Οικονομικές “Καμπές” και Ταξική Πάλη
Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την αποτυχία των επαναστάσεων στη Γερμανία και την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, ο καπιταλισμός εισήλθε σε μια περίοδο σχετικής σταθεροποίησης. Στους κόλπους του διεθνούς εργατικού κινήματος αναδείχθηκαν δύο μονομερείς και μηχανιστικές αντιλήψεις —απέναντι στις οποίες ορθώθηκε η υλιστική διαλεκτική προσέγγιση των Λένιν και Τρότσκι.

Από τη μία πλευρά, υπήρχε η ντετερμινιστική/καταστροφολογική άποψη ότι ο καπιταλισμός καταρρέει αυτόματα, συνεπώς η φτώχεια και η εξαθλίωση θα οδηγούσαν νομοτελειακά στην επανάσταση. Την άποψη αυτή εκπροσώπησαν αρχικά η υπεραριστερή πτέρυγα της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο 3ο Συνέδριο του 1921 —με ηγέτες όπως οι Ζινόβιεφ, Μπουχάριν και Μπέλα Κουν— και αργότερα η σταλινική γραφειοκρατία κατά τη λεγόμενη «Τρίτη Περίοδο» (1928–1933). Ο Λένιν και ο Τρότσκι χαρακτήρισαν αυτή τη θέση μηχανικιστική και «παιδική μεταφυσική», εξηγώντας ότι η απόλυτη εξαθλίωση από μόνη της δεν γεννά αυτομάτως την επανάσταση, αλλά συχνά οδηγεί στην απάθεια, την αποδιοργάνωση ή ακόμα και στην παράδοση των μαζών στον φασισμό, αν λείπει η συνειδητή παρέμβαση της επαναστατικής ηγεσίας. 1Για τον Λένιν: Το 1920-1922 (π.χ. στην εισηγητική ομιλία του στο 4ο Συνέδριο της Κ.Δ. το 1922, λίγο μετά την Πορεία προς τη Ρώμη του Μουσολίνι) και στις αναλύσεις του για τον «Ιμπεριαλισμό», ο Λένιν προειδοποιούσε ότι αν η εργατική τάξη δεν καταλάβει την εξουσία σε στιγμές οξείας κρίσης, η αστική τάξη θα στραφεί στην πιο ωμή, βίαιη δικτατορία. Για τον Τρότσκι: Η θεωρητική θεμελίωση της φύσης του φασισμού είναι ολοκληρωτικά δικό του επίτευγμα στα κείμενα για τη Γερμανία (1930–1933), όπως τα: «Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία» (Κυκλοφορεί στον συλλογικό τόμο «Δελτίο της Ρωσικής Αντιπολίτευσης» ή στον τόμο «Για το Φασισμό»), «Και τώρα; Καίρια ερωτήματα για το γερμανικό προλεταριάτο;» και στο «Ο μόνος δρόμος» περιλαμβάνεται στη συλλογή κειμένων «Για το Φασισμό»). Εκεί ο Τρότσκι εξηγεί ότι η οικονομική εξαθλίωση χωρίς επαναστατική ηγεσία δεν οδηγεί στον σοσιαλισμό, αλλά σπρώχνει τα μικροαστικά στρώματα και τα εξαθλιωμένα τμήματα του προλεταριάτου στην αγκαλιά του φασισμού.
Από την άλλη πλευρά, υπήρχε η ρεφορμιστική άποψη της Σοσιαλδημοκρατίας της Β΄ Διεθνούς (με κύριους εκπροσώπους τον Ρούντολφ Χίλφερντινγκ και τη θεωρία του για τον «οργανωμένο καπιταλισμό», καθώς και τον Καρλ Κάουτσκι), η οποία υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός είχε ξεπεράσει οριστικά τις δομικές του κρίσεις και θα αναπτυσσόταν ομαλά και αόριστα, χωρίς νέες επαναστατικές αναταραχές.
