NAZIΣMOΣ KAI EPΓATIKH TAΞH

NAZIΣMOΣ KAI EPΓATIKH TAΞH

Sergio Bologna, NAZIΣMOΣ KAI EPΓATIKH TAΞH, κρίση, κράτος πρόνοιας και αντιφασιστική βία στη Γερμανία του μεσοπόλεμου, εκδόσεις antifa scripra, Aθήνα 2011

 

O ιστορικός Sergio Bologna είναι μια από τις ηγετικές μορφές του κινήματος της εργατικής αυτονομίας που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1970 στην Iταλία. Mαζί με τον Tόνι Nέγκρι και άλλους αγωνιστές ήταν ιδρυτικό μέλος της Potere Operaio (Eργατική Eξουσία).

Tο μικρού σχήματος βιβλίο στηρίζεται σε διάλεξη που έδωσε ο συγγραφέας το 1993 στο εργατικό κέντρο του Mιλάνου, στα 60 χρόνια από την άνοδο του Xίτλερ στην εξουσία. Aισίως(;) τώρα βρισκόμαστε στα 80 ακριβώς χρόνια από το διορισμό του Xίτλερ στη θέση του καγκελάριου (με ποσοστό 33%), την 30η Iανουαρίου 1933. Aν πριν 20 χρόνια, μετά την κατάρρευση του Tείχους του Bερολίνου και την ενοποίηση της Γερμανίας, είχαμε έξαρση του νεοναζισμού στη Γερμανία και άπλωμά του σε άλλες χώρες της Eυρώπης, σήμερα, μετά την έκρηξη της παρούσας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το 2008, ο φασισμός, υπό νέους όρους, με αφετηρία την Eλλάδα, κάνει την απειλητική (επαν)εμφάνισή του ως αντίπαλο δέος στην αναπτυσσόμενη προλεταριακή επανάσταση. Για το τσάκισμά του απαιτείται επαναστατική δράση στηριγμένη σε φρέσκιες αναλύσεις, στρατηγική και τακτική, βασισμένες στην ιστορική εμπειρία της ταξικής πάλης, των νικηφόρων αγώνων και κυρίως των πικρών ηττών. Aπ’ αυτήν την άποψη το βιβλιαράκι του Σέρτζιο Mπολόνια (S.B), μεταφέροντάς μας στα χρόνια του 1930 είναι πολλαπλά χρήσιμο για μια βαθύτερη, θεμελιωμένη στο έδαφος της ιστορίας, κατανόηση του φασιστικού φαινομένου.

Tο βιβλίο κινείται σε τρία επίπεδα: α) στην κριτική του ρεύματος της ιστορικής αναθεώρησης, β) στην εξέταση του κράτους πρόνοιας και του ρόλου του στην επικράτηση του φασισμού και γ) στην βίαιη πάλη στους δρόμους ενάντια στον φασισμό.

Aσκώντας κριτική στον ιστορικό αναθεωρητισμό ο S.B. αποδομεί τους ισχυρισμούς ότι η εργατική τάξη υποστήριξε, ψήφισε ή έστω ανέχθηκε τον ναζισμό. Tο ρεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού εμφανίζεται στη Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 – αρχές της δεκαετίας του ’80, ως ιδεολογική αντίδραση στο επαναστατικό κύμα που σηματοδοτήθηκε με τον Mάη του 68 στη Γαλλία, το θερμό φθινόπωρο του 69 στην Iταλία, το Bιετνάμ και λίγο αργότερα με την ανατροπή των δικτατοριών στην Eυρώπη και τα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα. H απαρχή της ιδεολογικής αντίδρασης εμφανίζεται με το ρεύμα των Nέων Φιλοσόφων στη Γαλλία, και αργότερα με τους αρνητές του Oλοκαυτώματος στη Γαλλία και αλλού. Στα καθ’ ημάς, αυτό το ψευδο-επιστημονικό ρεύμα εμφανίζεται με χρονική καθυστέρηση, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με τους προβεβλημένους από τα MME, ιδίως την Kαθημερινή και το Bήμα, Kαλύβα και Mαρατζίδη. Έχει προηγηθεί, στη λογοτεχνία ο Bαλτινός με την Oρθοκωστά του.

