του Άρη Μαραβά
Η ιστορία του Πολ Κάμπο και του Ρόμπερτ Σένσι δεν είναι άλλο ένα «αστυνομικό θρίλερ» για τα δελτία των οκτώ. Είναι περισσότερο σαν να άνοιξε για λίγα δευτερόλεπτα μια κρυφή πόρτα στο υπόγειο του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού, κι εμείς να μπορέσαμε να ρίξουμε μια γρήγορη, κλεφτή ματιά στα σωθικά της μηχανής. Ο αστικός Τύπος παριστάνει τον σαστισμένο: μιλά για «σοκ», για «απίστευτη προδοσία» απέναντι στον –πάντα ευγενή, πάντα ηθικό– «πόλεμο κατά των ναρκωτικών». Κι όμως, ο Κάμπο, με τα 25 χρόνια καριέρας στις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις της DEA, και ο Σένσι, ο παλιός λύκος με τα αμαρτωλά ντοσιέ και τις περιβόητες σχέσεις με τη CIA, δεν έπεσαν από τον ουρανό. Είναι γνήσια τέκνα του ίδιου συστήματος που τους εξέθρεψε.
Η εικόνα τους – σκυθρωποί, γηρασμένοι, με χειροπέδες – λειτουργεί σαν προπέτασμα καπνού. Κρύβει τον πραγματικό πυρήνα της υπόθεσης: το κατηγορητήριο περιγράφει δύο ανθρώπους που, την ίδια στιγμή που ο Τραμπ διαλαλεί σταυροφορίες κατά των ναρκωτικών, κατηγορούνται ότι πρόσφεραν σε ένα καρτέλ –νομικά χαρακτηρισμένο ως τρομοκρατική οργάνωση– όχι απλώς τεχνογνωσία και υπηρεσίες, αλλά ολόκληρη την εσωτερική χαρτογράφηση του κατασταλτικού μηχανισμού.
Για να διαβάσουμε σωστά αυτή την ιστορία, πρέπει να φύγουμε από τα πρόσωπα και να δούμε το σκηνικό. Το καρτέλ δεν είναι μια «ρομαντική» συμμορία «κακών» βγαλμένη από μεξικανικό φιλμ νουάρ. Είναι ένας γιγαντιαίος, καπιταλιστικός όμιλος, με ισολογισμούς γραμμένους σε αίμα και δολάρια. Από τη φαιντανύλη και τη μεθαμφεταμίνη μέχρι την κοκαΐνη και τη βενζίνη που κλέβεται από τους αγωγούς,· από τον υδράργυρο της εξόρυξης χρυσού μέχρι τα παραλιακά οικόπεδα-βιτρίνα, όλο το «πακέτο» είναι ένα εγχειρίδιο καπιταλιστικής συσσώρευσης σε σκιώδη μορφή.
Εκεί όπου ο επιχειρηματικός Τύπος μιλά για «διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου», εμείς βλέπουμε καμένα χωριά, εκτελεσμένους συνδικαλιστές, εξαφανισμένους φοιτητές. Η ορολογία αλλάζει, η λογική μένει ίδια: συγκεντρωμένο κεφάλαιο που τρέφεται από την κρατική και την ιδιωτική βία, από τον φόβο, και απλώνεται σαν πετρελαιοκηλίδα πάνω στις ζωές εκατομμυρίων. Αν οι κλασικές αναλύσεις του ιμπεριαλισμού γράφονταν σήμερα, θα χρειαζόταν απλώς να εμπλουτιστούν με λίγα νέα παραδείγματα: χρηματιστικό κεφάλαιο, πολυεθνικές, καρτέλ, drones με C-4. Το υπόδειγμα θα έμενε ίδιο.
Στα χαρτιά, ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» στο Μεξικό παρουσιάζεται ως ηθική σταυροφορία του «κράτους δικαίου». Στην πράξη είναι μια εικοσαετής σφαγή, μια σιωπηλή εμφύλια σύγκρουση χαμηλής έντασης, όπου το μέτρημα των νεκρών γίνεται σχεδόν λογιστική άσκηση: πάνω από 360.000 ανθρωποκτονίες, δεκάδες χιλιάδες εξαφανισμένοι, ολόκληρες περιοχές όπου η ζωή οργανώνεται γύρω από τον φόβο. Ο δείκτης ανθρωποκτονιών τριπλασιάζεται, η κοινωνική συνοχή διαλύεται, οι φτωχογειτονιές μετατρέπονται σε πεδία μάχης ανάμεσα σε στρατό, αστυνομία, παραστρατιωτικούς και καρτέλ.

