Ο ΠΑΥΛΟΣ ΦΥΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Μιχάλης Παπαμακάριος

Παρακολουθώντας τη συναυλία της πρωτοβουλίας «Δε Ξεχνάμε» στο σύνταγμα, σου δημιουργούνταν το ερώτημα αν ο Φύσσας έπεσε θύμα από τα χέρια των φασιστών ή αν όλοι εμείς ξαφνικά κληθήκαμε να ζήσουμε σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου οι φασίστες μαχαιροβγάλτες είναι «παρασυρμένα παιδιά», που τους λείπει αγάπη, στοργή και προδέρμ, που έλεγε κάποτε και η γνωστή διαφήμιση… Ήταν τέτοια η προσπάθεια των συντελεστών του «Δεν Ξεχνάμε» να αποτρέψουν κάθε μαχητική αντιφασιστική εκδήλωση, που καταντούσε τραγελαφική και αστεία. Σε μια μεταμοντέρνα διάσταση αναβίωσης του «κινήματος των λουλουδιών»  προσπαθούσαν εις μάτην να περάσουν τη δική τους, για να λέμε και τα πράγματα με το όνομα τους, γραμμή στο κατά βάση νεανικό και αντιφασιστικό πλήθος, που παρακολουθούσε τη συναυλία. Η και καλά «απολιτίκ» προσέγγιση της «ομοψυχίας», της «ειρήνης» και του «Ξυπνήστε (και μορφώστε) τους Ναζί», οι οποίοι βέβαια σκοτώνουν μετανάστες και νεολαίους στον ξύπνιο τους και καθόλου στον ύπνο τους, αποτελεί και αυτή με τη σειρά της πολιτική τοποθέτηση.

Είναι γεγονός ότι όλα τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα αναγεννιούνται και επανεμφανίζονται στην εποχή μας. Έτσι επανεμφανίζεται και το ρεύμα ενός αφελούς πασιφισμού που δεν διακρίνει δυνάμεις και πλευρές, αδυνατώντας να δει κάθε φορά, ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος ο αμυνόμενος. Αντιμετωπίζοντας ισότιμα τη «βία από όπου και αν προέρχεται» αναπαράγει το κυρίαρχο δόγμα των κυβερνήσεων και των ΜΜΕ και καταλήγει να βάζει στο ίδιο τσουβάλι το μαχαίρι του φασίστα με την λαϊκή αυτοάμυνα, τον Ισραηλινό στρατό με τους αγωνιστές της Ιντιφάντα και έτσι να καλεί γενικά σε ειρήνη.

Τελικά από αυτήν την «ισονομία» κερδισμένος βγαίνει ο φασίστας, ο οποίος νομιμοποιείται αφού «και οι άλλοι τα ίδια κάνουν». Δεν υποστηρίζω ότι τα παιδιά του «Δεν Ξεχνάμε»  έχουν τέτοιες προθέσεις, ωστόσο η λογική τους μπορεί να καταλήγει και σε τέτοιους δρόμους. Αυτό βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την καφρίλα που κρύβεται κάτω από το μανδύα της «αντιεξουσίας» ή του «αναρχισμού», η οποία οδηγεί κάποιους και καλά macho «αντιφασίστες» να σπάνε μικροφωνικές. Το πιο πιθανό από όλη αυτή την «ωραία ατμόσφαιρα» είναι να μας βλέπουν οι φασίστες και να γελάνε….

Πραγματικά όμως γιατί κάποια τμήματα του αντιφασιστικού κινήματος εξεπλάγησαν από τη «γραμμή» των διοργανωτών της συναυλίας του Συντάγματος; Δεν ήταν γνωστά τα χαρακτηριστικά και ο προσανατολισμός αυτής της πρωτοβουλίας για πολύχρωμα μπαλόνια και «no political»; Ένα τμήμα βέβαια του αντιφασιστικού κινήματος επέλεξε να προσκολληθεί στο «Δεν Ξεχνάμε», έτσι χωρίς καμιά κριτική  και να βγάζει ανακοινώσεις, βαφτίζοντας το κρέας ψάρι όσο αφορά τη συναυλία στο Σύνταγμα.

Δεν ήταν καθόλου το γεγονός ότι από τη συγκεκριμένη συναυλία έλειπαν μια σειρά από συγκροτήματα και μουσικούς οι οποίοι έχουν να επιδείξουν σημαντική αντιφασιστική παραγωγή. Γιατί έγινε αυτό; Καλέστηκαν και δεν πήγαν; Δεν καλέστηκαν; Δεν το γνωρίζω. Ανεξάρτητα όμως από το τι έγινε δεν «χώραγαν» σε αυτή τη συναυλία. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να σημειωθεί γιατί σε πολύ κόσμο μπορεί να μείνει η λαθεμένη εντύπωση ότι τα ονόματα που συμμετείχαν είναι ας πούμε οι εκφραστές της σύγχρονης αντιφασιστικής ή πολιτικοποιημένης τραγουδοποιίας.

Δεν ήταν επίσης, τυχαίο ότι η πρωτοβουλία «Δεν Ξεχνάμε» αγκαλιάστηκε από κανάλια σαν το Mega και άλλα, τη στιγμή που δεν ακούγονταν και δεν γράφονταν κουβέντα για τα δύο φεστιβάλ που διοργάνωσε ο αντιφασιστικός συντονισμός Κερατσινίου-Περάματος για τον Φύσσα. Αυτοί κατάλαβαν ότι υπάρχει μια ευκαιρία να καπελωθεί το αντιφασιστικό κίνημα και οι πιο μαχητικές τάσεις του, από μια απολιτίκ γραμμή, η οποία είναι τόσο απολιτίκ τελικά όσο και το «Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη. Που τον θυμηθήκαμε αυτόν; Αν δεν μας απατά η μνήμη μας, η τελευταία μεγάλη του δημοσιογραφική επιτυχία ήταν οι δύο εκπομπές του για τον Φύσσα. Μετά, ως «ουδέτερος» και «ανεξάρτητος», ηγήθηκε κόμματος με τα γνωστά χαρακτηριστικά….

Θα μου πεις, ρε αδερφέ εδώ κοτζάμ αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που είναι και αριστερή άλλωστε, πρότεινε ένα πρόγραμμα «υπέρ απόρων και πτωχών ημών», τι περίμενες από μια παρέα παιδιών; Σωστό και αυτό, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνει η αθωότητα σε αυτήν τη χώρα.

Η αλήθεια είναι ότι η πρωτοβουλία «Δεν Ξεχνάμε» ήταν σαν να προσπαθούσε να κάνει το αντίθετο από αυτό που δηλώνει ο τίτλος της. Να ξεχάσουμε δηλαδή ότι τον Παύλο τον σκότωσαν οι φασίστες, όχι σε μια κακιά στιγμή, ούτε σε έναν καυγά που «ανάψανε τα αίματα και έγινε το κακό», αλλά σε μια ενέργεια στο πλαίσιο της τακτικής τους για κυριαρχία στο δρόμο και εξόντωση του «άλλου», του «αντίπαλου» του «διαφορετικού». Μιλάμε δηλαδή για μια κατεξοχήν πολιτική δολοφονία. «Για μια πολιτική δολοφονία επιβάλλεται να μιλάμε πολιτικά», δήλωσαν, και σωστά, πρόσφατα οι Social Waste σε συνέντευξη τους στο hit&Run, με αφορμή την τραγική επέτειο.

Τελικά σε ποιόν ανήκει ο Παύλος; Ήταν ο Παύλος αντιφασίστας, αναρχικός, αριστερός; Με την έννοια που έχουν αυτές οι πολιτικές ταυτότητες δεν ήταν. Σε αυτό έχουν δίκιο οι γονείς του και οι φίλοι του και είναι γεγονός ότι ούτε σε αυτήν την περίπτωση αποφεύχθηκαν οι υπερβολές και τα «βαφτίσια» που χαρακτηρίζουν τους χώρους της αριστεράς και των αναρχικών. Ας μην ξεχνάμε τι γράφονταν τις επόμενες ημέρες από τη δολοφονία του. Ο Παύλος ήταν ένας μάγκας με την καλή έννοια, της λεβεντιάς, της ανθρωπιάς και του θάρρους. Ένα εργατόπαιδο, μουσικός του δρόμου, που νοιάζονταν για τους αδύναμους και προσπαθούσε να τους βοηθήσει. Γιατί είχε στοχοποιηθεί τόσο πολύ από τους φασίστες; Για όλα αυτά και επειδή τους έδειχνε ότι «δεν μασάει», δεν τους φοβάται. Ίσως και για κείνο το τραγούδι από τα Ηλιοκαψίματα, το Γάμα τους. Ακούστε το και θα καταλάβετε. Αυτός ήταν ο Παύλος. Ωστόσο από τη στιγμή που έπεσε νεκρός από το μαχαίρι του Χρυσαυγίτη Ρουπακιά, έπαψε να είναι ο Παύλος που όλοι ήξεραν πριν και έγινε το πρόσωπο και το σύμβολο της μεγαλύτερης έκρηξης που γνώρισε το αντιφασιστικό κίνημα τα τελευταία χρόνια. Έγινε διεθνές σύμβολο κατά του φασισμού. Αυτός ο Παύλος «ανήκει» στο αντιφασιστικό κίνημα του ελληνικού λαού και όχι μόνο. Σε αυτό το κίνημα που έχει τους μπαχαλάκηδες και τους θεωρητικούς του, τους οργανωτές και τους καλλιτέχνες του, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες του, τις εξάρσεις και τις υφέσεις του. Αλλά ότι στραβό, κουτσό και ανάποδο και αν έχει, ένα είναι σαφές. Είναι ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ! Όχι «αγάπες και λουλούδια». Αυτό όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε όλοι, τόσο το καλύτερο.

Υ.Γ. το παρόν άρθρο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή του αρχικού που μπορείτε να το βρείτε στο www.toperiodiko.gr