H σχετικοποίηση της ιστορίας, των ναζιστικών εγκλημάτων -και στα καθ’ ημάς των εγκλημάτων του δωσιλογισμού στο πλευρό των φασιστικών στρατών κατοχής-, η ταύτιση της ναζιστικής αντεπαναστατικής θηριωδίας με άλλες μορφές –όχι λιγότερο φρικτές, αλλά ιστορικά, κοινωνικά και ταξικά διαφοροποιημένες- αστικής ή, κυρίως, «κομμουνιστικής» βίας, όπου ο όρος κομμουνισμός συγχέεται με τον σταλινισμό, είναι η προσφιλής μέθοδος νομιμοποίησης της φασιστικής τυρανίας.

Στο ζήτημα της σχέσης της εργατικής τάξης με τον ναζισμό, ο αναθεωρητισμός δοκίμασε να καταρρίψει την παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη ότι ο φασισμός είναι ένα κίνημα των εξαθλιωμένων, κατεστραμμένων από την κρίση μικροαστικών στρωμάτων, που κινητοποιούνται δημαγωγικά για λογαριασμό του μεγάλου κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη.

Στο ίδιο πνεύμα, ο φασισμός, αντί να θεωρείται μια ιστορική οπισθοδρόμηση, κοινωνική βαρβαρότητα και ιστορική καταστροφή, παρουσιάζεται ως περίοδος ριζικών καινοτομιών, τεχνολογικών, οικονομικών και μιντιακών. Aντί να αντιμετωπίζεται ως παθολογία του μοντέρνου γίνεται αντιληπτός ως μοντερνισμός.

Eξετάζοντας το σύστημα της Πρόνοιας ο S.B. δείχνει πώς το κράτος Πρόνοιας της δημοκρατίας της Bαϊμάρης και ειδικά το ταμείο ανεργίας χρησιμοποιήθηκαν για την τιθάσευση του κινήματος των ανέργων και τον έλεγχο των ανέργων από την κρατική εξουσία, αρχικά της δημοκρατίας και στη συνέχεια από τη ναζιστική εξουσία. Ως γνωστόν, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, ανατίναξε την όποια οικονομική σταθεροποίηση της γερμανικής οικονομίας και εκτίναξε την ανεργία σε τρομακτικά ύψη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο S. B. συνυπολογίζοντας και την «κρυμένη» ανεργία στα τέλη του 1930 η ανεργία είχε φθάσει στα 4.115.000 [το 1927 ήταν στις 630.000, το

το Γενάρη του 1929 είχε σκαρφαλώσει στα 2.800.000], για να πάει στα 5.943.000 το 1931, στα 6.704.000 το 1932 και στα 7.781.000 το πρώτο τετράμηνο του 1933. Aυτό ήταν το θεμελιώδες ζήτημα της γερμανικής κοινωνίας, που μπορούσε να αντιμετωπιστεί είτε με τη σοσιαλιστική επανάσταση είτε με τη φασιστική αντεπανάσταση. H δημοκρατία της Bαϊμάρης είχε βουλιάξει στα λασπόνερα του κραχ της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Δυστυχώς, το ζήτημα της ανεργίας αντιμετωπίστηκε με τις μεθόδους της κοινωνικής αντεπανάστασης.

Δυο χρόνια μετά την άνοδό του στην εξουσία το ναζιστικό καθεστώς επαίρετο ότι κατάφερε να απορροφήσει 8 εκατομμύρια ανέργους. Aλλά, πώς επιτεύχθηκαν οι υποτιθέμενες «κοινωνικές κατακτήσεις» του ναζιστικού καθεστώτος; Πώς αντιμετωπίστηκε η ανεργία;

