Βιβλιοπαρουσίαση από την Κατερίνα Μάτσα
Βασίλης Τσιράκης Ο ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΗΣ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2026
Εξαιρετική η μυθιστορηματική βιογραφία του ηγέτη του ΚΚΕ Κώστα Καραγιώργη, που είχε τραγικό τέλος στις ρουμανικές φυλακές. Στις σελίδες του βιβλίου παρακολουθούμε όλη την πορεία τής νικηφόρας αλλά χαμένης ελληνικής επανάστασης του 1941-1949, παγιδευμένης στις συμφωνίες Κρεμλίνου και Συμμάχων ιμπεριαλιστών για την μεταπολεμική τάξη πραγμάτων και προδομένης από τη σταλινική γραφειοκρατία. Ο Καραγιώργης τόλμησε να ασκήσει κριτική στην ηγεσία του ΚΚΕ για τις καταστροφικές συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και τέλος τής Βάρκιζας, αλλά και στη στάση του ίδιου του γενικού γραμματέα Νίκου Ζαχαριάδη. Το πλήρωσε με τη ζωή του.
Ο Κώστας Καραγιώργης (Κώστας Γυφτοδήμος) γεννήθηκε στη Λίμνη Ευβοίας, σπούδασε γιατρός, οργανώθηκε από τα φοιτητικά του χρόνια στις γραμμές του ΚΚΕ, όταν ακόμα ήταν γραμματέας ο Παντελής Πουλιόπουλος. Γοητευμένος από την πρώτη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στη χώρα των Σοβιέτ αφιέρωσε τον εαυτό του στην υπόθεση της επανάστασης. Υπήρξε εκλεγμένος πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελλήνων Φοιτητών, μέλος της γραμματείας της ΟΚΝΕ, με γραμματέα τότε τον Λευτέρη Αποστόλου. Θαύμαζε τον Π. Πουλιόπουλο, έγινε κολλητός με το Ν. Ζαχαριάδη, που μόλις είχε γυρίσει από το περίφημο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής (ΚΟΥΤΒ). Το 1925 εξορίστηκε στην Ανάφη. Ακολούθησαν κι άλλες εξορίες, όπως αυτή στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου, μια πραγματική κόλαση. Λίγο αργότερα διέφυγε τη σύλληψη από την Ασφάλεια, ταξιδεύοντας στην Ευρώπη, αρχικά στη Βιέννη και μετά στο Βερολίνο, Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 διέφυγε στο Παρίσι, με κοινή απόφαση του κόμματος και της Κομιντέρν. Το 1934 επισκέφθηκε τη Μόσχα και άρχισε να δουλεύει στο μεταφραστικό τμήμα της Κομιντέρν και ταυτόχρονα ως ανταποκριτής του Ριζοσπάστη. Ήταν η εποχή που το Ανώτατο Σοβιέτ, με εντολή του Στάλιν, ψήφιζε υπέρ της θανατικής ποινής από την ηλικία των 12 ετών και υπέρ της τιμωρίας της ομοφυλοφυλίας με 5 χρόνια φυλακή, καταργώντας στην πράξη όλες τις ελευθερίες που κατακτήθηκαν με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο Καραγιώργης πήρε μέρος στο 7ο συνέδριο της Κομιντέρν, που πρότεινε τη δημιουργία Λαϊκών Μετώπων. Παρακολούθησε τη δίκη και την εκτέλεση των Ζηνόβιεφ – Κάμενεφ. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα βρέθηκε στις φυλακές της Αίγινας, από εκεί εξορίστηκε στη Σίφνο για 4 χρόνια και μετά στην Κίμωλο. Όλα αυτά τα χρόνια κατάφερνε να επιβιώνει ασκώντας την ιατρική στους κατοίκους των τόπων της εξορίας του. Μετά την είσοδο των Γερμανών κατακτητών στην Αθήνα κατάφερε να αποδράσει από τον τόπο της εξορίας του και να φτάσει στον Πειραιά, μαζί με δύο συντρόφισσές του – η μία, η Μαρία Αγριγιαννάκη, ήταν η μετέπειτα γυναίκα του και μητέρα του γιου του Αλέξη.

Με εντολή του κόμματος ανέλαβε την έκδοση του Ριζοσπάστη, την επαφή με τους δημόσιους υπαλλήλους και τους καλλιτέχνες και οργάνωσε την πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ελλάδα στα 3Τ (Ταχυδρομεία, Τηλεγραφεία, Τηλεφωνεία). Έγινε φίλος με το Μάρκο Αυγέρη, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Βάρναλη, τον Λουντέμη, την Έλλη Αλεξίου. Το Δεκέμβρη του 1942 εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1943 ο Κώστας Καραγιώργης και η γυναίκα του Μαρία έφυγαν για τη Λάρισα για να στρατολογήσουν μαχητές στην Αντίσταση. Τα μέλη του ΕΑΜ μαζί με την ΕΠΟΝ έφτασαν τα 2 εκατομμύρια και τα μέλη του κόμματος ξεπέρασαν τις 200.000. Στις 25 Απρίλη 1944 έγιναν οι πρώτες εκλογές στην ελεύθερη Ελλάδα και την Πρωτομαγιά έφυγε η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ για το Λίβανο.
Ο Καραγιώργης εκλέχτηκε αντιπρόσωπος στην πρώτη σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ στις Κορυσχάδες. Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς ανέλαβε, με εντολή του κόμματος, τη νόμιμη έκδοση του Ριζοσπάστη. Ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά, ο αφοπλισμός των αστυνομικών τμημάτων με εντολή του Σιάντου, η σκληρή κριτική της ηγεσίας και προσωπικά του Ιωαννίδη στο Σιάντο και τέλος η πλήρης συνθηκολόγηση του ΚΚΕ με την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας το Φλεβάρη του 1945.
