του Άρη Μαραβά
Αρκεί να περπατήσει κανείς σε οποιαδήποτε εργατική γειτονιά της Ευρώπης για να διαπιστώσει ότι η κρίση δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα. Τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς, τα νοσοκομεία λειτουργούν με ελλείψεις προσωπικού και πόρων, τα σχολεία ασφυκτιούν από τη χρόνια υποχρηματοδότηση. Oι νέοι εργάζονται περισσότερο από τις προηγούμενες γενιές και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύονται να αποκτήσουν σπίτι, να δημιουργήσουν οικογένεια ή ακόμη και να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Συνταξιούχοι αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στη θέρμανση και στο φαγητό. Και όμως, την ίδια στιγμή, όταν η συζήτηση στρέφεται στην Ουκρανία, δισεκατομμύρια ευρώ εμφανίζονται ως διά μαγείας. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Κιέλ, μόνο η ευρωπαϊκή στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία κινήθηκε στις αρχές του 2026 γύρω στα 2 δισ. ευρώ το μήνα, ενώ η μη στρατιωτική βοήθεια —οικονομική και ανθρωπιστική— έπεσε περίπου στα 500 εκατ. ευρώ τον μήνα, δηλαδή σε λιγότερο από το ένα πέμπτο του μέσου επιπέδου του 2025.

Η αντίφαση είναι εκκωφαντική. Οι κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής δεν ανακάλυψαν ξαφνικά νέους πόρους. Απλώς αποκάλυψαν τι θεωρούν πραγματικά σημαντικό. Το 2025 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν τα 2,887 τρισ. δολάρια, ενώ η Ευρώπη αύξησε τις στρατιωτικές της δαπάνες κατά 14% σε πραγματικούς όρους. Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία από μόνες τους αντιπροσώπευαν το 51% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών – με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κατέχουν μακράν την πρώτη θέση.
Η μεγαλύτερη όμως τραγωδία δεν είναι η στάση των καπιταλιστικών κυβερνήσεων. Οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου ενεργούν πάντοτε σύμφωνα με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Η πραγματική τραγωδία είναι ότι ένα σημαντικό τμήμα της σύγχρονης Αριστεράς έχει αρχίσει να μιλά τη γλώσσα αυτών των κυβερνήσεων. Άνθρωποι που κάποτε διαδήλωναν ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ, που κατήγγειλαν το ΝΑΤΟ, που αποκάλυπταν τα ψέματα για το Αφγανιστάν και τη Λιβύη, σήμερα επαναλαμβάνουν επιχειρήματα που ελάχιστα διαφέρουν από εκείνα των προέδρων, των πρωθυπουργών, των στρατηγών και των μεγάλων εφημερίδων. Μας λένε ότι πρέπει να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία -τη δημοκρατία υπό τον Ζελένσκι και τους Μπαντερικούς φασίστες του Αζόφ-, ότι χρειάζεται περισσότερος εξοπλισμός, ότι χρειάζεται περισσότερη στρατιωτική βοήθεια, ότι η ειρήνη περνά μέσα από την κλιμάκωση του πολέμου.
Κανένας άνθρωπος, κανένας μαρξιστής δεν μπορεί να αδιαφορήσει για τον πόνο του ουκρανικού λαού. Σχεδόν 10 εκατομμύρια Ουκρανοί παραμένουν εκτοπισμένοι από τον πόλεμο, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ενώ στις 30 Απριλίου 2026 περίπου 4,37 εκατομμύρια άνθρωποι που έφυγαν από την Ουκρανία βρίσκονταν υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ολόκληρες πόλεις μετατράπηκαν σε ερείπια, οικογένειες διαλύθηκαν, παιδιά μεγάλωσαν ακούγοντας σειρήνες αντί για παιδικά τραγούδια. Κάθε νεκρός στρατιώτης, είτε Ουκρανός είτε Ρώσος, ήταν κάποιος γιος, κάποια κόρη, κάποιος σύντροφος, κάποιος φίλος.
Ακριβώς όμως επειδή ο πόνος είναι πραγματικός, η αλήθεια γίνεται ακόμη πιο αναγκαία. Και η αλήθεια είναι ότι η ατελείωτη ροή όπλων δεν έφερε την ειρήνη. Αντίθετα, παρέτεινε έναν πόλεμο του οποίου το ανθρώπινο κόστος συνεχώς αυξάνεται. Ο ΟΗΕ είχε επαληθεύσει έως τον Μάιο του 2026 πάνω από 62.000 άμαχες απώλειες στην Ουκρανία, από τις οποίες περισσότεροι από 16.000 ήταν νεκροί και πάνω από 46.000 τραυματίες. Τον Απρίλιο του 2026, τουλάχιστον 238 άμαχοι σκοτώθηκαν και 1.404 τραυματίστηκαν, στον υψηλότερο μηνιαίο απολογισμό αμάχων από τον Ιούλιο του 2025.