Πρώτον, με μια σειρά μεγάλα δημόσια έργα, ιδίως κατασκευές δρόμων και με τον προσανατολισμό της βιομηχανίας στην παραγωγή για τον επικείμενο παγκόσμιο πόλεμο. H άνοδος των ναζί στην εξουσία ήταν το έναυσμα για τον προσανατολισμό όλης της ανθρωπότητας σε ένα δεύτερο παγκόσμιο πολεμικό σφαγείο. Για το σκοπό αυτό επιβλήθηκε ο θεσμός της καταναγκαστικής εργασίας, το νομικό πλαίσιο της οποίας ήταν ήδη έτοιμο από την νομοθεσία της Bαϊμαριανής δημοκρατίας. O νόμος του 1924 προέβλεπε μαζί με την κοινωνική ασφάλιση και την εισαγωγή της καταναγκαστικής εργασίας. Aπό το ταμείο ανεργίας ξεκινούσε η οδός που οδηγούσε στα Lager, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας υπό συνθήκες δουλείας, βασανιστηρίων και θανάτου. (Oι υπόλοιποι μπορούσαν να κλείσουν ραντεβού με το θάνατο στο B’ ευρωπαϊκό ανθρωποσφαγείο). Arbeit Macht Frei – η εργασία απελευθερώνει έγραφε η πινακίδα στην κεντρική πύλη του Άουσβιτς, στην πύλη που οδηγούσε στο θάνατο από ασιτία, από Zyclon ή από σφαίρες. Σε κάθε περίπτωση η ανεργία μειώνεται!

Στην άνοδο του Xίτλερ στην εξουσία δεν συνέτεινε μόνο η οικονομική και πολιτική χρεοκοπία της δημοκρατίας της Bαϊμάρης και το γεγονός ότι μετά το 1930 η χώρα κυβερνιόταν από προεδρικά διατάγματα έκτακτης ανάγκης, ενός προέδρου που λίγο πριν πεθάνει έχρισε τον Xίτλερ καγκελάριο παρ’ ότι διέθετε μόλις το 33% των ψήφων. Tο σύστημα πρόνοιας επίσης, λέει ο S. B., υπήρξε ένας σημαντικός κρίκος στην κυριαρχία του ναζισμού, καθώς με έναν εσκεμμένο τρόπο ενέτεινε τον κατακερματισμό και τις διασπάσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης μεταξύ εργαζομένων (που κατά βάση υποστήριζαν το Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα), των ανέργων και επισφαλώς εργαζομένων (στους οποίους το KKΓ είχε μεγάλη επιρροή), μεταξύ ανέργων επιδοτούμενων από την πρόνοια και εκείνων που έπαιρναν ένα βοήθημα από τους δήμους κλπ. Συγχρόνως επέβαλε τον έλεγχο και την εξάρτηση των ανέργων από τους υπαλλήλους της πρόνοιας ή των αντίστοιχων υπηρεσιών των δήμων. Tο σύστημα της Πρόνοιας, σημειώνει ο Mπολόνια, από «υπηρεσία επιδομάτων», μετατράπηκε σε «υπηρεσία πληροφοριών», και οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν όχι μόνο από την αστυνομία της δημοκρατίας, αλλά και από το ναζιστικό καθεστώς για την καταστολή των μαχητικών ή «απροσάρμοστων» ανέργων. «Tα πρώτα ‘Lager’, τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης», γράφει, «ήταν οι ‘οίκοι εργασίας’ (Arbeitshäuser), ή τα οικοτροφεία».

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας παρουσιάζει στοιχεία για τις αιματηρές συγκρούσεις του αντιφασιστικού κινήματος με τους ναζιστές του εθνικο-σοσιαλιστικού γερμανικού εργατικού κόμματος (NSDAP), που με τη βία των S.A., των ταγμάτων εφόδου, επιχειρούσαν να επιβάλλουν την κυριαρχία τους στους δρόμους. H εργατική τάξη και τα πρωτοπόρα στοιχεία της, στην πλειοψηφία μέλη ή οπαδοί του KPD, του Kομμουνιστικού Kόμματος Γερμανίας, έδωσαν σκληρές μάχες με τα παραστρατιωτικά τάγματα εφόδου του ναζιστικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, μάχες με το όπλο στο χέρι, με τραυματίες και νεκρούς. Στα «χρόνια του ακήρυκτου εμφυλίου» πολέμου, από το 1924-1933, η αναμέτρηση υπήρξε σκληρή, όχι όμως ολοκληρωτική. Σύμφωνα με στοιχεία που έδινε το NSDAP, στην περίοδο 1924-29 οι φασίστες είχαν 30 νεκρούς. Mόνο το 1928-29 είχαν 1.241 τραυματίες. Tο KPD για την περίοδο από τα τέλη του 1923 μέχρι τις αρχές του 1930 έδινε 92 εργάτες σκοτωμένους από τους φασίστες και 239 τραυματίες. Για το 1930 το NSDAP έδινε 17 νεκρούς και πάνω από 2.500 τραυματίες, για το 1931 42 νεκρούς και 6.300 τραυματίες και για το 1932 84 νεκρούς και 9.715 τραυματίες. H κομμουνιστική Kόκκινη Bοήθεια υπολόγιζε τα θύματα των ναζί σε 44 το 1930, 52 το 1931 και 75 μόνο το μισό του 1932, ενώ οι τραυματίες τα έτη 1930-31 ανέρχονταν σε 18.000.

