Η ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ ΩΣ ΜΕΣΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ruins (Eρείπια) ένα εξαιρετικό ντοκυμαντέρ ρίχνει φως στη διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών

[Tην Tετάρτη 23 Oκτώβρη, στο Γκάζι, στο αμφιθέατρο του 9.84, οι «Συλλογικές δράσεις Κοινωνικής αλληλεγγύης του 18ανω» παρουσίασαν το ντοκυμαντέρ Ruins (ΕΡΕΙΠΙΑ) της Ζωής Μαυρουδή. Oμιλητές πρώην χρήστες, αποθεραπευόμενοι, γιατροί, δημοσιογράφοι και η Kατερίνα Mάτσα, (πρώην) επιστημονική υπεύθυνη της μονάδας απεξάρτησης 18 Άνω. Το κείμενο που παρουσιάζουμε είναι η εισήγηση της Kατερίνας Mάτσα]
«Με την υπόθεση της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών η κρίση έφτασε σε μια αναπόφευκτη κορύφωση βαρβαρότητας», λέει σε μια συνέντευξή της (εφημ. «Πριν» 6/10/13) η σκηνοθέτρια του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ «Ερείπια» (Ruins) Ζωή Μαυρουδή.
Η διαπόμπευση έγινε την άνοιξη του 2012, λίγο πριν τις εθνικές εκλογές της 6/5/12. Εμπνευστές της ήταν οι δύο υπουργοί, ο Λοβέρδος της Υγείας και ο Χρυσοχοΐδης της Δημόσιας τάξης.
Είχαν προηγηθεί οι εκτεταμένες επιχειρήσεις–σκούπα της αστυνομίας εναντίον μεταναστών και τοξικομανών στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν η εποχή που ο Ανδρέας Λοβέρδος λάνσαρε τη θεωρία των «υγειονομικών βομβών». Οι μετανάστες αναγορεύτηκαν σε φορείς μετάδοσης μολυσματικών νόσων και απειλή για τη δημόσια υγεία. Έπρεπε λοιπόν να συλληφθούν, να εκτοπισθούν από το κέντρο και να εγκλειστούν σε τόπους αποκλεισμού, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως αυτό της Aμυγδαλέζας και άλλα. Η σκούπα συμπαρέσυρε και τους τοξικομανείς που βρίσκονταν στις πιάτσες. Παρά το γεγονός ότι η θεωρία Λοβέρδου για τις «υγειονομικές βόμβες» αποδείχτηκε φιάσκο, -αφού φάνηκε από τα στοιχεία του ίδιου του ΚΕΕΛΠΝΟ (κέντρο ελέγχου και πρόληψης νοσημάτων) ότι η διάδοση μεταδοτικών νόσων (όπως η φυματίωση, για παράδειγμα) δεν ήταν μεγαλύτερη στους μετανάστες σε σχέση με τους ντόπιους- οι αστυνομικές δυνάμεις, με εντολές Χρυσοχοϊδη, επιδόθηκαν σε ένα όργιο αυθαιρεσίας και καταστολής.
Το επόμενο βήμα ήταν τον Απρίλη του 2012, η προστασία της δημόσιας τάξης από τους «πλιατσικολόγους του 18άνω», όπως χαρακτηρίστηκαν από δημόσια χείλη μέλη της Κοινωνικής Επανένταξης του 18άνω που συμμετείχαν στη μεγαλειώδη διαδήλωση του ενός εκατομμυρίου κατοίκων της Αθήνας ενάντια στο Μνημόνιο στις 12 Φλεβάρη του 2012. Η επιχείρηση διασυρμού του 18άνω, της μεγαλύτερης δημόσιας Μονάδας Απεξάρτησης ενορχηστρώθηκε από τον ίδιο υπουργό, το Λοβέρδο, που κίνησε μια διαδικασία διώξεων των υπευθύνων της Μονάδας και των θεραπευομένων, όπου απαιτήθηκε η παραβίαση του ιατρικού απορρήτου και εκτοξεύθηκε η κατηγορία της Κακής Άσκησης Ιατρικής (malpractice) και η απειλή της «παύσης κάθε υπευθύνου». Η υπόθεση αυτή, κάτω από την πίεση ενός τεράστιου κύματος συμπαράστασης στο 18άνω από όλους τους επιστημονικούς, κοινωνικούς και άλλους φορείς και πλήθος κόσμου, τέθηκε τελικά στο αρχείο, αφού ταλαιπώρησε επί πολλούς μήνες τους υπεύθυνους της Μονάδας.