Ο Λέον Τρότσκι, στο άρθρο του «Για την καμπύλη της καπιταλιστικής ανάπτυξης» (1923), είχε απορρίψει και τις δύο μηχανιστικές θέσεις, προτείνοντας μια τρίτη, διαλεκτική προσέγγιση. Βασιζόμενος στην ανάλυση του Μαρξ και του Ένγκελς στο Κεφάλαιο, ο Τρότσκι αναγνωρίζει τους περιοδικούς/συγκυριακούς κύκλους (8-10 ετών), αναφερόμενος στις συνήθεις διακυμάνσεις της αγοράς (ανάπτυξη, ύφεση, ανάκαμψη), οι οποίοι ρυθμίζονται από την εσωτερική δυναμική της αγοράς και του κεφαλαίου. Σε αντίθεση, όμως, με τη θεωρία των «μακρών κυμάτων» του Νικολάι Κοντράτιεφ εισάγει τον όρο της μακροπρόθεσμης καμπύλης καπιταλιστικής ανάπτυξης (δεκαετιών), η οποία απεικονίζει τη συνολική τάση της καπιταλιστικής εξέλιξης σε βάθος χρόνου (π.χ. 20 – 50 χρόνια). Ο Τρότσκι υποστηρίζει ότι οι σημείο καμπής αυτής της ιστορικής τροχιάς δεν καθορίζονται αυτόματα από οικονομικούς νόμους, αλλά από εξωτερικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες (ταξική πάλη, πολέμους, επαναστάσεις).
Αυτή η καμπύλη μπορεί να χωριστεί ιστορικά σε τρεις φάσεις: την ανοδική (ραγδαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων), τη στασιμότητα (ισορροπία μεταξύ κρίσεων και ανακάμψεων) και την παρακμή (όπου οι κρίσεις είναι πιο βαθιές από τις αναιμικές ανακάμψεις).
Νωρίτερα, σε αντιπαράθεση με τον Τρότσκι, ο οικονομολόγος Νικολάι Κοντράτιεφ (πρώην μέλος των Εσέρων, του οποίου οι ιδέες συνδέθηκαν πολιτικά και θεωρητικά με την οικονομική κατεύθυνση που εκπροσωπούσε ο Μπουχάριν στα μέσα και τέλη της δεκαετίας του 1920) υποστήριζε ότι υπάρχουν «μεγάλοι κύκλοι» (περίπου 50 ετών) που υπακούουν σε αυστηρή εσωτερική οικονομική περιοδικότητα, ανάλογη με αυτή των βιομηχανικών κύκλων.

Ο Τρότσκι αντίθετα υποστήριζε ότι η μακροπρόθεσμη καμπύλη δεν καθορίζεται από μια τέτοια αυτόματη εσωτερική περιοδικότητα, αλλά από εξωγενείς/ιστορικούς παράγοντες (στη μαρξιστική θεωρία: από την παρέμβαση του πολιτικού, στρατιωτικού και κοινωνικού πλαισίου της Υπερδομής πάνω στη Βάση). Σε αντίθεση με τους περιοδικούς κύκλους που ερεύνησε ο Μαρξ, η θεωρία του Κοντράτιεφ βασιζόταν σε μια εμπειρική παρατήρηση μόλις 2-2,5 κυμάτων, αποκόπτοντας την κίνηση του κεφαλαίου από τα ιστορικά της όρια. Αυτή η μηχανιστική αντίληψη, υποτιμώντας τον καθοριστικό ρόλο της ταξικής πάλης και των ιστορικών σημείων καμπής στη μακρά διάρκεια, άφηνε ανοιχτό το παράθυρο για μια θεωρητικά αιώνια αυτο-αποκατάσταση του καπιταλισμού.
Οι παράγοντες που μπορούν να βγάλουν τον καπιταλισμό από μια βαθιά κρίση και να επιτρέψουν την είσοδό του σε μια νέα μακροπρόθεσμη φάση ανόδου —πάντοτε όμως στη βάση μιας προηγούμενης τεράστιας καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων— είναι η κατάκτηση νέων αγορών/αποικιών, η ανακάλυψη νέων πηγών ενέργειας ή τεχνολογιών, καθώς και οι μεγάλες ιστορικές τομές: οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις και οι νέες διεθνείς πολιτικές/νομισματικές ρυθμίσεις (όπως η συμφωνία του Bretton Woods μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία ίσχυσε έως το 1971).