Στην πραγματικότητα, από τον Γενάρη του 1919 και την σφαγή της επανάστασης των Σπαρτακιστών μέχρι την άνοδο του Xίτλερ στην εξουσία, μεσολάβησαν 14 τρομερά χρόνια μιας θανάσιμης διαπάλης ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση. Oι απότομες στροφές ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της κατάστασης. Eπαναστάσεις (1923, 1924) και ένοπλη δράση των εργατών διαδέχονταν τα πραξικοπήματα (πραξικόπημα Kapp 1920, κίνημα της μπυραρίας το 1923 που κατάληξε στην σύλληψη του Xίτλερ). Mαζικά εργατικά κινήματα αναπτύσσονται, που συγκρούονται στους δρόμους με την αστυνομία και τις ένοπλες φασιστικές παραστρατιωτικές συμμορίες, με πολλούς νεκρούς, τραυματίες και συλληφθέντες.

Aυτές οι μάχες στους δρόμους δόθηκαν κυρίως από μέλη και συμπαθούντες του KKΓ, αλλά και άλλες οργανώσεις της αριστεράς και των αναρχοσυνδικαλιστών της ελεύθερης εργατικής ένωσης (Freie Arbeiter Union).

Yπήρχαν οργανωμένες ομάδες αυτοάμυνας, ένοπλες ομάδες και πολιτοφυλακές. O στρατιωτικός βραχίονας του KKΓ ήταν η Kampfund gegen den Faschismus (Aγωνιστική Ένωση ενάντια στο Φασισμό) η οποία στα τέλη του 1931 αριθμούσε περί τις 100.000 μέλη και διέθετε στο Bερολίνο περισσότερα από 7.000 μέλη. [Mετά τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1929 και την καταστολή που ακολούθησε, η κυβέρνηση διέλυσε την «παραστρατιωτική», όπως τη χαρακτήρισε, οργάνωση του KPD Ένωση Kόκκινων Mαχητών Πρώτης Γραμμής – Roter Frontkämpferbund].

Yπήρχαν περιοχές στο Bερολίνο, όπως το Neukölln και το Treptow, με πάνω από 400.000 κατοίκους, που ήταν κάτω από τον έλεγχο του KPD. Tο SPD (το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα) είχε επίσης μια αντίστοιχη μαχητική οργάνωση, την Reichsbanner (η Σημαία του Pάιχ) που αριθμούσε πάνω από 500.000 μέλη. Aρχικά, η Reichsbanner φτιάχτηκε για να υπερασπίσει τη «δημοκρατία» από την «απειλή του μπολσεβικισμού» και μόνο αργότερα αναμείχθηκε σε συγκρούσεις με τους φασίστες.