Ακολούθησε το επόμενο βήμα της επιχείρησης «προστασίας της δημόσιας υγείας» που ήταν η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών. Επιστρατεύτηκαν με ιδιαίτερο ζήλο τα ΜΜΕ για να διασπείρουν το, φόβο και να δημιουργήσουν ένα καθεστώς πανικού. Οι εκδιδόμενες μετανάστριες φορείς του ιού HIV αναγορεύτηκαν σε εστίες μετάδοσης του aids στον έλληνα πελάτη-οικογενειάρχη και απειλή για την ελληνική οικογένεια. Είχε ήδη από πριν αποφανθεί ο Λοβέρδος, με δηλώσεις του το Δεκέμβρη του 2011, ότι «η μετάδοση του ιού HIV γίνεται από την παράνομη μετανάστρια στον έλληνα πελάτη και την ελληνική οικογένεια». Η πολύκροτη επιχείρηση της αστυνομίας με τη συνδρομή του «ΚΕΕΛΠΝΟ» κατέληξε στην προσαγωγή εκατοντάδων εκδιδόμενων γυναικών από τις οποίες κρατήθηκαν 32, όσες αποδείχτηκε τελικά, μετά από εξαναγκαστικές αιματολογικές εξετάσεις, ότι ήταν οροθετικές. Μόνο μία από αυτές ήταν μετανάστρια. Οι υπόλοιπες ήταν τοξικομανείς που εκδίδονταν -αν και καμμιά τεκμηριωμένη απόδειξη δεν υπήρξε ότι εκδίδονταν- στις συγκεκριμένες πιάτσες όπου τις συνέλαβαν, για εξασφαλίσουν τη δόση τους. Παραβιάζοντας το ιατρικό απόρρητο και κάθε αρχή ιατρικής δεοντολογίας, γιατροί και νοσηλευτές του ΚΕΕΛΠΝΟ, μαζί με αστυνομικούς, ασκώντας τρομακτική βία πάνω σε αυτές τις γυναίκες, τις υποχρέωσαν να υπογράψουν δήλωση ότι γνώριζαν από πριν ότι ήταν οροθετικές, προκειμένου να τεκμηριώσουν την κατηγορία της «σκοπούμενης σωματικής βλάβης» που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα. Στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τα προσωπικά δεδομένα και οι φωτογραφίες όλων αυτών των γυναικών προκειμένου, όπως είπαν οι αρμόδιοι, να οδηγηθούν σε ιατρικό έλεγχο όσοι αναγνωρίσουν σε αυτά τα πρόσωπα τις γυναίκες με τις οποίες συνευρέθηκαν χωρίς προφυλακτικό. Μέσα σε κλίμα πανικού και υστερίας περνούσε μιντιακά το μήνυμα ότι αυτές οι γυναίκες ήταν ο δημόσιος κίνδυνος, η μεγάλη απειλή της δημόσιας υγείας. Για αυτό και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Τα σώματα λοιπόν αυτών των οροθετικών γυναικών εκτεθειμένα σε δημόσια θέα, έγιναν ο γνώμονας, με βάση τον οποίο, τα σώματα των ξένων και των αποκλινόντων κατασκευάζονται ως επικίνδυνα. «Το κράτος με τη συνδρομή των υγειονομικών υπηρεσιών προσφέροντας το θέαμα της διαπόμπευσης εγγυήθηκε την προστασία του πελάτη-οικογενειάρχη», όπως λέει χαρακτηριστικά η Αθηνά Αθανασίου (Η κρίση ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εκδ. Πατάκη, 2012)
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτές που πρέπει να στοχοποιηθούν και να εξοστρακισθούν από την υγιή κοινωνία γιατί είναι φορείς του ιού και σε αυτούς που πρέπει να προστατευθούν και αποτελούν μέλη της ελληνικής οικογένειας και θεματοφύλακες των αξιών της χαράχτηκαν από τις υγειονομικές υπηρεσίες με τη συνδρομή πάντα των αστυνομικών. Κατά την ανάκριση οι γυναίκες κατηγορούμενες φορούσαν χειρουργικές μάσκες, ενώ η δικαστική υπάλληλος – γραμματέας και οι αστυνομικοί φορούσαν γάντια.