Αν και τόσο ο Τρότσκι όσο και ο Κοντράτιεφ αναγνώριζαν ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν είναι γραμμική αλλά παρουσιάζει μεγάλες ιστορικές περιόδους ανόδου και κάμψης διάρκειας δεκαετιών (σε αντίθεση με τη σχηματική αντίληψη των σταλινικών θεωρητικών), διαφωνούσαν ριζικά ως προς τη φύση και τα αίτια αυτών των περιόδων. Για τον Κοντράτιεφ επρόκειτο για αυτόματους, κυκλικούς οικονομικούς μηχανισμούς, ενώ για τον Τρότσκι για αποτελέσματα της ταξικής πάλης και των ιστορικών τομών.

Αντίθετα με την απλουστευτική ιδέα ότι η φτώχεια φέρνει επανάσταση, ο Τρότσκι εξηγεί ότι το κύριο αίτιο για κοινωνικές εκρήξεις είναι οι απότομες καμπές (δηλαδή οι βίαιες μετατοπίσεις από την άνοδο στην παρακμή και το αντίστροφο) και η αβεβαιότητα. Όταν μια ολόκληρη εποχή ανάπτυξης μεταβαίνει απότομα σε μια εποχή παρακμής (ή το αντίστροφο), δημιουργείται συστημικός κλονισμός. Οι απότομες μετατοπίσεις από την ευημερία στην εξαθλίωση (ή οι προσδοκίες που ματαιώνονται) διαλύουν την κοινωνική ισορροπία και οδηγούν σε πολέμους και επαναστάσεις.
Ο Τρότσκι ασκεί οξεία κριτική στους θεωρητικούς της ανερχόμενης σοβιετικής γραφειοκρατίας (με άμεσες αιχμές προς τον Μπουχάριν και αργότερα προς τη σταλινική σχολή σκέψης), οι οποίοι μετέτρεψαν τον ιστορικό υλισμό σε απολιθωμένο και μηχανιστικό δόγμα. Υπενθυμίζοντας τη θεμελιώδη μαρξιστική αρχή, υποστήριξε ότι οι οικονομικές σχέσεις συνιστούν τη βάση «σε τελευταία ανάλυση», αλλά η πολιτική, η ταξική πάλη και η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα διατηρούν τη δική τους σχετική αυτονομία, επηρεάζοντας καθοριστικά την ταχύτητα και την κατεύθυνση των οικονομικών εξελίξεων.
Ο Κοντράτιεφ, μελετώντας στατιστικά δεδομένα 100+ ετών (τιμές, επιτόκια, παραγωγή σε Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ), υποστήριξε ότι ισχύει η αυστηρή περιοδικότητα στον καπιταλισμό και πως αυτός υπόκειται σε «μεγάλους κύκλους» διάρκειας 48 – 60 ετών, οι οποίοι λειτουργούν με την ίδια εσωτερική νομοτέλεια όπως και οι μικροί επιχειρηματικοί κύκλοι (8 – 10 ετών). Παράλληλα υποστήριξε ότι η μετάβαση από την άνοδο στην πτώση (και το αντίστροφο) προκαλείται αποκλειστικά από οικονομικούς μηχανισμούς του συστήματος (π.χ. συσσώρευση/αντικατάσταση βασικού κεφαλαίου, υποδομών, τεχνολογικών πατεντών κ.ά.) και ότι τα πολιτικά γεγονότα, όπως οι πόλεμοι, οι ανακαλύψεις νέων εδαφών ή οι επαναστάσεις, δεν είναι τα αίτια των κύκλων, αλλά αποτελέσματα/συμπτώματα της οικονομικής φάσης (π.χ. οι πόλεμοι συμβαίνουν πιο συχνά στην ανοδική φάση του κύκλου).