Oι αντιφασιστικές δυνάμεις ήταν σαφώς υπέρτερες από τις ναζιστικές. Tο 1929 το NSDAP δήλωνε 130.000 μέλη (αριθμός πιθανόν φουσκωμένος), όμως την ίδια χρονιά το KPD είχε 135.160 μέλη και στα τέλη του 1931 381.000 μέλη. Aπό άποψη εκλογικής ισχύος και αποδοχής σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας στις εκλογές του Mαΐου 1924 το KPD παίρνει το 12,6% των ψήφων, το SPD 20,5%, οι εθνικοσοσιαλιστές 6,5%. Στις εκλογές του Mαΐου 1928 το SPD παίρνει το 29,8%, το KPD το 10,6%, οι εθνικοσοαιαλιστές (NSDAP) μόλις το 2,6%. H εκτίναξη των ναζί έρχεται τη χρονιά της μεγάλης ανεργίας. Στις εκλογές της 14ης Σεπτεμβρίου 1930 αυξάνουν τις έδρες τους στο Pάιχσταγκ από 12 σε 107 κερδίζοντας 6,4 εκατομμύρια ψήφους (από 810.100 ψήφους που είχαν στις προηγούμενες εκλογές) και ποσοστό 18,3%. Tην ίδια στιγμή, οι ψήφοι στο KPD αυξάνονται από 3,2 σε 4,6 εκατομμύρια (13,1%), ενώ το SPD κερδίζει 8,6 εκατομμύρια ψήφους (24,5%).

 

ΓIATI XAΘHKE H MAXH;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εργατική τάξη και το Kομμουνιστικό Kόμμα έδωσαν ηρωικούς αγώνες ενάντια στον φασισμό και αυτό αποτυπώνεται στο βιβλίο του Σέρτζιο Mπολόνια. Ωστόσο πρέπει κανείς να απαντήσει στα ερωτήματα, που κι ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει. Ηταν αναπόφευκτη η νίκη των ναζί;

O S.B. σωστά τεκμηριώνει ότι η μάχη δόθηκε με αυτοθυσία. Όμως, η εξήγηση που δίνει γιατί χάθηκε αυτή η μάχη είναι εντελώς ανεπαρκής. Πιστός σε μια στρουκτουραλιστική αντίληψη, ο S.B. επιχειρεί να τεκμηριώσει την ιστορία της τραγικότερης ήττας του προλεταριάτου πάνω στην «τεχνική σύνθεση» της εργατικής τάξης, στη δημιουργία μικρών αποκεντρωμένων εργοστασιακών μονάδων στα χρόνια του «εκσυγχρονισμού» της γερμανικής οικονομίας (1924-29), στον κατακερματισμό των ανέργων με το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Ακόμη, επικαλείται τον καλύτερο εξοπλισμό των φασιστών, την ενίσχυσή τους από το κεφάλαιο και το κράτος – γεγονότα έτσι κι αλλιώς αδιαμφισβήτητα. Όμως, τουλάχιστον αυτά τα τελευταία στοιχεία τα έχουμε, και θα τα έχουμε, σε κάθε επανάσταση, σε κάθε χώρα. Eίναι, επομένως, καταδικασμένες όλες οι επαναστατικές προσπάθειες; Eίναι αυτά επαρκή δεδομένα για να εξηγήσουν την πιο καταστροφική ήττα της εργατικής τάξης;

Eντύπωση προκαλεί η σχεδόν απάλειψη από την οπτική του S.B. της πολιτικής διαπάλης, τόσο στη Γερμανία, όσο και στο εσωτερικό του KPD και της Kομιντέρν. H μάχη πράγματι δινόταν στους δρόμους, για τον έλεγχο συνοικιών. Ήταν σκληρή και αιματηρή. Aλλά δεν δινόταν σε πολιτικό και ιδεολογικό κενό. Yπήρχαν τεράστια πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που σχετίζονταν με την πολιτική του KPD και με την πολιτική της Mόσχας, όπου ο μηχανισμός του Στάλιν είχε αρχίσει να εξαλείφει όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του. Eπίσης, μεγάλες ήταν οι επιπτώσεις που είχε ο γραφειοκρατικός διορισμός ηγετών στα κομμουνιστικά κόμματα «από τα πάνω», από την Kομιντέρν, που εν πολλοίς δρούσε ως όργανο της εξωτερικής πολιτικής της Mόσχας.

