Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΗΣ Μέρος 2ο (τελευταίο)

 

“Η έξοδος των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης στη δεκαετία του 1940”, του πανεπιστημιακού, ιστορικού και διπλωμάτη Γιώργου Νιάρχου, που ειδικεύεται στην σύγχρονη βαλκανική ιστορία.

Σε αυτήν την εισήγηση αναλύθηκε η επίδραση των γεγονότων της δεκαετίας του 1940 στους μουσουλμάνους της Θράκης, στο βαθμό που αυτά επηρέασαν την πληθυσμιακή δύναμη της μειονότητας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκαν τα μεταναστευτικά/προσφυγικά κύματα των μουσουλμάνων εκτός Θράκης, τα κύρια αίτια που οδήγησαν στην επιλογή της φυγής και συχνά του επαναπατρισμού, καθώς και τις κύριες οδούς και μεθόδους διαφυγής, μέσα από γραπτές και προφορικές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών.

Η Bουλγάρικη φασιστική κατοχή της Θράκης, πλην μιας μικρής ζώνης ασφαλείας στα Ελληνοτουρκικά σύνορα του Έβρου που κράτησαν οι Γερμανοί με το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, χαρακτηρίστηκε από ένα εκτεταμένο σχέδιο εθνοκάθαρσης που επιχείρησαν να κάνουν κατά Ελλήνων Χριστιανών αλλά και κατά των Μουσουλμάνων της περιοχής, Τούρκων, Πομάκων και Τσιγγάνων. Ο στόχος της Βουλγάρικης φασιστικής κυβέρνησης ήταν ο εποικισμός με την αρπαγή εδαφών και την εθνοτική αλλοίωση με σκοπό να παρθεί η ρεβάνς των βαλκανικών πολέμων και του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Οι περισσότεροι χριστιανοί την ώρα της κατάρρευσης του μετώπου το 1941 -πλην της αποκομμένης και αποδυναμωμένης ταξιαρχίας του Έβρου και λίγων ακόμη Ελλήνων της παραμεθόριου περιοχής που πέρασαν στην Τουρκία- επέλεξαν να μετακινηθούν προς την Θεσσαλονίκη και την ηπειρωτική Ελλάδα.
Οι μουσουλμάνοι της Θράκης κατά βάση επέλεξαν να μετακινηθούν μαζικά πρώτα στην λεγόμενη από αυτούς «ελεύθερη ζώνη» του Έβρου, που κρατούσαν οι Γερμανοί μακριά από τους Βούλγαρους και από εκεί στην Τουρκία για να γλυτώσουν τα πογκρόμ.

Ξεχωρίζει σε αυτή την άγνωστη ιστορία η «εξέγερση των ντενεκέδων» της Κομοτηνής, όταν το 1942 οι κάτοικοι του Μουσουλμανικού μαχαλά, πήραν σήμα για την άφιξη των Βουλγάρικων στρατευμάτων, από τα παιδάκια-τσιλιαδόρους στην είσοδο της γειτονιάς, που χτυπώντας ντενεκεδάκια, έτσι ώστε να μαζευτούν σε μεγάλες ομάδες σε τζαμιά και μεγάλα κτίρια και να προστατευτούν όσο το δυνατόν από τις βίαιες αρπαγές, βιασμούς, φόνους κ.λπ.
Κατά την διάρκεια του πολέμου οι Μουσουλμάνοι της Θράκης που βρίσκουν καταφύγιο στην Τουρκία είναι περίπου 10 έως 12 χιλιάδες άτομα. Το νούμερο είναι κατ’ εκτίμηση και προκύπτει συγκρίνοντας τα στοιχεία των απογραφών της μειονότητας μεταξύ 1940 και 1950 καθώς δεν υπάρχουν ούτε εδώ αξιόπιστα αρχεία. Το τουρκικό κράτος τους εγκαθιστά στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης, μεταξύ Έβρου και Ιστανμπούλ και μόνο σε χωριά και δεν τους επιτρέπει να πάνε πιο μέσα ή ακόμη και στις πόλεις της περιοχής εκτός αν έχουν συγγενείς για να τους φιλοξενήσουν. Ο στόχος είναι να βρίσκονται όσο πιο κοντά στις εστίες τους και στην αγροτική ζωή τους έτσι ώστε να ξαναγυρίσουν και να διεκδικήσουν την γη και τα σπίτια τους το συντομότερο.
Αλλά και η καχυποψία των Ελλήνων απέναντι στους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους δεν πάει πίσω. Έτσι σε ένα σύνολο 650 στρατιωτών που αριθμεί η αποκομμένη Ελληνική Ταξιαρχία του Έβρου που τον Απρίλη του 1941 θα περάσει στα σύνορα για να σωθεί στην Τουρκία, μόλις οι 200 που είναι Χριστιανοί θα ζητηθεί από τις Ελληνικές αρχές να προωθηθούν προς την Μέση Ανατολή και να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ οι υπόλοιποι που είναι Μουσουλμάνοι θα αποστρατευτούν επί τόπου σε Τουρκικό έδαφος και θα πάρουν το στάτους του άμαχου-πρόσφυγα.

Ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι και το μεταπολεμικό εμφυλιοπολεμικό Ελληνικό κράτος σκέφτεται αρκετά για το εάν θα τους επιτρέψει να γυρίσουν πίσω ή εάν θα αποδεχτεί ως θείο δώρο τα τετελεσμένα της Βουλγαρικής φασιστικής εθνοκάθαρσης. Τελικά εκκλήσεις τοπικών παραγόντων της περιοχής που κάνουν λόγο για επιτακτική ανάγκη επιστροφής των έμπειρων μουσουλμάνων καπνεργατών για να μην διαλυθεί η ανθηρή οικονομία του βιομηχανικού καπνού, δίνουν το πράσινο φως της επιστροφής.
Στην εισήγηση δεν έλειψε και αναφορά στην προσπάθεια του ΕΑΜ και του ΔΣΕ να φτιάξουν ένα πολυεθνικό τάγμα με Μουσουλμάνους και Έλληνες Xριστιανούς, υπό την ηγεσία του Καπετάν Κεμάλ. Ωστόσο ο εισηγητής δεν κρύβει την αποστροφή του προς αυτό μιλώντας για ελάχιστη συμμετοχή και βίαιες στρατολογήσεις.

“Η απόδραση των Εβραίων από την Ελλάδα (1941-1948) “, της ιστορικού και δημοσιογράφου Καρίνα Λάμψα, συγγραφέως πολλών μελετών, άρθρων και βιβλίων για το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων.

 

Η εισήγηση αυτή έγινε σε δύο φάσεις που αφορούσαν: α) Την απόδραση των Ελλήνων Εβραίων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, η οποία οργανώθηκε, δυστυχώς πολύ αργά, όταν όλοι σχεδόν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων είχαν ήδη σταλεί στο Άουσβιτς. Έστω και καθυστερημένα, όμως, η φυγή από την Εύβοια στην Τουρκία έγινε δυνατή, μετά από συμφωνία με το ΕΑΜ, με αποτέλεσμα να σωθούν ζωές.
Εκεί περιεγράφηκαν οι δυσκολίες του εγχειρήματος για τους Εβραίους που έπρεπε μέχρι να φτάσουν στις απόκρημνες παραλίες της ανατολικής Εύβοιας στη ζώνη που έλεγχε το ΕΑΜ, να πληρώσουν αρκετές φορές ενδιάμεσους διακινητές για να τους μεταφέρουν με ασφάλεια μέσα από την Γερμανοκρατούμενη Ελλάδα με αμφίβολο αποτέλεσμα πολλές φορές.
Οι Βρετανοί κατά κύριο λόγο μέσα από τα γραφεία των συνδέσμων της αντικατασκοπείας τους που δρουν στην Ελλάδα, αλλά και η Τουρκική κυβέρνηση που ευθυγραμμίζεται με την πολιτική των Βρετανών από ένα σημείο και μετά και ειδικά μετά την κατάρρευση της Ιταλίας και το Στάλινγκραντ, όταν η πλάστιγγα γέρνει οριστικά, δείχνουν μια απροθυμία και νωθρότητα που αγγίζει τα όρια της εγκληματικής αμέλειας και ολιγωρίας απέναντι στο μαζικό Ολοκαύτωμα. Ο προφανής λόγος ήταν ότι οι Βρετανοί δεν ήθελαν να συγκεντρώσουν μεγάλο προσφυγικό Εβραϊκό πληθυσμό στην Μ. Ανατολή και ειδικά στην κατεχόμενη από αυτούς Παλαιστίνη για να μην ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα σε Εβραίους και Άραβες.