Κι όμως, πάνω σε αυτό το μακάβριο φόντο, η κυβέρνηση σηκώνει γραφήματα και πανηγυρίζει: «37% λιγότερες ανθρωποκτονίες την ημέρα», λένε τα δελτία Τύπου, την ώρα που οι εξαφανίσεις εκτοξεύονται και τα εγκλήματα αλλάζουν προσεκτικά κατηγορία για να ταιριάζουν στις επικοινωνιακές ανάγκες. Δεν είναι απλά πρόκληση. Είναι η πιο ωμή απόδειξη ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν έχει στόχο να εξαφανίσει την αγορά των ναρκωτικών, αλλά να την τακτοποιήσει: να αλλάξει παίκτες, να μοιράσει ξανά τα μερίδια, να εξασφαλίσει ότι το χαοτικό κέρδος θα μείνει μέσα στα όρια που συμφέρουν τις αστικές τάξεις του Μεξικού και των ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Ουάσινγκτον να χαρακτηρίσει οκτώ καρτέλ ως «Ξένες Τρομοκρατικές Οργανώσεις» μοιάζει με ιεροτελεστία καθαγιασμού: το κράτος φοράει το ένδυμα του υπέρτατου δικαστή και δείχνει με το δάχτυλο τους «εχθρούς του πολιτισμού». Στην επιφάνεια, η κίνηση σφίγγει τον κλοιό: περισσότερες αρμοδιότητες για δικαστές και εισαγγελείς, πιο βαριές ποινές, άμεση δέσμευση περιουσιών, διαβατήρια που ακυρώνονται με ένα κλικ.
Στο βάθος όμως παίζεται άλλο έργο. Την ίδια στιγμή που το καρτέλ χαρακτηρίζεται «τρομοκρατική απειλή», ένας άνθρωπος που πέρασε δεκαετίες στην κορυφή της χρηματοοικονομικής ιεραρχίας της DEA φέρεται να σχεδιάζει, με κάθε λεπτομέρεια, πώς θα κρυφτούν τα δικά του χρήματα, πώς θα γίνουν ακίνητα, πώς θα περάσουν από το σκοτάδι της μεθοριακής νύχτας στο εκτυφλωτικό φως των λόμπι πολυτελών ξενοδοχείων. Ένας πρώην φύλακας των κλειδιών του συστήματος καταστολής στέκεται τώρα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, μπροστά στον υποτιθέμενο μεσάζοντα του καρτέλ και του εξηγεί την «τέχνη» της νομιμοφάνειας.
Μια διαλεκτική ματιά δεν στέκεται στη «σοκαριστική προδοσία», αλλά στο νήμα που ενώνει κράτος, κεφάλαιο και οργανωμένο έγκλημα. Το καπιταλιστικό κράτος, αυτό το «ειδικό σώμα ένοπλων ανθρώπων» που χωρίζεται από την κοινωνία και στέκεται πάνω της, δεν είναι ουδέτερος φύλακας της ηθικής. Είναι ο συλλογικός διαχειριστής των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, αυτός ο διαχειριστής επιτηρεί όχι μόνο τις «καθαρές» αγορές, αλλά και τις βρώμικες: ηρωίνη και παράγωγά της, φαιντανύλη, όπλα, καύσιμα, εμπόριο ανθρώπων.
Η DEA, η CIA, το FBI, οι ατελείωτες «ομάδες ειδικών επιχειρήσεων» δεν είναι παρά οι εξειδικευμένοι μηχανισμοί που ρυθμίζουν αυτές τις σκοτεινές ροές. Ο ρόλος τους δεν είναι να τις εξαφανίσουν, αλλά να τις κάνουν διαχειρίσιμες, προβλέψιμες, αξιοποιήσιμες. Κάποιες φορές και χρήσιμες ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής ή ως μοχλό πίεσης. Η υπόθεση Κάμπο–Σένσι δεν δείχνει την «πτώση ενός αγγέλου», αλλά ένα γρανάζι που ξεκολλάει στιγμιαία από τη μηχανή και γυρίζει προς τον ίδιο τον κατασκευαστή του.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο οι παλιές επαναστατικές αναλύσεις γίνονται ενοχλητικά επίκαιρες. Όταν περιέγραφαν τη συσσώρευση μέσω λεηλασίας, τη μόνιμη βία κάτω από τον μανδύα του νόμου, δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις λεπτομέρειες της παγκοσμιοποιημένης ναρκο-οικονομίας. Θα αναγνώριζαν όμως αμέσως τον βασικό κανόνα: ο νόμος είναι το όριο που ο καπιταλισμός βάζει στον εαυτό του – και το καταπατά χωρίς δεύτερη σκέψη, όταν αυτό απαιτεί η συσσώρευση.
