Ένας πόλεμος για την αναδιαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής ενός καπιταλιστικού κόσμου σε κρίση και αποσύνθεση

του Osvaldo Coggiola* 

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι η έκφραση της μετάβασης της παγκόσμιας κρίσης από το οικονομικό και πολιτικό πεδίο στο πολεμικό και θα έχει επιπτώσεις, ακόμη και στρατιωτικές, παντού στον κόσμο, από τις οποίες καμία χώρα δεν μπορεί να ξεφύγει και καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να νίπτει τας χείρας της, δηλώνοντας ουδέτερη ή υπερασπιζόμενη μια θέση “ίσων αποστάσεων”.

Παρόλο που η Ρωσία εμφανίζεται ως ο “επιτιθέμενος”, το πολιτικό κλίμα του πολέμου έχει προετοιμαστεί προσεκτικά από τα μεγάλα δυτικά μέσα ενημέρωσης, πιέζοντας τις κυβερνήσεις τους, σε σημείο που ένας Αυστραλός ερευνητής κατέληξε στο συμπέρασμα, την παραμονή της 24ης Φεβρουαρίου, ότι: “το σενάριο της εισβολής φαίνεται να έχει ήδη γραφτεί, και όχι απαραίτητα από την πένα του Ρώσου ηγέτη. Τα πιόνια είναι όλα στη θέση τους: η υπόθεση της εισβολής, η υποσχόμενη εφαρμογή κυρώσεων και περιορισμών στην απόκτηση χρηματοδότησης και η έντονη καταδίκη”. Πολύ λίγα ή και τίποτε δεν έχει ειπωθεί στα κυρίαρχα δυτικά μέσα ενημέρωσης για το πώς η συμμαχία του ΝΑΤΟ, μετά τη διάλυση και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, επεκτάθηκε όλο και πιο απειλητικά προς τη Ρωσική Ομοσπονδία, το κύριο κράτος-διάδοχο της πρώην ομοσπονδίας των εθνών που αποτελούσε την ΕΣΣΔ.

Οι ίδιες οι ΗΠΑ που προωθούν την επέκταση του ΝΑΤΟ στα σύνορα της Ρωσίας, στοχεύοντας, μέσω πιέσεων και στρατιωτικών εκβιασμών, στη διείσδυση του κεφαλαίου τους σε όλη την πρώην σοβιετική επικράτεια, ανακοίνωσαν λίγο πριν από αυτό μια ισχυρή επανεκκίνηση της οικονομικής τους ανάπτυξης ταυτόχρονα με την ανακοίνωση του μεγαλύτερου στρατιωτικού προϋπολογισμού στην ιστορία τους, δύο γεγονότα στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Στις αρχές του 2014 ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ένας ηγεμόνας που ήταν κοντά στη Ρωσία, εκπαραθυρώθηκε στην Ουκρανία στο επεισόδιο που είναι γνωστό ως “Euromaidan”.

Τα ρωσικά αντίποινα ήταν η ανακατάληψη της Κριμαίας, εδάφους που παραχωρήθηκε από την ΕΣΣΔ στην Ουκρανία το 1954. Μετά την προσάρτηση της χερσονήσου, οι αυτονομιστικές δυνάμεις στην Ανατολική Ουκρανία, σε περιοχές με ρωσική πλειοψηφία, ενδυνάμωσαν το αίτημα για ανεξαρτησία. Αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μειωμένης εδαφικής επικράτειας ή ακόμη και αυτονομίας για τις περιοχές αυτές, η νέα Ουκρανική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, επανέφερε το σχέδιο ένταξης της χώρας του στο ΝΑΤΟ.