Κάπως καλύτερα γίνονται τα πράγματα όταν αρχίζουν να δραστηριοποιούνται στην διευκόλυνση της φυγάδευσης των Ελλήνων Εβραίων, διάφορες Εβραϊκές οργανώσεις της διασποράς που έρχονται να συνδράμουν με ριψοκίνδυνες αποστολές, και επίσης η μικρή Αμερικανική αντικατασκοπεία.
β) Την απόδραση των Εβραίων, που επέστρεψαν από τα στρατόπεδα ή βγήκαν από τις κρυψώνες τους και σάλπαραν, τα έτη 1945-48, για την Παλαιστίνη, πάλι μέσω Τουρκίας. Απόδραση ήταν κι αυτή απαγορευμένη καθώς η μετανάστευση στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη ήταν απαγορευμένη.
Σε συνέχεια του προηγούμενου Βρετανικού φόβου για την Παλαιστίνη, εντάσσεται και αυτός ο περιορισμός που τελικά θα αποδειχτεί μάταιος.
Παρόλο που ούτε εδώ υπάρχουν επαρκή στοιχεία, υπολογίζονται σε πάνω από 10 χιλιάδες οι Έλληνες Εβραίοι που έφυγαν πρόσφυγες μέσα από την Τουρκία προς την ευρύτερη Μέση Ανατολή, ενώ στις διαλογές στρατεύσιμων Ελλήνων πολιτών που κάνουν οι Βρετανοί είτε στην Κύπρο είτε στη Συρία, αποφεύγουν επιμελώς να προωθούν τους Έλληνες Εβραίους προς τα στρατόπεδα της Παλαιστίνης και επιδιώκουν να τους στέλνουν κατευθείαν σε πιο μακρινές μονάδες είτε στο Ιράκ είτε στο Σουδάν.

“Οι πολιτικές διαχείρισης των προσφύγων από το τουρκικό κράτος στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο”, του ιστορικού Αλέξανδρου Λάμπρου ομότιμου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας.

Η τελευταία εισήγηση ασχολήθηκε με τη διαχείριση από το τουρκικό κράτος του προσφυγικού ζητήματος κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Υποστηρίζει ότι η τουρκική κυβέρνηση κατ’ αρχήν αντιμετώπισε το ζήτημα των προσφύγων στο πλαίσιο της δημογραφικής πολιτικής που ακολουθούσε από τη δεκαετία του 1920. Ως αποτέλεσμα, οι πολιτικές διαχείρισης των προσφύγων δεν ήταν ομοιογενείς, αλλά αντίθετα διαφοροποιούνταν με βάση εθνοτικά και θρησκευτικά κριτήρια, τη χρονική συγκυρία και τη δυναμική των σχέσεων της Τουρκίας με τις εμπόλεμες χώρες. H εισήγηση βασίστηκε σε αρχειακή και βιβλιογραφική έρευνα σε Ελλάδα και Τουρκία, και λαμβάνει υπ’ όψη τους ιδεολογικούς, οικονομικούς, στρατιωτικούς και διπλωματικούς περιορισμούς και ανησυχίες των δύο κρατών, καθώς και τις πρακτικές διακρίσεων που επιφύλασσαν έναντι των προσφύγων λόγω διαφορών κοινωνικού φύλου, κοινωνικών, εθνοτικών ταυτοτήτων και πολιτικών προτιμήσεων ανάμεσα στους πρόσφυγες.
Πιο συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν οι διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες διαχείρισης του προσφυγικού που μπορούν να χωριστούν σε τρεις περιόδους:
Α) μια πρώτη που είναι λίγο ως πολύ αυθόρμητη και συναντάται τις πρώτες εβδομάδες της κατάρρευσης της Ελλάδας όπου τους πρώτους προσφυγικούς πληθυσμούς Ελλήνων τους αντιμετωπίζει το τουρκικό κράτος με σχετική συμπόνοια και επιχειρεί να τους περιθάλψει όσο το δυνατόν περισσότερο αξιοποιώντας και την σχετικά πρόσφατη πείρα από την διαχείριση των προσφυγικών ροών μετά τις εκτεταμένες ανταλλαγές πληθυσμών της εποχής της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Β) σε μια δεύτερη φάση που ακολουθεί λίγους μήνες μετά και κάτω από τις πιέσεις των Γερμανών, το τουρκικό κράτος αρχίζει να επαναπροωθεί πίσω στα σύνορα όσους καταφθάνουν με βάρκες από τα ελληνικά νησιά, όσο αυτό είναι δυνατόν με δεδομένο τον μεγάλο όγκο των προσφυγικών ροών των νησιωτών που καταφέρνουν να περάσουν σε μεγάλους αριθμούς και δεν είναι εύκολη και τεχνικά η επαναπροώθησή τους. Εξαιρέσεις γίνονται μόνο στην περιοχή του Έβρου για τους Μουσουλμάνους της Θράκης που αντιμετωπίζουν την θηριωδία των Βούλγαρων φασιστών και που γενικά γίνονται δεκτοί εύκολα με όρους όμως που περιεγράφηκαν σε προηγούμενες εισηγήσεις. Όχι όμως και τους Μουσουλμάνους των Ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων που γενικά αποθαρρύνονται από το τουρκικό κράτος να εγκαταλείψουν τα νησιά. Ακόμη και το 1943 που με την ιταλική κατάρρευση και τις σκληρές μάχες ανάμεσα σε Γερμανούς και Συμμάχους, προκαλείται ένα μεγάλο ρεύμα προσφυγιάς αμάχων ειδικά από Ρόδο, Κω, Καστελόριζο, Κάλυμνο, το τουρκικό κράτος ενώ προωθεί ταχύτατα τους Έλληνες Xριστιανούς προς την Μέση Ανατολή, επιχειρεί να συγκρατήσει στα γειτονικά παράλια τους Έλληνες Mουσουλμάνους των Δωδεκανήσων και τους αποθαρρύνει από το να πωλούν την περιουσία τους