Τα καρτέλ κινούνται σ’ αυτή τη «γκρίζα ζώνη» όπου το εμπόρευμα είναι απολύτως καπιταλιστικό, αλλά η μορφή ιδιοκτησίας και κυκλοφορίας του είναι παράνομη. Πωλούν σε κανονικές αγορές, καταθέτουν σε κανονικές τράπεζες, επενδύουν σε κανονικά ακίνητα. Μόνο που, κάπου ανάμεσα, παρεμβάλλονται σφαίρες, μαζικοί τάφοι, δωροδοκίες. Η κρατική καταστολή δεν εμφανίζεται για να κατεδαφίσει αυτή τη δομή, αλλά για να τη ρυθμίσει: να κλείσει τρύπες, να αλλάξει εργολάβους, να συνετίσει όσους από αυτούς γίνονται «υπερβολικά επιθετικοί».
Ο Κάμπο, στη διαδρομή του από το γραφείο της DEA προς το εδώλιο, συμπυκνώνει αυτή τη διασταύρωση: τεχνογνωσία καταστολής, προσφερόμενη ως εμπόρευμα στο κεφάλαιο που λειτουργεί «εκτός νόμου».
Η ειρωνεία απογειώνεται όταν ρωτήσουμε: ποιος βαφτίζεται «τρομοκράτης» και ποιος όχι; Το Καρτέλ Νέας Γενιάς –και άλλα καρτέλ– χαρακτηρίζονται τρομοκρατικές οργανώσεις και, με βάση τις μαζικές σφαγές, τις δημόσιες εκτελέσεις, τα αποκεφαλισμένα σώματα που αφήνονται στην πλατεία του χωριού, είναι πράγματι η πιο ωμή μορφή τρομοκρατίας.
Αλλά τι είναι, τότε, οι δεκάδες χιλιάδες θάνατοι από οπιοειδή στις ΗΠΑ; Τι είναι οι στρατηγικές των φαρμακευτικών κολοσσών που έσπρωξαν χιλιάδες ανθρώπους στην εξάρτηση, ντυμένες με «επιστημονικές» διαβεβαιώσεις για «ασφαλή» παυσίπονα; Τι είναι οι τράπεζες που πιάστηκαν να ξεπλένουν δισεκατομμύρια από ναρκωτικά και τιμωρήθηκαν πληρώνοντας απλώς ένα ποσό αντίστοιχο με τα «λειτουργικά έξοδα» μιας χρονιάς; Εκεί δεν βλέπουμε «τρομοκράτες» ούτε «υλικούς υποστηρικτές τρομοκρατίας». Εκεί η τρομοκρατία φοράει κοστούμι, κάθεται στο Δ.Σ. και μοιράζει μερίσματα.
Οι κλασικές περιγραφές του βοναπαρτισμού μιλούν για ένα κράτος που προσποιείται ότι στέκεται πάνω από τις τάξεις, ως ουδέτερος διαιτητής, ενώ στην πραγματικότητα σφίγγει τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της εργατικής τάξης. Ο μεξικανικός «πόλεμος κατά των ναρκωτικών», με τις διαρκείς εναλλαγές συμμαχιών ανάμεσα σε κρατικούς αξιωματούχους και καρτέλ, με τις διαρροές, τις «προειδοποιήσεις», τις ζώνες όπου η αστυνομία απλώς δεν εμφανίζεται, είναι ένας σύγχρονος βοναπαρτισμός με στολή παραλλαγής.
Στην άλλη πλευρά των συνόρων, ο αμερικανικός διπολισμός παίζει την ίδια παράσταση: Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί ανεβαίνουν διαδοχικά στο βήμα, καταγγέλλουν τους ίδιους «ναρκοτρομοκράτες» και ψηφίζουν, με υποδειγματική ομοφωνία, στρατιωτικοποίηση των συνόρων, νέα τείχη, νέες φυλακές. Κι όμως, πίσω από τα συνθήματα για «τάξη» και «ασφάλεια», η υπόθεση Κάμπο–Σένσι υπενθυμίζει ότι το ίδιο το «ειδικό σώμα ένοπλων ανθρώπων» είναι διαβρωμένο από τον νόμο της αγοράς: ο μισθός του αξιωματούχου δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την «αμοιβή» του τεχνικού συμβούλου ενός καρτέλ που κινεί δισεκατομμύρια. Σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι εμπόρευμα, η «προδοσία» δεν είναι παρά αλλαγή εργοδότη.