Κάθε νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας, κάθε νέα αποστολή πυραύλων, κάθε υπόσχεση περαιτέρω κλιμάκωσης παρουσιάζεται ως βήμα προς τη νίκη. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις ανακοινώσεις βρίσκονται πολιτικοί που δεν θα βρεθούν ποτέ στα χαρακώματα. Οι γιοι και οι κόρες των υπουργών δεν στρατολογούνται με τη βία. Οι διευθυντές των πολεμικών βιομηχανιών δεν κρύβονται από βομβαρδισμούς. Οι δημοσιογράφοι που απαιτούν «μέχρι τέλους νίκη» δεν κινδυνεύουν να πεθάνουν σε κάποια γραμμή του μετώπου. Το τίμημα το πληρώνουν οι απλοί άνθρωποι.
Αυτό που κάνει την ουκρανική τραγωδία ακόμη πιο οδυνηρή είναι ότι η εργατική τάξη της χώρας βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δυνάμεις που δεν ελέγχει, όπως ο δυτικός ιμπεριαλισμός, ο οποίος διοχετεύει όπλα, χρήματα και στρατιωτική υποστήριξη στην περιοχή, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την αποδυνάμωση της Ρωσίας, την ενίσχυση του ΝΑΤΟ και τη διεύρυνση της επιρροής του στην Ανατολική Ευρώπη. Η ίδια η Ουκρανία, σύμφωνα επίσημα στοιχεία αύξησε τις στρατιωτικές της δαπάνες το 2025 κατά 20%, στα περίπου 84,1 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου στο 40% του ΑΕΠ της. Η Ρωσία, από την άλλη, έφτασε σε στρατιωτικές δαπάνες περίπου 190 δισ. δολαρίων.
Η σύγχρονη φιλοπολεμική Αριστερά προσπαθεί να παρουσιάσει τον πόλεμο ως μια σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία και τον αυταρχισμό. Όμως αυτή η αφήγηση καταρρέει μόλις εξετάσουμε ποιοι εμφανίζονται ως υπερασπιστές της δημοκρατίας. Είναι οι ίδιες κυβερνήσεις που εισέβαλαν στο Ιράκ με ψευδή προσχήματα, βομβάρδισαν τη Γιουγκοσλαβία, διέλυσαν τη Λιβύη και κατέστρεψαν το Αφγανιστάν. Είναι οι ίδιες κυβερνήσεις που σήμερα μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ χρηματοδοτούν στρατιωτικές μηχανές και υψώνουν φράχτες απέναντι στους πρόσφυγες.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο το ΝΑΤΟ έχει μεταμορφωθεί στα μάτια ενός τμήματος της Αριστεράς. Για δεκαετίες παρουσιαζόταν σωστά ως βασικός μηχανισμός του δυτικού ιμπεριαλισμού. Σήμερα, πολλοί το αντιμετωπίζουν ως εγγυητή της ελευθερίας. Πρόκειται για ιστορική αντιστροφή. Το ΝΑΤΟ δεν έχει αλλάξει χαρακτήρα. Παραμένει στρατιωτική συμμαχία των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών του πλανήτη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η πολιτική προσαρμογή ενός τμήματος της Αριστεράς στις προτεραιότητες των δικών της κυρίαρχων τάξεων.
Η μεγαλύτερη ίσως συνέπεια αυτής της προσαρμογής είναι ότι η εργατική πολιτική αντικαθίσταται από τη γεωπολιτική. Αντί να μιλάνε για μισθούς, δικαιώματα, συνδικάτα, κοινωνική ιδιοκτησία και ταξική εξουσία, μιλάνε για στρατιωτικές συμμαχίες, χάρτες επιρροής και εθνικά συμφέροντα. Αντί να αναζητούν κοινά συμφέροντα ανάμεσα στους εργάτες της Ουκρανίας, της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ελλάδας, μας καλούν να ταυτιστούμε με τις στρατηγικές επιδιώξεις των κρατών μας.
Η εργατική τάξη δεν έχει τίποτε να κερδίσει από την επιλογή ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Έχει να κερδίσει μόνο από τη δική της ανεξάρτητη οργάνωση και από την κοινή πάλη των εργαζομένων πέρα από σύνορα, σημαίες και κυβερνήσεις.
Η Ουκρανία δεν είναι απλώς ένα πεδίο μάχης. Είναι ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει την κρίση της σύγχρονης Αριστεράς. Αποκαλύπτει πόσο εύκολα μπορεί να ξεχαστεί η ιστορία, πόσο εύκολα μπορεί να εγκαταλειφθεί η ταξική ανεξαρτησία, πόσο εύκολα μπορεί η γλώσσα της διεθνιστικής αλληλεγγύης να αντικατασταθεί από τη γλώσσα των στρατηγών και των υπουργών. Και ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι η μόνη πραγματική εναλλακτική παραμένει η ανεξάρτητη πολιτική της εργατικής τάξης απέναντι σε όλους τους καπιταλιστές, όλους τους εθνικισμούς και όλους τους ιμπεριαλισμούς. Μόνο πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί μια ειρήνη που δεν θα είναι απλώς η παύση των πυροβολισμών, αλλά η αρχή μιας πραγματικά ελεύθερης κοινωνίας.