Πολύ νωρίτερα, δεκατρείς χώρες -η Τσεχική Δημοκρατία, η Πολωνία, η Ουγγαρία (1999), η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Σλοβενία (2004), η Αλβανία, η Κροατία (2009) και το Μαυροβούνιο (2017)- έχουν ενταχθεί στο ΝΑΤΟ από τότε. Η πολιορκία μέσω της Δύσης έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, τώρα ήρθε η ώρα για την πολιορκία από το Νότο, με την Ουκρανία, τη Γεωργία, τη Μολδαβία και ενδεχομένως το Αζερμπαϊτζάν, το οποίο έχει ήδη υποβάλει την υποψηφιότητά του. Η επιχείρηση έχει σταματήσει προσωρινά στην Ανατολή, με τις χώρες της Κεντρικής Ασίας να υποστηρίζουν, τουλάχιστον προς το παρόν, τον ισχυρό γείτονά τους, τη Ρωσία, εξυπηρετώντας επίσης τα συμφέροντα του άλλου γιγάντιου γείτονά τους, της Κίνας.

Η Ουάσινγκτον κατηγορεί τη Μόσχα εδώ και μήνες, αλλά δεν έχει σταματήσει να μετακινεί αεροπλανοφόρα και στρατεύματα προς τα Ρωσικά σύνορα. Η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ φέρνει αμέσως στην γεωπολιτική ατζέντα την ανάπτυξη πυρηνικών κεφαλών στο έδαφός της: ένας πυρηνικός πύραυλος θα μπορούσε να προσγειωθεί στη Μόσχα μέσα σε λίγα λεπτά. Με άλλα λόγια, μια κατάσταση όπου ένα εμπλουτισμένο πυρηνικό όπλο θα στοχεύει την καρδιά της Ρωσίας. Αυτή η πολεμική μηχανή είναι αυτό που απειλεί κατ’ αρχάς το μέλλον της ανθρωπότητας στην Ευρώπη και την Ασία. Μπροστά στη Ρωσική επίθεση, ο Economist, το ιστορικό βρετανικό φερέφωνο των μεγάλων επιχειρήσεων, προτείνει ότι το ΝΑΤΟ θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την περίσταση για να καταλάβει όλη την Ανατολική Ευρώπη, ανεξάρτητα από τα όρια που έχουν τεθεί από προηγούμενες συμφωνίες.

Συνεπώς, η ευθύνη για τη στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία ανήκει εξ ολοκλήρου στο ΝΑΤΟ, το οποίο έχει εξαπλωθεί από τον Βόρειο Ατλαντικό μέχρι την Κεντρική Ασία και έχει στρατιωτικοποιήσει όλα τα κράτη γύρω από τη Ρωσία. Οι δίμηνες συζητήσεις από την έναρξη της ανάπτυξης στρατευμάτων στο εσωτερικό της Ρωσίας, στη συνέχεια στη Λευκορωσία και στη Βαλτική, τη Βόρεια και τη Μαύρη Θάλασσα, κατέληξαν, πριν από την εισβολή, σε πλήρες αδιέξοδο. Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση αρνήθηκαν να υπογράψουν τη δέσμευση να μην ενσωματώσουν την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ, να αποστρατιωτικοποιήσουν τα κράτη που συνορεύουν με τη Ρωσία και να επανενεργοποιήσουν τη συνθήκη που εξετάζει την επανένωση της Ουκρανίας με τη μορφή μιας ομοσπονδιακής δημοκρατίας. Ένας πόλεμος ξέσπασε, ως συνέπεια, κατ’ αρχάς, μιας πολιτικής επέκτασης του ΝΑΤΟ σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η ίδια διαδικασία λαμβάνει χώρα στην Άπω Ανατολή, όπου οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Ιαπωνία έχουν δημιουργήσει μια πολιτικοστρατιωτική συμφωνία στο κατώφλι της Κίνας. Το ΝΑΤΟ κατέλαβε το Αφγανιστάν, τον διάδρομο μεταξύ Μέσης Ανατολής και Άπω Ανατολής, πριν από δύο δεκαετίες. Συμμετείχε επίσης στους βομβαρδισμούς και τον διαμελισμό της Λιβύης και εξόπλισε τους λεγόμενους Ισλαμικούς σχηματισμούς για την ανατροπή της κυβέρνησης της Συρίας. Τώρα, οι κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ έχουν εφαρμόσει οικονομικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής της πιστοποίησης του αγωγού NordStream2 από τη Γερμανική κυβέρνηση, ο οποίος υποτίθεται ότι θα ολοκλήρωνε την προμήθεια ρωσικού φυσικού αερίου στην ίδια τη Γερμανία.