Αντίθετα, ενώ οι μικροί κύκλοι έχουν ενδογενή και αυτόματο χαρακτήρα —καθώς προκαλούνται από την εσωτερική δυναμική της αγοράς (υπερπαραγωγή, αναζήτηση κέρδους, ανανέωση σταθερού κεφαλαίου) και αποτελούν τους «χτύπους της καρδιάς» του καπιταλισμού— οι μεγάλες ιστορικές περίοδοι δεν αποτελούν αυτόματες περιοδικότητες. Η απόπειρα του Κοντράτιεφ να τους αποδώσει την ίδια αυστηρή περιοδικότητα αποτελούσε μια φορμαλιστική και μηχανιστική μεταφορά, καθώς αντιμετώπιζε την οικονομική εξέλιξη ως ένα κλειστό, αυτορυθμιζόμενο σύστημα που υπακούει σε φυσιοκρατικούς νόμους, υποτιμώντας τον καθοριστικό ρόλο των πολιτικών κρίσεων και της ταξικής πάλης.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Τρότσκι, η μακροπρόθεσμη τροχιά του καπιταλισμού (η «Καμπύλη της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης») δεν διαμορφώνεται από εσωτερικό οικονομικό αυτοματισμό, αλλά από εξωγενείς ιστορικούς παράγοντες και καθορίζεται από τους ταξικούς συσχετισμούς — δηλαδή από τη γεωπολιτική επέκταση (κατάκτηση νέων αγορών, αποικιοκρατία), τις τεχνολογικές τομές (ανακαλύψεις νέων πηγών ενέργειας ή πρώτων υλών), καθώς και από πολέμους, επαναστάσεις, κρατικές μεταρρυθμίσεις και νομισματικές πολιτικές.
Αυτό σημαίνει ότι ένας πόλεμος ή μια επανάσταση δεν είναι απλώς συνέπεια της οικονομίας, αλλά αποτελεί παράγοντα που αλλάζει ριζικά την ίδια την πορεία της καπιταλιστικής καμπύλης για δεκαετίες. Αν οι μεγάλες περίοδοι ήταν αυστηρά προκαθορισμένοι «κύκλοι» (όπως υποστήριζε ο Κοντράτιεφ), τότε ο καπιταλισμός θα διέθετε έναν αέναο μηχανισμό αυτο-αποκατάστασης και μετά από κάθε μεγάλη κρίση θα ακολουθούσε νομοτελειακά μια νέα 50ετής άνθηση.
Ωστόσο, ο καπιταλισμός δεν ξεπερνά αυτόματα μια ιστορική φάση παρακμής ή δομικής κρίσης. Η υπέρβαση μιας τέτοιας κατάστασης δεν είναι οικονομικά διασφαλισμένη, αλλά συνιστά ένα ανοιχτό ιστορικό διακύβευμα. Η μετάβαση σε μια νέα φάση μακροπρόθεσμης ανάπτυξης απαιτεί σκληρές πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις — όπως την ήττα και τη συντριβή του εργατικού κινήματος, τη μαζική καταστροφή περίσσιου κεφαλαίου και την αναδιοργάνωση των παγκόσμιων αγορών και της γεωπολιτικής ιεραρχίας μέσω πολέμου.
Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελούν το κατεξοχήν ιστορικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει τη μεθοδολογία του Τρότσκι για την «Καμπύλη της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης». Εξετάζοντας την περίοδο 1929 – 1945 υπό αυτό το πρίσμα, επιβεβαιώνεται ότι η μετάβαση από τη φάση της ιστορικής παρακμής και της δομικής κρίσης στη μεταπολεμική φάση ανόδου δεν υπήρξε αποτέλεσμα κάποιου αυτόματου οικονομικού μηχανισμού, αλλά πραγματοποιήθηκε μέσα από πρωτοφανείς κοινωνικούς, πολιτικούς και πολεμικούς κλονισμούς και καταστροφές.
Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 αποτέλεσε μια απότομη καμπή στην καμπύλη της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε εισέλθει σε μια μακροπρόθεσμη ιστορική φάση παρακμής και δομικού κορεσμού. Η σχετική ευημερία της δεκαετίας του 1920 στις ΗΠΑ —η οποία στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αλόγιστη πιστωτική επέκταση, την υπερχρέωση και τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία παρά σε μια στέρεη, οργανική ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης— δεν συνιστούσε την αφετηρία μιας νέας ανοδικής εποχής, αλλά μια προσωρινή, εύθραυστη ανάκαμψη που οδήγησε στη χρηματιστηριακή φούσκα. Όταν ξέσπασε το κραχ του 1929, δεν επρόκειτο απλώς για έναν συνήθη 10ετή κυκλικό «κλονισμό» της αγοράς, αλλά για τη βίαιη προσαρμογή της οικονομίας στη μακροπρόθεσμη καθοδική της καμπύλη.