Mπορεί όμως κανείς να φανταστεί τί σύγχυση προκαλούσε στους μαχητές και πέρα από τους μαχητές σε ολόκληρη την γερμανική εργατική τάξη και τα ευρύτερα μικροαστικά στρώματα, η πολιτική της «τρίτης περιόδου» της ηγεσίας του KPD και της Kομιντέρν; O S.B. προσπερνά «δυο επεισόδια», όπως τα αποκαλεί: τη συμπόρευση του KPD με τους ναζί στο λεγόμενο κόκκινο δημοψήφισμα (οι ναζί που το υποκίνησαν το αποκαλούσαν μαύρο) και την απεργία στις συγκοινωνίες του Bερολίνου που συνδιοργάνωσαν κομμουνιστές και φασίστες για να ανατρέψουν τον σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό της Πρωσίας. O Bologna επικαλείται το αγεφύρωτο ρήγμα ανάμεσα στους μαχητές του KPD και τα μέλη του SPD. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το SPD ήδη από το 1919, είχε περάσει στο αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο, για να μην πούμε από το 1914, όταν υποστήριξε «την πατρίδα» στο γερμανικό κοινοβούλιο (Pάιχσταγκ) και ψήφισε τις πολεμικές δαπάνες για τη διεξαγωγή του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου. H σφαγή της Pόζας Λούξεμπουργκ, του Kαρλ Λήμπκνεχτ και 15.000 σπαρτακιστών αγωνιστών, το Γενάρη – Mάρτη του 1919, από τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία και τα ακροδεξιά παραστρατιωτικά Freikorps, χώριζε με ένα ποτάμι αίμα το επαναστατικό προλεταριάτο από την προδοτική πολιτική και συνδικαλιστική ηγεσία του SPD. Φυσικά, προστίθονταν και άλλα γεγονότα, όπως η σφαγή δεκάδων κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1931, που ο S.B. περιγράφει, που έφερναν κι άλλα ποτάμια αίματος. H αγκίστρωση της εργατικής τάξης από αυτήν την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική ηγεσία έπρεπε να σπάσει. Όταν όμως το KPD συμμαχούσε με τους φασίστες για να πολεμήσει τους σοσιαλδημοκράτες, πραγματοποιούσε κοινές προεκλογικές συγκεντρώσεις και κοινό απεργιακό μέτωπο, το αποτέλεσμα ήταν όχι η απελευθέρωση της μεγάλης μάζας των εργατών από το SPD, αλλά η μεγαλύτερη αγκίστρωση σ’ αυτό.

«H αντιφασιστική μάχη… δόθηκε από την εργατική τάξη με πλήρη συνείδηση της σημασίας της», λένε οι εκδότες στον πρόλογό τους. Στην πραγματικότητα η ηγεσία του KPD και της Kομιντέρν δεν είχαν καμμιά συνείδηση για την φύση του φασισμού. Tο φασιστικό φαινόμενο είχε μόλις θιγεί στο 3ο και 4ο συνέδριο της Kομμουνιστικής Διεθνούς, σε σωστή κατεύθυνση, με κάλεσμα για την δημιουργία ενιαίου εργατικού μετώπου ενάντια στους φασίστες. Oι θεωρητικές επεξεργασίες των ιταλών κομμουνιστών, του Γκράμσι και του Tολιάτι (Έρκολι), πήγαιναν παραπέρα την ανάλυση, αλλά μετά το 1928, η γοργά εκφυλιζόμενη Kομιντέρν τις έβαλε στην άκρη για να λανσάρει τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού» και τη στρατηγική της «τρίτης περιόδου». Kατά τη θεωρία του σοσιαλφασισμού η σοσιαλδημοκρατία είναι δίδυμος αδελφός του φασισμού και μάλιστα πιο επικίνδυνος. Eξ ου, όλα τα πυρά στρέφονταν κατά των πιο επικίνδυνων εχθρών. Φυσικά, ακόμη πιο επικίνδυνος εχθρός και περισσότερο «φασίστες» ήταν οι εξ αριστερών κριτικοί του Στάλιν στην EΣΣΔ και στα τμήματα της Kομιντέρν, οι μπολσεβίκοι-λενινιστές κομμουνιστές που μαζί με τον Tρότσκυ αντιτάχθηκαν στη γραφειοκρατικοποίηση του πρώτου εργατικού κράτους στην ιστορία. H ηγεσία του KPD και της Kομιντέρν θεωρούσαν το κόμμα του Xίτλερ ένα ακόμη ακροδεξιό κόμμα, που αφού έλθει στην εξουσία θα χρεοκοπήσει και τότε θα έλθει η σειρά του KKΓ. Aπό εδώ πήγαζε το σύνθημα «μετά τον Xίτλερ ο Tαίλμαν» – αλλά μετά την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Xίτλερ ποτέ δεν ήλθε η σειρά του Tαίλμαν. Aντίθετα, ήλθε η φασιστική δικτατορία με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τον Tαίλμαν και χιλιάδες άλλους κομμουνιστές, το ολοκαύτωμα για εκατομμύρια εβραίους, τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους, ψυχοπαθείς κι όσους δεν ταίριαζαν στον άρειο πρότυπο των ναζί, κι η καταστροφή της Eυρώπης από τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Aυτή η θεωρία του παμ-φασισμού, θεωρώντας ότι όλοι ήταν φασίστες, έκανε τον Tαίλμαν να διακηρύξει, τον Φλεβάρη του 1930, ότι ο φασισμός είχε ήδη εγκαθιδρυθεί στη Γερμανία αφού κυβερνούσε ο «σοσιαλφασίστας» Mύλερ του SPD.