Το Ουκρανικό μπούμερανγκ είναι η βαθύτερη έκφραση της κρίσης της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής (όχι μόνο αμερικανικής) πολιτικής, η οποία προοιωνίστηκε από την άδοξη αποχώρηση από το Αφγανιστάν, την καταστροφή στη Λιβύη (“ένα χάος”, σύμφωνα με τα λόγια του Μπαράκ Ομπάμα) και, πάνω απ’ όλα, στο Ιράκ. Η αναγωγή της σε ένα επεισόδιο μιας διεθνούς γεωπολιτικής αναδιαμόρφωσης υπέρ ενός δυνητικού μπλοκ Κίνας-Ρωσίας έναντι των παραδοσιακών δυτικών κυρίαρχων θα ήταν μια μονόπλευρη προσέγγιση, που αγνοεί το πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, το σύνολο των διεθνών πολιτικών παραγόντων που τέθηκαν στο παιχνίδι, ακόμη και τις ιστορικές διαστάσεις που εμπεριέχει η σύγκρουση.

Πίσω από το επιθετικό κίνημα που καθοδηγείται από τις ΗΠΑ, φιλτράρονται οι επισφαλείς συνθήκες της βορειοαμερικανικής οικονομικής ανάκαμψης, οι οποίες μόλις και μετά βίας κρύβουν τις συνθήκες κρίσης του μεγαλύτερου καπιταλισμού του πλανήτη. Το τρίτο τρίμηνο του 2021, το Αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 28 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το 125% του ΑΕΠ της χώρας: η Αμερικανική κυβέρνηση αύξησε το δημόσιο χρέος σε τεράστιο βαθμό και, σε συνθήκες υγειονομικής κρίσης, δεν επέβαλε φόρους στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η υπόσχεση των Δημοκρατικών για κατώτατο μισθό 15 δολάρια/ώρα εγκαταλείφθηκε, με το ποσό των 7,25 δολαρίων να παραμένει. Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός των Γιάνκηδων αυξήθηκε στα 720 δισεκατομμύρια δολάρια, ο μεγαλύτερος από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (παρά την απεμπλοκή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν). Στον τομέα των δημόσιων έργων, η κυβέρνηση Μπάιντεν, με την υποστήριξη των Ρεπουμπλικάνων, ψήφισε έναν προϋπολογισμό που ευνοεί τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες.

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στις ΗΠΑ η πανδημία του κορονοϊού είχε ως αποτέλεσμα τον μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό θανάτων στον κόσμο: πάνω από 820.000 μέχρι το τέλος του 2021. Παρά την εξαιρετική σοβαρότητα της κατάστασης, ο Μπάιντεν δεν προέβη σε καμία ενέργεια που να έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της Big Pharma. Παράλληλα, η συγκέντρωση του κεφαλαίου έχει αυξηθεί όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία: η Apple έγινε η πρώτη εταιρεία στην ιστορία που έφτασε σε αξία τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια – μέσα σε δεκαέξι μήνες η αξία της Apple αυξήθηκε κατά 50%. Μέχρι το 2021 οι πέντε μεγαλύτερες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες (Apple, Google, Amazon, Microsoft και Facebook-Meta) έφθασαν μαζί σε μετοχική αξία 9,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (σήμερα έχουν ήδη ξεπεράσει τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια). Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι εταιρείες αυτές αποδείχθηκαν οι πιο προετοιμασμένες να επωφεληθούν από την “απομακρυσμένη εργασία”.