Η απότομη μετάβαση από την ψευδαίσθηση της διαρκούς ευημερίας στη μαζική ανεργία και τη φτώχεια διέλυσε τη φαινομενική κοινωνική ισορροπία. Όπως είχε προβλέψει ο Τρότσκι το 1923, αυτού του είδους οι απότομες μεταβολές (οι γωνίες της καμπύλης) είναι που γεννούν επαναστατικές και αντεπαναστατικές συνθήκες, καθώς οι μάζες, λόγω της βίαιης μεταβολής της κοινωνικής τους πραγματικότητας, καλούνται να πάρουν πολιτική θέση.
Η εξέλιξη της δεκαετίας του 1930 απέδειξε την ορθότητα της κριτικής του Τρότσκι στον Κοντράτιεφ. Ο καπιταλισμός δεν «αναστήθηκε» μόνος του μετά από μερικά χρόνια ύφεσης. Όλα τα παραδοσιακά οικονομικά εργαλεία είχαν αποτύχει· ακόμα και το New Deal στις ΗΠΑ, αν και προσέφερε προσωρινή ανακούφιση μέσω του κρατικού παρεμβατισμού, οδηγήθηκε σε νέα υποτροπιάζουσα ύφεση το 1937 – 1938. Η παραγωγική δύναμη του καπιταλισμού παρέμενε «εγκλωβισμένη» στα εθνικά σύνορα και την έλλειψη κερδοφορίας.
Αφού το σύστημα δεν μπορούσε να εισέλθει σε μια νέα ανοδική φάση με αμιγώς «οικονομικούς» νόμους, η λύση δόθηκε μέσα από την πολιτική και πολεμική υπερδομή. Στη Γερμανία και την Ιταλία, η αστική τάξη επέβαλε τον φασισμό για να διαλύσει το εργατικό κίνημα, να συμπιέσει τους μισθούς στο ελάχιστο και να προετοιμάσει την οικονομία για πολεμική αναδιανομή. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ισοπέδωσε τις υποδομές, τα εργοστάσια και το κεφάλαιο της Ευρώπης και της Ασίας. Αυτή η τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθεί εκ νέου έδαφος για υψηλά ποσοστά κέρδους. Ο πόλεμος αποσύνθεσε τις παλιές αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες (Βρετανία, Γαλλία) και επέβαλε την απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ (Συμφωνία Bretton Woods, δολάριο ως παγκόσμιο νόμισμα), ανοίγοντας νέες παγκόσμιες αγορές.
Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 σηματοδότησε το πέρασμα στην οξεία φάση παρακμής, προκαλώντας κοινωνικές εκρήξεις, άνοδο του φασισμού και πολιτική πόλωση. Από το 1930 ως το 1939, η αδυναμία του συστήματος να ανακάμψει από μόνο του επιβεβαιώνει ότι οι «μεγάλοι κύκλοι» δεν είναι αυτόματοι. Στη συνέχεια, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος λειτούργησε ως ο βίαιος «εξωγενής παράγοντας» που κατέστρεψε το παλιό κεφάλαιο και αναδιένειμε τον πλανήτη. Στην μεταπολεμική περίοδο ως την κατάργηση της συνθήκης του Bretton Woods το 1971, μόνο μετά τη στρατιωτική και πολιτική αυτή αναδιάρθρωση κατάφερε ο καπιταλισμός να εισέλθει στη μεγαλύτερη ανοδική φάση της ιστορίας του (το μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα»).
Η μεθοδολογία του Λέον Τρότσκι για την «Καμπύλη της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης» (όπως αποτυπώθηκε στο ομώνυμο άρθρο του 1923, αλλά και στις αναλύσεις του κατά τη δεκαετία του ’30 για τη Μεγάλη Ύφεση και την άνοδο του φασισμού) προσφέρει ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό αναλυτικό εργαλείο για να κατανοήσουμε τόσο την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση του 2008 όσο και τους αυξανόμενους κινδύνους ενός νέου γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Στον πυρήνα της σκέψης του Τρότσκι βρίσκεται η ιδέα ότι όταν ο καπιταλισμός εξαντλεί τα περιθώρια οργανικής ανάπτυξης, οι οικονομικές αντιθέσεις μεταφέρονται βίαια στο πεδίο της γεωπολιτικής και των εξοπλισμών. Στη σημερινή πραγματικότητα, το 2008 σηματοδότησε την εξάντληση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης που είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του ’80. Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός δεν «έλυσε» την κρίση του 2008, αλλά την αμφισβήτησε και την ανέβαλε μέσω της κοινωνικοποίησης των ζημιών του χρηματοπιστωτικού τομέα —δηλαδή της μετατροπής των ιδιωτικών χρεών σε δημόσιο χρέος των κρατών— και της μαζικής διοχέτευσης φθηνού χρήματος (ποσοτική χαλάρωση). Αυτό καθυστέρησε την άμεση κατάρρευση, αλλά συσσώρευσε ακόμα μεγαλύτερες δομικές αντιθέσεις.