Στη σκιά αυτής της διαπλοκής, απλώνονται οι πραγματικοί νεκροί: φτωχοί αγρότες, εργάτες, μετανάστες, νεολαίοι, γυναίκες που εξαφανίζονται στη διαδρομή προς τα σύνορα, κάτοικοι σε πόλεις–φάντασμα όπου η οικονομία έχει αντικατασταθεί από τη βία: μέρα–νύχτα, στρατός–καρτέλ, θάνατος–σιωπή.
Στις ΗΠΑ, βιομηχανικές πόλεις της ενδοχώρας βουλιάζουν στην εξάρτηση, η υπερδοσολογία γίνεται καθημερινός φόβος, και ο νεοφιλελεύθερος λόγος απαντά με κηρύγματα «ατομικής ευθύνης» και μικρές δομές «αποκατάστασης» – λεπτά παραπετάσματα μπροστά σε μια κοινωνία που σαπίζει. Το «χρυσό τρίγωνο» φαιντανύλης – όπλων – χρήματος, που δένει μεξικανικές πολιτείες με πολιτείες των ΗΠΑ, είναι ίσως η πιο συμπυκνωμένη εικόνα του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού: η κυκλοφορία του εμπορεύματος απαιτεί την αδιάκοπη κυκλοφορία των νεκρών.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι συνταγές της αστικής πολιτικής ηχούν όλο και πιο κούφιες. «Περισσότερος πόλεμος κατά των ναρκωτικών», λένε οι κυβερνήσεις· «καλύτεροι μηχανισμοί ελέγχου» στις υπηρεσίες· «αυστηρότερες ποινές». Είναι τα ίδια ξόρκια, επαναλαμβανόμενα, από ένα σύστημα που προσπαθεί να ξορκίσει τα δικά του φαντάσματα, την ίδια στιγμή που τα χρειάζεται για να επιβιώσει.
Μια συνεπής, ταξική, επαναστατική προοπτική δείχνει μόνο μία διέξοδο: όχι την ηθική βελτίωση της καταστολής, αλλά την ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος που γεννά ταυτόχρονα και τα καρτέλ και τους Κάμπο και Σένσι. Αυτό σημαίνει να αντιμετωπιστούν τα ναρκωτικά όχι ως «εσωτερικός εχθρός» προς εξόντωση, αλλά ως κοινωνικό σύμπτωμα ενός κόσμου οργανωμένου πάνω στην εξαθλίωση, την απόγνωση, την εμπορευματοποίηση κάθε ανθρώπινης ανάγκης.
Η υπόθεση Κάμπο–Σένσι είναι, τελικά, μια μικρή ρωγμή σε έναν τεράστιο τοίχο. Από αυτή τη ρωγμή, για λίγο, βλέπουμε μέσα: βλέπουμε πώς συνδέονται τα γραφεία της DEA με τα στενά της Τιχουάνα, πώς συναντιούνται οι μπλε οθόνες των χρηματιστηρίων με τα χέρια που μετρούν τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στη συνοριακή γραμμή.
Το καθήκον της επαναστατικής ανάλυσης δεν είναι να βοηθήσει στο σοβάτισμα του τοίχου, αλλά να ανοίξει αυτή τη ρωγμή μέχρι να γίνει άνοιγμα. Να δείξει στην εργατική τάξη –στο Μεξικό, στις ΗΠΑ, παντού– ότι πίσω από τα συνθήματα του «κράτους δικαίου» και της «ασφάλειας» κρύβεται πάντα ο ίδιος, σιδερένιος νόμος του κέρδους. Και να πει καθαρά ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσει ο ατελείωτος χορός αίματος του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» είναι να αλλάξει ο ρυθμός που τον διευθύνει: να τελειώνουμε με τον καπιταλισμό που τον γεννά και να γράψουμε μια άλλη παρτιτούρα, όπου οι ζωές των ανθρώπων θα μετρούν περισσότερο από τους ισολογισμούς.■