Με την επανάληψη συμπεριφορών που υποτίθεται ότι είναι παρόμοιες με εκείνες του “ψυχρού πολέμου”, οι ΗΠΑ εκμεταλλεύονται τις αντιφάσεις των πολιτικών των κυβερνήσεων των χωρών που στο παρελθόν αποσπάστηκαν από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία με τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Η Κίνα και η Ρωσία προχώρησαν στο δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης μετά τα γεγονότα του 1989-1991. Παγιδευμένες στις αντιφάσεις της διαδικασίας παλινόρθωσης, οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν τώρα μια κλιμάκωση της ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής πίεσης για να τους επιβληθεί, με κάθε μέσο, η πλήρης υποταγή, ο κατακερματισμός και ένας νέος τύπος ιμπεριαλιστικής αποικιοκρατίας που μεταμφιέζεται σε “δημοκρατική αλλαγή καθεστώτος”. Τα καθεστώτα αυτά δεν είναι ούτε ικανά ούτε πρόθυμα να νικήσουν την ιμπεριαλιστική επίθεση. Επιδιώκουν έναν απίθανο συμβιβασμό και μια απίθανη προσαρμογή με τον επιθετικό εχθρό των λαών τους, στο όνομα της “διεθνούς συνεργασίας”, της “πολυπολικότητας”, μιας “συμφωνίας όπου όλοι κερδίζουν”, όλα τα άβαταρ των παλιών αποτυχημένων τύπων της “ειρηνικής συνύπαρξης” και του “σοσιαλισμού σε μια χώρα”.

Στο Καζακστάν, την πρώην σοβιετική δημοκρατία, οι φατρίες που στρατολογήθηκαν από την παλιά γραφειοκρατία εξαπέλυσαν καταστολή στον πρόσφατο “αιματηρό Ιανουάριο”, με περισσότερους από 160 νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και 10.000 συλλήψεις. Το Καζακστάν είναι η πλουσιότερη χώρα της Κεντρικής Ασίας. Είναι παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή ουρανίου, διαθέτει επίσης μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου, άνθρακα, μεταλλεύματα, μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων όπως μαγγάνιο, χρώμιο, κάλιο, τιτάνιο ή ψευδάργυρο. Κατά την εποχή της ΕΣΣΔ, τα έσοδα από αυτόν τον πλούτο, που εξορύσσονταν σε μεγάλο βαθμό από τους εκτοπισμένους στα γκουλάγκ, τα ιδιοποιήθηκαν τα ανώτατα στελέχη της γραφειοκρατίας.

Μετά το 1990, η φατρία Ναζαρμπάγεφ συνέχισε να πλουτίζει πουλώντας την εκμετάλλευση αυτών των πόρων σε πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες είναι πολυάριθμες στη χώρα. Ενώ η πλειονότητα του πληθυσμού επιβιώνει με άθλιους μισθούς στις πόλεις και η ύπαιθρος έχει αφεθεί στην υπανάπτυξη, μια πλούσια ολιγαρχία –μερικοί από τους πλούσιους της χώρας βρίσκονται στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης- απολαμβάνει τον πολυτελή τρόπο ζωής της. Μια άγρια δικτατορία διατηρεί αυτά τα προνόμια, παρακολουθεί στενά τον πληθυσμό, απαγορεύει τα συνδικάτα και τις ανεξάρτητες οργανώσεις, καταπνίγει κάθε δημοκρατική ελευθερία και επεμβαίνει με ακραία βία κάθε φορά που εκδηλώνεται διαμαρτυρία.

Δεν αντιμετωπίζουμε έναν νέο “ψυχρό πόλεμο”, αντιμέτωποι με τον καπιταλισμό και τον “πραγματικό” (ή έστω φανταστικό) σοσιαλισμό. Και η σύγκριση της “εθνοτικής επέκτασης” της Ρωσίας που προωθεί ο Πούτιν με την επίσης “εθνοτική” επέκταση του Χίτλερ προς την Τσεχική Σουδητία και την Αυστρία το 1938, όπως έκαναν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, σημαίνει απλώς ότι ξεχνάμε ότι η τελευταία υποστηρίχθηκε ρητά από τις δυτικές δυνάμεις στη Διάσκεψη του Μονάχου την ίδια χρονιά. Η ομοιότητα είναι επομένως μόνο τυπική.