Όταν οι καπιταλιστικές δυνάμεις δεν μπορούν πλέον να διευρύνουν την κερδοφορία τους μέσω της «ειρηνικής» εγχώριας ή διεθνούς αγοράς, οδηγούνται αναπόφευκτα στην αναδιανομή του κόσμου. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε ότι η ιμπεριαλιστική εποχή χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια των εθνικών κρατών να ξεπεράσουν τα ίδια τους τα σύνορα, μετατρέποντας την παγκόσμια αγορά σε πεδίο μάχης.
Όπως ακριβώς τη δεκαετία του ‘30 ο προστατευτισμός (με εκφραστή τον αμερικανικό οικονομικό εθνικισμό και τον νόμο Smoot-Hawley, που επέβαλε εξοντωτικούς δασμούς πυροδοτώντας παγκόσμιους εμπορικούς πολέμους) διέλυσε το διεθνές εμπόριο, έτσι και στη μετανεοφιλελεύθερη εποχή μετά το 2008, η «παγκοσμιοποίηση» εισήλθε σε φάση δομικής κρίσης. Στη θέση της εμφανίστηκαν νέοι εμπορικοί πόλεμοι, κυρώσεις και η τάση της λεγόμενης «αποσύνδεσης» —δηλαδή η συστηματική κρατική παρέμβαση των ΗΠΑ και της Ε.Ε. για τη βίαιη απεξάρτηση των δυτικών οικονομιών από την κινεζική παραγωγή, την απαγόρευση μεταφοράς τεχνολογίας προς την Ανατολή και τον κατακερματισμό της παγκόσμιας αγοράς σε ανταγωνιστικά οικονομικά μπλοκ.
Η αποσύνδεση αυτή δεν αποτελεί μια αυθόρμητη τάση της ελεύθερης αγοράς, αλλά εκδήλωση κρατικού καταναγκασμού — μια αμεση παρέμβαση της πολιτικής Υπερδομής πάνω στην οικονομική Βάση. Οι δυτικές ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις παρεμβαίνουν ενεργά: αναγκάζουν τις πολυεθνικές να μεταφέρουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες εκτός Κίνας, επιβάλλουν τεχνολογικό αποκλεισμό στην εξαγωγή τεχνολογιών αιχμής (όπως οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη) προς την Κίνα και τη Ρωσία, και προσφεύγουν σε πρωτοφανείς οικονομικές κυρώσεις, όπως το «πάγωμα» κρατικών περιουσιακών στοιχείων και ο αποκλεισμός από το διεθνές διατραπεζικό σύστημα SWIFT.
Τη δεκαετία του ’30, η ανερχόμενη Γερμανία και η Ιαπωνία αμφισβήτησαν την ηγεμονία της Βρετανίας και της Γαλλίας. Σήμερα, το σχέδιο των Αμερικανών ιμπεριαλιστών για την αποικιοποίηση του πλανήτη και τη διάλυση της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν (όπως και κάθε άλλης χώρας που η επανάστασή της, της έδωσε τη δύναμη να στέκεται ακόμα όρθια απέναντι στον ιμπεριαλισμό) είναι πιο αναγκαίο [για αυτούς] από ποτέ. Παρόλα αυτά, το 2026 δεν είναι το 1991. Η αλματώδης άνοδος της Κίνας και η αντίσταση της Ρωσίας, οι βαλλιστικοί πύραυλοι της Ιρανικής επανάστασης, των Χούθι και όλου του άξονα της αντίστασης δείχνουν ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα για τον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό που κατακερμάτιζε και βομβάρδιζε χώρες όπως τη Γιουγκοσλαβία, αποικιοποιούσε τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και εξόντωνε εκατομμύρια ανθρώπους στο Ιράκ ψάχνοντας για «όπλα μαζικής καταστροφής».