Σε αυτήν την καλά σχεδιασμένη επιχείρηση της βιοπολιτικής της κυρίαρχης εξουσίας ο φόβος και ο πανικός του κοινωνικού σώματος χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει την ξενοφοβία, την πατριαρχία, την ομοφοβία, το ρατσισμό.
Οι οροθετικές γυναίκες, τοξικομανείς στην πλειοψηφία τους, θυσιάστηκαν για τις ανάγκες της πατριαρχικής κοινωνίας, την επιβολή του νόμου και της τάξης ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης όπου «η κρίση γίνεται εφαλτήριο για μια πολιτική χάραξης συνόρων, που αφορούν ταυτόχρονα και αδιάρρηκτα το έθνος, το φύλο, τη γλώσσα, την ταξική και οικονομική θέση», όπως λέει η Αθηνά Αθανασίου.
Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής όσα υποκείμενα χαρακτηρίζονται με γνώμονα τη φυλή, το φύλο, την εθνικότητα, ως ξένα, διαφορετικά, αποκλίνοντα, ανακηρύσσονται σε αντικείμενα αποκλεισμού και εξόντωσης, ως «ζωές ανάξιες να ζουν», όπως χαρακτήριζαν οι ναζί τους ψυχασθενείς – θύματα της «επιχείρησης ευθανασίας» του Χίτλερ.
Όπως χαρακτηριστικά λέει στη συνέντευξή της η σκηνοθέτρια Ζωή Μαυρουδή (εφ. Πριν, 6/10/13) «όποιος προωθεί πρακτικές όπως ‘σκούπες’ κατά οροθετικών, μεταναστών, τρανς ατόμων και τοξικομανών, διατάξεις που αγνοούν το ιατρικό απόρρητο και τις διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να μας εξηγήσει σε τι ακριβώς διαφωνεί με τη ρητορική της ‘Χρυσής Αυγής’».
Είναι φανερό ότι αυτή η κορυφαία πράξη καταστολής και βαρβαρότητας, η επιχείρηση διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών την άνοιξη του 2012 δεν εξυπηρετούσε μόνο τις προεκλογικές ανάγκες Λοβέρδου – Χρυσοχοίδη, αλλά τις ανάγκες της κυρίαρχης εξουσίας, της βιοεξουσίας, σε βαθειά κρίση, που επεξεργάζεται με διάφορους τρόπους στρατηγικές αποκλεισμού και τελικά εξόντωσης όλων των αποκλινόντων από την κοινωνική νόρμα.
Είναι άραγε τυχαίο ότι μια από τις πρώτες πράξεις που έκανε, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του, ο νυν υπουργός Υγείας ήταν να επαναφέρει αυτήν ακριβώς την υγειονομική διάταξη Λοβέρδου 39A, την οποία είχε καταργήσει κάτω από την γενική κατακραυγή η προηγούμενη υφυπουργός Υγείας Φ. Σκοπούλη;
Κατερίνα Μάτσα