Η Ρωσική αντίσταση στο ΝΑΤΟ ρίχνει φως στη δυνητική αποσύνθεση της Ρωσίας, η οποία καλύπτεται από την “επέκτασή” της. Η διάλυση της ΕΣΣΔ, που προωθήθηκε από τη γραφειοκρατία με επικεφαλής τον Μπόρις Γέλτσιν, τον οποίο διαδέχθηκε ο Πούτιν, αντιπροσώπευε ένα βήμα προς την εθνική αποσύνθεση. Η ενσωμάτωση της Ρωσίας στην παγκόσμια αγορά είχε ως αποτέλεσμα την οπισθοδρόμηση των παραγωγικών δυνάμεων και της οικονομίας της. Ο Πούτιν αντιμετωπίζει τώρα τον πόλεμο ως υπερασπιστής των συμφερόντων της ρωσικής καπιταλιστικής ολιγαρχίας, που έχει εκκαθαριστεί από κάποια μαφιόζικα στοιχεία και είναι ο ωφελημένος αυτής της διαδικασίας, ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο.

Το πολιτικό καθεστώς στη Ρωσία αποτελεί έκφραση της διαλυτικής τάσης που υπάρχει στην “καπιταλιστική” Ρωσία: έχει εδραιώσει ένα είδος βοναπαρτισμού που επιδιώκει να καθυποτάξει τις ανυπέρβλητες κοινωνικές και εθνικές αντιφάσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον κλοιό της πολιτικής καταστολής και της στρατιωτικοποίησης. Μπορεί οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις να καταλαμβάνουν την Ουκρανία, αλλά το ρωσικό σύστημα, οικονομικά πολύ αποδυναμωμένο, δεν είναι σε θέση να αντισταθεί στην πίεση του παγκόσμιου καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

Η αναπόφευκτη διάρρηξη του βοναπαρτισμού του Πούτιν επαναπροσδιορίζει την εναλλακτική λύση της εθνικής διάλυσης. Η Ρωσία είναι μια συνάθροιση εθνών που ιστορικά πήρε τη μορφή ενός κράτους, του τσαρικού, υπό την πίεση άλλων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των γειτόνων της. Η Μπολσεβίκικη επανάσταση προσπάθησε να ξεπεράσει αυτές τις αντιφάσεις δημιουργώντας την ΕΣΣΔ, ως ελεύθερη ένωση εθνών, και προωθώντας τη διεθνή επανάσταση (αξίζει να θυμηθούμε ότι στις συζητήσεις της εποχής η Ρόζα Λούξεμπουργκ αντιτάχθηκε σθεναρά στη παραχώρηση εθνικής ανεξαρτησίας στην Ουκρανία, ένα πρώην έδαφος της αυτοκρατορίας -που φιλοξενούσε την πρωτεύουσά της, το Κίεβο- μια θέση που κάθε άλλο παρά απομονωμένη ήταν). Μια σημερινή πιθανή προσάρτηση της Ουκρανίας, άμεση ή συγκεκαλυμμένη, για την ενσωμάτωση του χώρου της στην υπό ρωσική ηγεσία Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Εθνών, είναι μια ιμπεριαλιστική επιχείρηση στο γειτονικό έδαφος, η οποία πολλαπλασιάζει τις αντιφάσεις των προσαρτητών.

Το να αγνοεί κανείς αυτή τη διάσταση της κρίσης, θεωρώντας την “αναχρονιστική”, στο όνομα της “διεθνούς γεωπολιτικής” ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας επιστημονικής προσέγγισης, είναι σαν να αγνοεί ότι ο Πούτιν αναφέρθηκε σ’ αυτήν αρκετά ρητά την παραμονή της επίθεσης στην Ουκρανία, ακόμη και σε συνεντεύξεις με δυτικούς δημοσιογράφους, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει επιθετικό τόνο υπερασπιζόμενοι την “εθνική κυριαρχία” της Ουκρανίας: “Η σύγχρονη Ουκρανία δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από τη Ρωσία, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, από τους Μπολσεβίκους, την κομμουνιστική Ρωσία. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε ουσιαστικά αμέσως μετά την επανάσταση του 1917, και ο Λένιν και οι συνεργάτες του το έκαναν με έναν εξαιρετικά σκληρό τρόπο για τη Ρωσία – διαχωρίζοντας, αποκόπτοντας αυτό που ιστορικά ήταν Ρωσική γη. Κανείς δεν ρώτησε τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζούσαν εκεί τι σκέφτονταν” – αυτά ήταν τα λόγια του.