Ο καπιταλισμός, για να εισέλθει σε μια νέα μακροπρόθεσμη ανοδική καμπύλη, χρειάζεται μια «επαναφορά». Ιστορικά, αυτή η επαναφορά επιτεύχθηκε μέσω της μαζικής καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων που προκαλεί ένας πόλεμος. Ο Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός έχει καταστρώσει τα σχέδια του για έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, εδώ και πάνω από 30 χρόνια, με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και το περιβόητο δόγμα Μπρεζίνσκι που ζητά τον κατακερματισμό και την αποικιοποίηση ολόκληρου του πρώην σοβιετικού χώρου, τη συντριβή του Ιράν και την υποδούλωση της Κίνας. Αυτές οι συνθήκες, οι απότομες γωνίες στην καμπύλη του καπιταλισμού που αναφέραμε νωρίτερα, είναι που δίνουν μια τρομερή ευκαιρία για την ανάδειξη μιας μπολσεβίκικης πρωτοπορίας ξανά στον πλανήτη. Πάνω στα χνάρια του Οκτώβρη και σε συμμαχία με τους λαούς που αντιστέκονται στον ιμπεριαλισμό, μια νέα σοβιετική εξουσία μπορεί να γεννηθεί. Το 1929, αν και αποτέλεσε μια απότομη καμπή στην καμπύλη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και δημιούργησε τεράστιες ευκαιρίες για τη ριζοσπαστικοποίηση και την πολιτικοποίηση των μαζών, δεν οδήγησε σε μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση αντίστοιχη του 1917. Η ιστορική αυτή αποτυχία καθορίστηκε από την σεχταριστική πολιτική της «Τρίτης Περιόδου» με την θεωρία του “σοσιαλφασισμου” οδηγώντας σε ήττα το εργατικό κίνημα στη Γερμανία το 1933 με την αμαχητί άνοδο του Χίτλερ, ενώ, αμέσως μετά, με την λαϊκομετωπική πολιτική ταξικής συνεργασίας, εγκλώβισε την ταξική πάλη στην αστική διαχείριση στη Γαλλία το 1936, στραγγάλισε την Ισπανική Επανάσταση και ανέκοψε την επαναστατική δυναμική του ελληνικού Μάη του 1936.
Αντίστοιχα σήμερα, καθώς ο καπιταλισμός βιώνει ξανά τα αποτελέσματα μιας ανάλογης ιστορικής καμπής και δομικής κρίσης, το καθήκον της εποχής μας παραμένει η συγκρότηση αυτής της μπολσεβίκικης πρωτοπορίας. Μιας πρωτοπορίας που πρέπει να καταστήσει σαφές ότι δεν υπάρχει καμία «εθνική λύση» στα πλαίσια του συστήματος. Το δίλημμα των θυελλωδών καιρών μας είναι αμείλικτο: «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Ή ο παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός θα βυθίσει εκ νέου την ανθρωπότητα στο βάραθρο της γενικευμένης ανθρωποσφαγής και της πυρηνικής καταστροφής, ή η παγκόσμια, διαρκής επανάσταση θα την απελευθερώσει από τα δεινά της εκμετάλλευσης.
Για το ΕΕΚ, η συγκρότηση αυτής της μπολσεβίκικης πρωτοπορίας είναι αδιάρρηκτα δεμένη με το ξεπέρασμα της ιστορικής κρίσης ηγεσίας της εργατικής τάξης. Όπως ακριβώς στη δεκαετία του ‘30 ο Τρότσκι έθεσε στο επίκεντρο τον αγώνα για τη Διεθνή —αρχικά με τη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση για τη μεταρρύθμιση της Κ.Δ. και, μετά την ιστορική προδοσία του 1933, με την ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς— έτσι και σήμερα το κεντρικό καθήκον συμπυκνώνεται στην επανίδρυση και οικοδόμηση της IV Διεθνούς και επαναστατικών κομμάτων σε κάθε χώρα.
Fanis P.
Υποσημειώσεις
