια σε υποδομές και ενέργεια. Εκτιμήσεις μεγάλων τραπεζών (όπως η Goldman Sachs και η Bank of America) αναφέρουν ότι το 30% έως 50% της νέας χωρητικότητας Data Centers καθυστερεί, ενώ προβλέπεται σημαντικό έλλειμμα ηλεκτροπαραγωγής (άνω των 100 GW έως το 2030) για να καλυφθούν οι ανάγκες των συστημάτων AI. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές επιχειρήσεις «τρέχουν» με ακριβό δανεικό χρήμα (επιτόκια άνω του 5%), ενώ το αμερικανικό δημόσιο χρέος διογκώνεται, πιέζοντας τις αγορές ομολόγων. Αντίθετα, η Κίνα προχωρά με κρατικά σχεδιασμένη πίστωση, φθηνά δάνεια και ταχύτερη ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών.

Παρόλο που οι ΗΠΑ προηγούνται στην αιχμή της τεχνολογίας AI (OpenAI, Google, Microsoft, Nvidia), η συνέχιση των επενδύσεων τρισεκατομμυρίων δολαρίων με τόσο ακριβό χρήμα και υπό την πίεση του ενεργειακού ελλείμματος δημιουργεί άμεσο κίνδυνο επικίνδυνης υπερεπέκτασης και κρίσης χρέους.

Στην πραγματικότητα, στη συνάντηση μεταξύ Τραμπ και Σι Ζινπίνγκ, το διακύβευμα πίσω από τις δηλώσεις για «ανθρώπινο έλεγχο στην AI» ήταν ο έλεγχος του ρυθμού ανάπτυξης και του χρόνου. Οι ΗΠΑ βρίσκονται διλημματικά ανάμεσα στο να συνεχίσουν να δανείζονται με υψηλά επιτόκια για να προσπεράσουν την Κίνα στην AI ή να «επιβραδύνουν» προσωρινά για να μην αποσταθεροποιηθεί το σύστημα χρέους τους.

Αν οι ΗΠΑ επιβραδύνουν από μόνες τους για να ανασάνουν οικονομικά και να φτιάξουν τις υποδομές τους, φοβούνται ότι η Κίνα θα τις προσπεράσει. Η Κίνα μπορεί να βρίσκεται ελαφρώς πίσω στα πιο προηγμένα τσιπ (λόγω των αμερικανικών κυρώσεων), αλλά διαθέτει δύο τεράστια πλεονεκτήματα: από την μία χτίζει σταθμούς παραγωγής ενέργειας (πυρηνικά, ανανεώσιμες πηγές, άνθρακα) με ταχύτητες που η Δύση δεν μπορεί να φτάσει, ενώ ταυτόχρονα το κινεζικό κράτος χρηματοδοτεί τις τεχνολογικές του υποδομές με φθηνά κρατικά δάνεια, χωρίς να εξαρτάται από τα υψηλά επιτόκια των διεθνών αγορών.

Για τις ΗΠΑ, η επιβολή διεθνών κανόνων, πρωτοκόλλων ασφαλείας και «ηθικών φρένων» στην AI δίνει στην Αμερική το νομικό και διπλωματικό πάτημα να επιβραδύνει την παγκόσμια κούρσα. Αυτό της επιτρέπει να κερδίσει χρόνο ώστε να αναδιοργανώσει το ενεργειακό της δίκτυο, να σταθεροποιήσει τις αγορές ομολόγων και τα επιτόκια και να μην χάσει το προβάδισμά της όσο βρίσκεται σε φάση οικονομικής προσαρμογής. Παράλληλα, η Κίνα δέχεται τη συζήτηση γιατί έτσι κερδίζει χρόνο για να καλύψει το τεχνολογικό χάσμα στα μικροτσίπ.

Οπότε, την επόμενη φορά που θα ακούσουμε ότι η AI θέλει να εξαφανίσει την ανθρωπότητα, ας σκεφτούμε καλύτερα και ας αναλογιστούμε ότι η ανθρωπότητα δεν κινδυνεύει από την AI, αλλά από το αόρατο χέρι που ελέγχει αυτήν τη στιγμή την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή την αγορά.

Fanis P.