Τον Απρίλη 1945 ο Καραγιώργης στην Ολομέλεια της ΚΕ έκανε κριτική στη συμφωνία του Λιβάνου, ως την αρχή όλων των δεινών. Αμέσως μετά έφυγε για τη Νέα Υόρκη ως αντιπρόσωπος του ΕΑΜ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα τον Οκτώβριο 1945 πήρε μέρος στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ, όπου εξελέγη αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Το Φλεβάρη του 1946 η ολομέλεια της ΚΕ κάλεσε το λαό σε ένοπλο αγώνα, ως έσχατο μέσο πίεσης απέναντι στη λευκή τρομοκρατία. «Όλοι στ’ άρματα», έγραφε το τελευταίο φύλο του Ριζοσπάστη, πριν η αστυνομία κατασχέσει τα μηχανήματα. Τα Χριστούγεννα του 1947 ο Καραγιώργης ανέβηκε στο βουνό και ανέλαβε τη Διοίκηση του Κλιμακίου του Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας με 12.000 μαχητές. Η απόφαση του Ζαχαριάδη για τη μετατροπή του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό συναντούσε τεράστιες δυσκολίες. Ο Καραγιώργης αποφασίζει τότε να στείλει μέσω Μάρκου Βαφειάδη επιστολή στο Ν. Ζαχαριάδη, εκθέτοντας τις διαφωνίες του. Στο Γράμμο ο Καραγιώργης πήρε μέρος στην ολομέλεια της ΚΕ, που διέγραψε τον Μάρκο Βαφειάδη, καθαίρεσε το Θανάση Χατζή και τον Μήτσο Βατουσιανό, εξέλεξε το Μήτσο Παρτσαλίδη ως Πρόεδρο της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης του Βουνού και αναβάθμισε τον ίδιο σε τακτικό μέλος της ΚΕ.

Ο Καραγιώργης σε μια μάχη στο Μέτσοβο τραυματίστηκε στο κεφάλι και λίγο αργότερα έφυγε για τη Βουδαπέστη. Τον Ιούνιο 1949 επέστρεψε στο Γράμμο, για να συνοδέψει ως γαλλομαθής τη γαλλική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πωλ Ελυάρ. Στις αρχές Αυγούστου έγινε η τελική επίθεση του κυβερνητικού στρατού με βόμβες ναπάλμ. Οι δυνάμεις του ΔΣΕ πέρασαν στην Αλβανία και ο Καραγιώργης γύρισε στη Βουδαπέστη για να εξετάσουν το τραύμα του. Το Μάη του 1950 βρέθηκε στο Βουκουρέστι στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ. Μολονότι υπερψήφισε την απόφαση, συνέχισε να κάνει κριτική στο Ν. Ζαχαριάδη και στην ηγεσία του ΚΚΕ, κοινοποιώντας μια μεγάλη και εφ’ όλης της ύλης επιστολή με τις διαφωνίες του.
Καθαιρέθηκε από την ΚΕ, διαγράφτηκε από μέλος του κόμματος και με εντολή του Ζαχαριάδη τέθηκε υπό κράτηση στις φυλακές του Βουκουρεστίου, όπου άρχισαν οι πολύωρες καθημερινές ανακρίσεις επί πολλούς μήνες. Τον Ιούνη 1951 μεταφέρθηκε στις πολιτικές επανορθωτικές φυλακές Μαρτζινένι της κωμόπολης Πιτέστι, έξω από το Βουκουρέστι, όπου κρατούνταν άλλοι 9 μαχητές του ΔΣΕ μέσα σε άθλιες συνθήκες. Τον Οκτώβρη 1954 πέθανε στη φυλακή από φυματίωση, μέσα σε τρομερές αιμοπτύσεις και αφού η διεύθυνση είχε αρνηθεί να τον μεταφέρει σε νοσοκομείο. «Κάνε κουράγιο… Κάποτε θα αποκατασταθείς», του έλεγαν οι συγκρατούμενοί του. Που τον θάψανε, πώς τον θάψανε κανένας δεν έμαθε.
Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τον Αύγουστο 1958 αποφάσισε «την αποκατάσταση της μνήμης των συντρόφων Σιάντου, Πλουμπίδη και Καραγιώργη»!!
Ένα πραγματικό εύρημα του συγγραφέα αποτελεί η παράθεση, ένθετα στην αφήγηση, των εκθέσεων του Ρουμάνου χαφιέ που τοποθετήθηκε στο ίδιο κελί με τον Καραγιώργη για να δίνει αναφορά για την κατάσταση και τα λεγόμενά του στα διαστήματα μεταξύ των ανακρίσεων. Πρόκειται για ένα πραγματικά ενδιαφέρον βιβλίο που φωτίζει, διαμέσου της ζωής του “κοσμοπολίτη”, όπως τον κατηγορούσαν οι στενοκέφαλοι γραφειοκράτες τον πολύγλωσσο και πολυταξιδευμένο Κώστα Καραγιώργη με την ξεχωριστή προσωπικότητα, πολλά ζητήματα της αντιφασιστικής Αντίστασης, της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, του εμφυλίου και του ρόλου της σταλινικής ηγεσίας που οδήγησε στην ήττα τον μεγαλειώδη αγώνα του ελληνικού λαού για απελευθέρωση και σοσιαλισμό.