Γ) Σε μια επόμενη φάση και καθώς η πλάστιγγα αρχίζει να γέρνει εις βάρος του Άξονα, οι Βρετανοί συμφωνούν με τους Τούρκους υπεύθυνους έτσι ώστε να διεκπεραιώνονται και να διευκολύνονται οι Έλληνες πρόσφυγες που κατευθύνονται προς την Μέση Ανατολή είτε για να εγκατασταθούν προσωρινά είτε για να επιλεχθούν για στράτευση. Ο μόνος όρος που βάζει το Τουρκικό κράτος, είναι η οργάνωση της επιμελητείας και η διεθνής βοήθεια για να υπάρχει μια όσο το δυνατόν ταχύτερη προώθηση και ελάχιστη παραμονή σε Τουρκικό έδαφος.
Εξαίρεση θα αποτελούν σε κάθε περίπτωση οι Έλληνες Εβραίοι που αντιμετωπίζονται σε όλες αυτές τις φάσεις ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας κάτι που αντανακλά την τάση των Κεμαλικών να συνεχίσουν την ομογενοποίηση του τουρκικού κράτους σβήνοντας τους άλλους μειονοτικούς πληθυσμούς – είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλη την δεκαετία του 30 οι τουρκικές πρεσβείες και προξενεία στην Ευρώπη αφαιρούν τα διαβατήρια σε Εβραίους της Τουρκίας που βρίσκονται σε εμπορικά ταξίδια- αλλά που ασφαλώς έχει να κάνει και με την πρόσθετη Βρετανική πίεση για να αποθαρρύνονται οι Εβραίοι να κατευθυνθούν προς την Παλαιστίνη.
Ο ιστορικός ανέφερε χαρακτηριστικά ένα στοιχείο που βρήκε στην Τουρκική Ερυθρά Ημισέληνο όπου σε έναν πίνακα καταγράφονται οι αφίξεις των προσφύγων ως «άτομα» όταν είναι Έλληνες Xριστιανοί ή Έλληνες Mουσουλμάνοι, και ως «τεμάχια» όταν είναι Έλληνες Eβραίοι.

Φυσικά δεν λείπουν και οι αυθόρμητες κινήσεις αλληλεγγύης των Τούρκων πολιτών και ακόμη των μικρών εβραϊκών παροικιών σε Ιστανμπούλ και Σμύρνη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΛΩΡΟΣ