ΟΧΙ στην α-πολίτικη Ψυχανάλυση

Με αφορμή την «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ» του F. Gabarron- Garcia (εκδ. Ποτλατς, 2026)

Βιβλιοπαρουσίαση Κατερίνα Μάτσα

[Σε μια ασφυκτικά γεμάτη η Λοκομοτίβα, στα Εξάρχεια, με κόσμο να συνωστίζεται μέσα και έξω στο δρόμο, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Πέμπτης 18 Ιουνίου, η παρουσίαση του εξαιρετικού και επίκαιρου βιβλίου για την Πολιτική Ιστορία της Ψυχανάλυσης. Η  πολυπληθής συμμετοχή, όπως σημείωσε ο Σάββας Μιχαήλ facebook δεν οφείλεται σε κάποιο “απολίτικο”, “ακαδημαϊκό” ενδιαφέρον. Είναι εκδήλωση ενός ογκούμενου κοινωνικού – πολιτικού κινήματος  ενάντια στην καταστροφή της Ψυχικής Υγείας από την θανατοπολιτική των κρατούντων.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση της Κατερίνας Μάτσα στην παρουσίαση του βιβλίου.]

Ζούμε σε μια εποχή πολέμων, κλιματικής κρίσης, εργασιακής επισφάλειας, ανεργίας και φτώχειας. Η εξατομίκευση, η μοναξιά, η ανασφάλεια, ο φόβος, η ανημπόρια, γίνονται τα κυρίαρχα συναισθήματα των ανθρώπων. Οι κοινωνικοί δεσμοί διαρρηγνύονται και η κοινωνική ανασφάλεια που χαρακτηρίζει την «ρευστή νεωτερικότητα», όπως χαρακτηρίζει την εποχή μας ο Z. Baumann, δημιουργεί ευάλωτους ψυχισμούς. Αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο η επίπτωση της ψυχικής διαταραχής και των εξαρτήσεων σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η επίσημη Ψυχιατρική, στο όνομα της ουδετερότητας της επιστήμης, ανάγει όλα αυτά σε βιολογικούς παράγοντες. Καταγράφει τα συμπτώματα, θέτει τη διάγνωση με βάση το α-θεωρητικό DSM (Εγχειρίδιο Κατάταξης Ψυχικών Παθήσεων) της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας για να συνταγογραφηθούν ψυχοφάρμακα. Η κυρίαρχη αντίληψη θέλει τους ανθρώπους υπεύθυνους για τη δυστυχία τους. Η επίσημη Ψυχανάλυση από τη μεριά της, μέσα από το δημόσιο λόγο γνωστών ψυχαναλυτών, υπερθεματίζει για τον α-πολίτικο χαρακτήρα της, φτάνοντας στο σημείο να καταδικάζει ακόμα και το Μάη του 1968. Σε αυτό το πνεύμα αποσιωπά τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας της και ιδιαίτερα την εμπειρία της «λαϊκής ψυχανάλυσης» της δεκαετίας 1920-30.

Στο βιβλίο του ψυχαναλυτή F. Gabarron- Garcia «Πολιτική Ιστορία της Ψυχανάλυσης», στην εξαιρετική μετάφραση της Ελένης Καραφύλλη και του Κίμωνα Σχοινά, καταγράφεται η ιστορική εμπειρία των περίφημων πολικλινικών σε Βουδαπέστη, Βιέννη, Βερολίνο, Μόσχα. Ο ίδιος ο Φρόυντ, μετά το διεθνές συνέδριο ψυχανάλυσης το 1918 στη Βουδαπέστη, έκανε κάλεσμα για το άνοιγμα της ψυχανάλυσης στα φτωχά, λαϊκά στρώματα και μάλιστα το έκανε πράξη και ο ίδιος. Έλεγε σε αυτό το συνέδριο: «Μπορούμε να προβλέψουμε πως μια μέρα η κοινωνική συνείδηση θα αφυπνισθεί και θα υπενθυμίσει στη συλλογικότητα πως οι φτωχοί έχουν το ίδιο δικαίωμα στην ψυχολογική βοήθεια όσο και στη χειρουργική που ήδη τους παρέχεται. Η κοινωνία θα αναγνωρίσει ότι η δημόσια υγεία απειλείται από τις νευρώσεις όσο και από τη φυματίωση… Τότε θα φτιαχτούν ιδρύματα, κλινικές με επικεφαλής καταρτισμένους ψυχαναλυτές όπου, με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης θα βοηθούν τους άνδρες, τις γυναίκες, …τα παιδιά. Οι θεραπείες αυτές θα είναι δωρεάν»

Η έκκληση του Φρόυντ για δωρεάν ψυχανάλυση μέσα στην κοινότητα είχε απήχηση. Δημιουργήθηκαν πάνω από 12 πολυκλινικές στις μεγαλύτερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ο Σαντόρ Φερέντσι, στενός συνεργάτης του Φρόυντ, που πήρε και την πρώτη έδρα της Ψυχανάλυσης στη Βουδαπέστη, ο Ερνστ Ζίμελ, η Έλεν Ντόϋτς, που είχε συνεργασθεί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Καρλ Λαντάουερ και ο Εριχ Φρομ, ο Βίλχελμ Ράϊχ και άλλοι, στράφηκαν, με την υποστήριξη του Φρόυντ, στα εργατικά στρώματα κάνοντας πράξη τη «λαϊκή ψυχοθεραπεία».

Ο ίδιος ο Φρόυντ δώρισε συμβολικά στην πολικλινική της Βιέννης μέρος των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν για τα 70ά γενέθλιά του.

Στη Ρωσία, στα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, η ψυχαναλύτρια Βέρα Σμιτ δημιούργησε στη Μόσχα το Παιδικό Σπίτι, για παιδιά πρώιμης παιδικής ηλικίας, όπου η εκπαίδευση βασιζόταν στις ψυχαναλυτικές αρχές, δημιουργώντας για το παιδί ένα περιβάλλον ειλικρίνειας, εμπιστοσύνης, ανοικτότητας, όπου τη θέση των εντολών έπαιρναν οι υπομονετικές εξηγήσεις για όλα. Στο Λένινγκραντ η επαναστάτρια ψυχαναλύτρια Τατιάνα Ρόζενταλ έκανε ψυχανάλυση σε ψυχασθενείς και λειτουργούσε επίσης ένα σχολείο για παιδιά του δρόμου με βάση τις αρχές της ψυχανάλυσης. Δημιουργήθηκε Κρατικό Ινστιτούτο Ψυχανάλυσης, ενώ ο κρατικός οίκος των σοβιέτ ίδρυσε τη Νέα Ρωσική Ψυχαναλυτική Βιβλιοθήκη. Μέσα από τη σχέση μαρξισμού και ψυχανάλυσης η χώρα του Οκτώβρη ανοίγει νέους δρόμους στην πάλη για τη χειραφέτηση του ανθρώπου. Η επικράτηση της σταλινικής γραφειοκρατίας έβαλε τέλος σε όλα αυτά.

Στη Βιέννη ο Βίλχελμ Ράϊχ ιδρύει το 1922 την πολικλινική της Βιέννης, όπου βλέπει ασθενείς από την εργατική τάξη και κάνει σεμινάρια σε νέους ψυχαναλυτές. Το 1929 ιδρύει 6 κέντρα σεξουαλικής υγιεινής. Στρατεύεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα (Εργατική Βοήθεια) και αγωνίζεται ενάντια στη σεξουαλική καταστολή που επιβάλει ο καπιταλισμός. Πολιτικοποιεί το σεξουαλικό ζήτημα και στο όνομα μιας προλεταριακής σεξουαλικής πολιτικής (sexpol) συγκεντρώνει πολλούς νέους προλετάριους σε πολλές πόλεις της Γερμανίας (Βερολίνο, Δρέσδη, Λειψία κ.α). Έρχεται σε ρήξη με το ΚΚ Γερμανίας, που θεωρεί ότι υποκαθιστά την πολιτική οικονομία με τη σεξουαλική οικονομία και μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία διαφεύγει στην Κοπεγχάγη, τη Νορβηγία, τη Σουηδία. Διαφωνεί ανοιχτά με την αλλαγή γραμμής που διατυπώνει ο Φρόυντ στα 1930, στο βιβλίο του «ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», που υποστηρίζει την ουδετερότητα της ψυχανάλυσης και θεωρεί ότι αντίπαλοι της ψυχανάλυσης δεν είναι μόνο η θρησκεία όπως έλεγε παλιότερα, αλλά και ο πολιτικός αναρχισμός και ο μαρξισμός. Το πληρώνει με τη διαγραφή του, εν αγνοία του, από την Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος.

Η θέση ότι η Ψυχανάλυση πρέπει να είναι απολίτικη για να διασωθεί επί Χίτλερ οδήγησε τον πρόεδρο της ΔΨΕ Ερνστ Τζόουνς στο έγκλημα της προσχώρησης της ψυχανάλυσης στο Γ’ Ράϊχ μέσα από την προσχώρηση το 1936 της Γερμανικής Εταιρείας Ψυχανάλυσης στο «Γερμανικό Ινστιτούτο Επιστήμης των Ψυχών και Ψυχοθεραπείας» με διευθυντή τον αδελφό του αρχιστράτηγου Γκαίρινγκ, ο οποίος και την διέλυσε το 1938. Στο μεταξύ αποκλείστηκαν ή διαγράφτηκαν όλοι οι Εβραίοι και οι μαρξιστές ψυχαναλυτές, ενώ κατάφεραν να σώσουν τη ζωή τους όσοι διέφυγαν από τη Γερμανία του Χίτλερ, για να καταφύγουν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες ή στην Αμερική…

Μία σπουδαία ψυχαναλύτρια επαναστάτρια φεμινίστρια που κράτησε ζωντανό το κόκκινο νήμα της πολιτικής ψυχανάλυσης, ήταν η Μαρί Λάγκερ. Από την πολικλινική της Βιέννης στη Βαρκελώνη και τις Διεθνείς Ταξιαρχίες και μετά την ήττα της Ισπανικής Επανάστασης στη Λατινική Αμερική, ιδιαίτερα στην Αργεντινή, η Μαρί Λάνγκερ κατάφερε να δημιουργήσει ένα δυνατό, πολιτικά στρατευμένο ψυχαναλυτικό κίνημα, υπερβαίνοντας τις διακρίσεις μεταξύ ψυχιάτρων – ψυχολόγων – ψυχοπαιδαγωγών και νοσηλευτών και εισάγοντας την ομαδική ψυχοθεραπεία. Μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Αργεντινή κατέφυγε στη Νικαράγουα και μετά στην Κούβα, όπου συνέχισε τον αγώνα για την πολιτική ψυχανάλυση, τη σύνθεση μαρξισμού και ψυχανάλυσης.

Μια από τις πιο φοβερές μορφές στο κίνημα της πολιτικής ψυχανάλυσης ήταν ο Φρανσουά Τοσκεγιές, ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, τροτσκιστής επαναστάτης, στρατευμένος στις γραμμές του POUM, έδρασε στην κομμούνα της Καταλονίας επικεφαλής των ψυχιατρικών μονάδων, δημιουργώντας θεραπευτική κοινότητα, με προσωπικό ιερόδουλες, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Μετά την προδοσία του ισπανικού ΚΚ (στη γραμμή του Στάλιν) και το διωγμό αναρχικών και τροτσκιστών, διέφυγε στη Γαλλία, κρατήθηκε από τις γαλλικές δυνάμεις στο στρατόπεδο Σεν Φονς, όπου δημιούργησε μια ψυχιατρική μονάδα και βοηθούσε τους έγκλειστους στο στρατόπεδο να δραπετεύσουν. Δραπέτευσε και ο ίδιος και κατέφυγε το 1940 στο μικρό, άθλιο ψυχιατρείο Σαιντ Αλμπάν, στη Λοζέρ της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Εκεί κατάφερε να διασώσει τους ασθενείς από την πείνα. Στα υπόλοιπα ψυχιατρεία της Γαλλίας 40.000 ασθενείς πέθαναν από την πείνα. Ο Τοσκεγιές άνοιξε τις πόρτες, άφησε τους ασθενείς να κάνουν αγροτικές δουλειές στα γύρω χωριά, τους έμαθε να κάνουν εμπόριο μανιταριών, εισήγαγε στο ψυχιατρείο την αυτοδιαχείριση. Το ψυχιατρείο του Σαιντ Αλμπάν έγινε το καταφύγιο προσφύγων, εμιγκρέδων, αντιστασιακών. Εδώ κρύφτηκαν ο Ελυάρ, ο Τζαρά, ο Καγκιγιέμ, ο Ματαράσσο, ο Μπορντάχ και πολλοί άλλοι αντιστασιακοί. Οι ασθενείς το ήξεραν και συμμετείχαν με τον τρόπο τους. Τα όπλα κρύβονταν κάτω από το τεράστιο κρεββάτι της προϊσταμένης, που ήταν ηγουμένη -ενώ το προσωπικό απαρτιζόταν από πόρνες και καλόγριες που είχαν εκπαιδευτεί στο ρόλο των νοσηλευτών-θεραπευτών. Το Σαιντ Αλμπάν έγινε ο τόπος όπου άνθισε η ψυχανάλυση, ο μαρξισμός και η ποίηση. Εδώ γεννήθηκε το κίνημα της θεσμικής ψυχοθεραπείας. Εδώ εκπαιδεύτηκε και ο Φραντς Φανόν, που πέρασε και από τη Λα Μπορντ για να εισαγάγει αργότερα τη θεσμική ψυχοθεραπεία σε ψυχιατρείο της Αλγερίας και της Τυνησίας.

Αυτή την επαναστατική εμπειρία του Σαιντ Αλμπάν αξιοποίησε λίγο αργότερα ο Ζαν Ουρί και ο Φελίξ Γκουαταρί στην πρωτοποριακή κλινική της Λα Μπορντ, που άρχισε να λειτουργεί το 1953. Το ιδρυτικό κείμενο μιλά για 3 αρχές, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, την κοινοτική οργάνωση της εργασίας και το ευμετάβλητο των θέσεων «όλοι κάνουν όλα όσα χρειάζονται». Η ψυχανάλυση επεκτείνεται σε όλο το θεσμικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων των νοσηλευτών και απελευθερώνεται από τη μέγγενη της ψυχιατρικής. Η θεσμική ψυχοθεραπεία, έλεγε ο Delion, είναι η εφαρμογή της δημοκρατίας στην Ψυχιατρική. Ο θεσμός, δηλαδή ο ανθρώπινος ιστός που δίνει ανθρωπιά σε ένα νοσοκομείο, πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες των ασθενών. Οι ασθενείς συμμετέχουν σε κάθε είδους δραστηριότητες, χειρωνακτικές, πνευματικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές και συμμετέχουν ισότιμα μαζί με όλους τους θεραπευτές στην κριτική ανάλυση του θεραπευτικού περιβάλλοντος, του ίδιου του θεσμού.

Η αναβίωση της επαναστατικής ψυχανάλυσης στη Γερμανία γίνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με την «Σοσιαλιστική Κολεκτίβα Ασθενών» (SPK) της Χαϊδελβέργης. Εκεί οι θεωρίες του Μαρξ και του Ράϊχ έγιναν πηγή έμπνευσης για ένα πολύ δυνατό κίνημα, με φοιτητές και ψυχικά ασθενείς στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με επικεφαλής τον ψυχίατρο Χούμπερ και το γιατρό Σπατσίερ, που δημιούργησαν την περίφημη «Σοσιαλιστική Κολεκτίβα Ασθενών», υπερβαίνοντας και την Ψυχιατρική και την Αντιψυχιατρική. Κάνοντας μια πολιτική κριτική του μηχανισμού της υγείας ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους έβλεπαν τα συμπτώματα της ασθένειας δεμένα με το καπιταλιστικό σύστημα. Τα συμπτώματα δεν είναι παρά η εκδήλωση της ασθένειας ως διαμαρτυρία και ταυτόχρονα ως αναστολή της διαμαρτυρίας. Το κίνημα του SPK μαζικοποιήθηκε και έγινε πόλος έλξης των επαναστατών και των διανοουμένων της Ευρώπης. Γι’ αυτό και η καταστολή ήταν τόσο άγρια. Με ισχυρές αστυνομικές και ειδικές δυνάμεις, με μαζικές συλλήψεις των μελών της Κολεκτίβας, τρομοκρατώντας και παίρνοντας σε ομηρία τα παιδιά του Χούμπερ, το γερμανικό κράτος διέλυσε την Κολεκτίβα, καταδίκασε σε πολλά χρόνια φυλακή τον πρωτεργάτη Χούμπερ και προσπάθησε να εξαφανίσει και το τελευταίο ίχνος αυτής της ιστορικής εμπειρίας.

Παρ’ όλα αυτά, η πολιτικοποιημένη ψυχανάλυση πέρασε στις ΗΠΑ, όπου δημιουργήθηκαν εξωνοσοκομιακές κλινικές στα πρότυπα της πολικλινικής του Βερολίνου σε πολλές Πολιτείες (Σικάγο, Σαν Φραντσίσκο, Μέριλαντ και αλλού.

Το βιβλίο τελειώνει με την ευχή του συγγραφέα να εμπλακούν οι αγωνιστές ψυχαναλυτές τού σήμερα στην κλινική εργασία με τις σύγχρονες λαϊκές τάξεις, που δοκιμάζονται από την κρίση και δεν μπορούν να βρουν τη φροντίδα που έχουν ανάγκη, μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης των δημόσιων συστημάτων υγείας και άκρατης εμπορευματοποίησης του αγαθού της υγείας.

Η ευχή αυτή υπαγορεύεται από την επείγουσα σήμερα ανάγκη ανάπτυξης ενός πολύμορφου κινήματος για την Υγεία και την Ψυχική Υγεία με δράσεις συλλογικές, μορφές αυτοοργάνωσης, δίκτυα αλληλεγγύης, με πρωταγωνιστικό ρόλο των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των κοινωνικά αποκλεισμένων.

Ο αγώνας αυτός ενάντια στη βιοπολιτική και τον κοινωνικό έλεγχο των θεωρούμενων από το καπιταλιστικό σύστημα στην παρακμή του ως «περιττών πληθυσμών», των ψυχικά ασθενών, των εξαρτημένων, των κοινωνικά αποκλεισμένων απαιτεί στράτευση και στο κλινικό πεδίο και μέσα στις λαϊκές μάζες, με όραμα τη χειραφέτηση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά.

(Από την παρουσίαση του βιβλίου στη ΛOKOMOTIBA, 18/6/2026)