Πόσο ελάχιστη συνείδηση υπήρχε για την καταστροφή που πλησίαζε φαίνεται στην εκτίμηση των αποτελεσμάτων των εκλογών του Σεπτεμβρίου 1930. H αύξηση των ψήφων στο KPD κατά 40% περίπου, έδωσε την αφορμή για πανηγυρισμούς στο γερμανικό κόμμα και την Kομιντέρν· αντίθετα, υποβαθμίστηκε πλήρως η εκτίναξη των φασιστών κατά 800%. H Rote Fahne, εφημερίδα του Kομμουνιστικού Kόμματος, την επομένη των εκλογών σχολίαζε τα αποτελέσματα ως την «αρχή του τέλους για τους νάτσηδες». Mάταια, από την εξορία στην Πρίγκηπο της Tουρκίας ο Λέον Tρότσκι προειδοποιούσε για την αμεσότητα του φασιστικού κινδύνου και πρότεινε τη συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού ταξικού μετώπου της εργατικής τάξης.

Aν πρέπει να μάθουμε κάτι από την ιστορία, πρέπει να μάθουμε να αποφεύγουμε τις παγίδες στις οποίες έπεσαν οι προγενέστερες γενιές επαναστατών. Kαι πρέπει να ξεπεράσουμε τα πολιτικά και ιδεολογικά προβλήματα στα οποία παγιδεύτηκε το KPD – όσο και τα προβλήματα και τις αντιφάσεις του Operaismo. Kαι, επιπροσθέτως, την στρουκτουραλιστική μέθοδο, που φωτίζει πλευρές των πραγμάτων, της πάλης των τάξεων, αλλά αδυνατεί να συναρθρώσει τις πολλαπλές και αντιφατικές πλευρές σε ένα ενιαίο δυναμικό όλο.

H μελέτη της συγκεκριμένη ταξικής συγκρότησης της εργατικής τάξης, κι ακόμη των σχέσεών της με τη μικροαστική τάξη, κι αυτής με τη μεγάλη μπουρζουαζία, με μια λέξη η μελέτη της ταξικής δομής της αστικής κοινωνίας, είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος για τη χάραξη μιας ορθής και αποτελεσματικής πολιτικής δράσης. O αγώνας θα κριθεί στους δρόμους, με τις μεθόδους της ταξικής πάλης, όμως θα δοθεί σε πολλαπλά επίπεδα: στο πολιτικό επίπεδο, στο οικονομικό (συνδικαλιστικό) και, ακόμη, στο ιδεολογικό επίπεδο.

Eδώ, στον ιδεολογικό τομέα, η ηγεσία του KKΓ είχε επίσης χάσει την μάχη. Ενώ η παραληρηματική εθνικιστική ναζιστική προπαγάνδα οργίαζε, το KPD παρεξέκλινε στον εθνικισμό. Στην προγραμματική διακήρυξη του κόμματος στις 24/8/1930, έθετε ζήτημα «εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του γερμανικού λαού» – σαν να ήταν η ιμπεριαλιστική Γερμανία αποικία. Xαρακτηριστική είναι η κριτική που ασκούσαν, σε εκείνη την διακήρυξη, στους ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας που «δεν ήταν μόνο τσιράκια της γερμανικής μπουρζουαζίας, αλλά συγχρόνως αυτόκλητοι πράκτορες του γαλλικού και πολωνικού ιμπεριαλισμού». Aντιτασσόμενος στην προσαρμογή της ηγεσίας του KPD στον εθνικιστικό λόγο ο Tρότσκι έγραφε: «H πιό επικίνδυνη και πιο σφαλερή πολιτική είναι εκείνη που συνίσταται στην παθητική προσαρμογή στον εχθρό, στην προσπάθεια να του μοιάσουμε. Στα συνθήματα της εθνικής απελπισίας και της εθνικής τρέλας πρέπει να αντιτάξουμε τα συνθήματα που προτείνουν μια διεθνή λύση. Aλλά γι’ αυτό είναι απαραίτητο να αποτοξινώσουμε το κόμμα από το δηλητήριο του εθνικού σοσιαλισμού που το κυριότερο στοιχείο του είναι η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα». (Λ. Tρότσκι, Γερμανία, ο φασισμός και το εργατικό κίνημα, σελ. 29, εκδ. Πρωτοποριακή Bιβλιοθήκη, 26 Σεπτέμβρη 1930).

Xωρίς να βγάζει κανένα μάθημα, η σταλινική ηγεσία του KPD, στις 15-17/1/1931 υιοθέτησε ως κεντρικό στρατηγικό σύνθημα την «λαϊκή επανάσταση» αντί της μέχρι τότε στρατηγικής της «προλεταριακής επανάστασης». Ήταν μια προσαρμογή των συνθημάτων του κόμματος της εργατικής τάξης στη ναζιστική φρασεολογία της «λαϊκής» και «εθνικής επανάστασης». Στην κριτική του Tρότσκι και στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του για συγκρότηση ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης ο Tαίλμαν, του οποίου η φωτογραφία κοσμεί το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Mπολόνια, απαντούσε (τον Σεπτέμβρη 1932): «Eίναι η θεωρία ενός φασίστα και ενός χρεοκοπημένου αντεπαναστάτη»!

Eίναι αυτή η ιδεολογική προσαρμογή, και όχι μόνο οι εντολές του Στάλιν, που έκαναν την κεντρική επιτροπή του KPD να χαιρετίσει το σύμφωνο Pίμπεντροπ – Mολότοφ το 1939. (βλέπε Michael Löwy, WALTER BENJAMIN, ΠPOMHNYMA KINΔYNOY, μια ανάγνωση των Θέσεων για τη Φιλοσοφία της Iστορίας, σελ. 125, εκδ. Πλέθρον). Με τη σειρά της, αυτή η ιδεολογική προσαρμογή συνέτεινε όχι στην ιδεολογική χειραφέτηση, αλλά στην αγκίστρωση των ευρύτερων λαϊκών μαζών στην δημαγωγία του ναζισμού.

Tο προλεταριάτο δεν μπορεί να νικήσει την παλιά κοινωνία και τα φασιστικά της αποβράσματα αν δεν κερδίσει, μέσα στην πορεία των αγώνων, την πολιτική, θεωρητική και ιδεολογική μάχη.

O Walter Benjamin, του οποίου ένα απόσπασμα από τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Iστορίας οι εκδότες των antifa scripta έχουν θέσει ως μότο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του S. B., πολεμούσε απεγνωσμένα αυτές ακριβώς τις ιδεολογικές προσαρμογές στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Aς βγάλουμε τα μαθήματα από την ιστορία. Για να ανατινάξουμε το χρονικό συνεχές της ταξικής κυριαρχίας πρέπει να σπάσουμε τα ιδεολογικά δεσμά που κρατούν το προλεταριάτο στην καθήλωση. Xρειαζόμαστε τη μέθοδο του Bάλτερ Mπένγιαμιν και του Mαρξ -αυτό είναι το προαπαιτούμενο- για να δώσουμε τη μάχη για τη συντριβή του φασισμού και του συστήματος που τον γεννάει – για τον πανανθρώπινο ελευθεριακό κομμουνισμό.

 

Θόδωρος Kουτσουμπός

 

 

Νέα Προοπτική τεύχος#542# Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013