Ολόκληρη η συζήτηση του Πούτιν για την ιστορία, από την ίδρυση της ΕΣΣΔ το 1922 έως την κατάρρευσή της το 1991, ήταν ένα επιχείρημα για έναν ελάχιστα συγκαλυμμένο στόχο: την επανίδρυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας με βάση τα σύνορα της τσαρικής Ρωσίας. Έχοντας ξεπεράσει το τραύμα της εθνικής κατάρρευσης, οι Ρωσικές άρχουσες τάξεις στρέφουν τώρα το βλέμμα τους στα παλιά σύνορα της ΕΣΣΔ, τα οποία αντιστοιχούσαν, λίγο πολύ, σε εκείνα της επικράτειας της Τσαρικής Αυτοκρατορίας.

Με εξαίρεση τη Φινλανδία, την Πολωνία και τις τρεις χώρες της Βαλτικής, όλοι οι λαοί της Τσαρικής Αυτοκρατορίας αποφάσισαν να παραμείνουν στο νέο κράτος που ιδρύθηκε με βάση την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917. Η συνολική επικράτεια της Τσαρικής Ρωσίας και η επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης ήταν κατά προσέγγιση συνεκτεινόμενες. Ο Πούτιν επιθυμεί να αποκαταστήσει τα σύνορα όχι της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά εκείνα της Ρωσίας από αρχαιοτάτων χρόνων. Το να μιλάει κανείς για επιθυμία του Πούτιν να αποκαταστήσει τη Σοβιετική Ένωση είναι ψέμα, αφού η ίδια ομιλία του αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Πούτιν είναι εχθρικός προς την ΕΣΣΔ και τη βλέπει, σε συμφωνία με όλους σχεδόν τους ηγέτες της άρχουσας τάξης της Ρωσίας, ως μια παροδική παρέκκλιση από την πορεία της Ρωσικής ιστορίας.

Ο Πούτιν φιλοδοξεί μια επανέκδοση της Τσαρικής Ρωσίας χωρίς Τσάρο. Για τον σκοπό αυτό, εφευρίσκει ένα ιστορικό αφήγημα που, προς το παρόν, περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν επιτύχει στην περίπτωση της Ουκρανίας, το Ρωσικό κατεστημένο θα την επεκτείνει και σε άλλα πρώην τσαρικά εδάφη. Στις διεθνείς αντιφάσεις που εγείρει αυτή η πολιτική και οι ιδεολογικές της διατυπώσεις, ο εκτοπισμένος Ντόναλντ Τραμπ και ο διαταραγμένος Ζαΐρ Μπολσονάρου προσπαθούν φυσικά να βρουν τη θέση τους.

Το επίκεντρο της κρίσης, ωστόσο, βρίσκεται στο ίδιο το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η αυξανόμενη ανεπάρκεια του ΝΑΤΟ για τις κλονισμένες διεθνείς σχέσεις έγινε ολοφάνερη καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του κορυφώθηκαν με επανειλημμένες αποτυχίες, αποκαλύπτοντας μια πιο οξεία ιστορική αντίφαση. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και το άνοιγμα της Κίνας στην παγκόσμια αγορά φάνηκε να προαναγγέλλουν μια εξαιρετική επέκταση του καπιταλισμού, αλλά οι διαδοχικές παγκόσμιες κρίσεις έδειξαν τους ανυπέρβλητους περιορισμούς του: την αντίφαση ανάμεσα στο οικονομικό και στρατιωτικό μονοπώλιο των ΗΠΑ από τη μια πλευρά και τη συστηματική υποχώρησή τους στην παγκόσμια αγορά από την άλλη.

Στο ΝΑΤΟ, ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είχε πιο συχνές αντιπαραθέσεις με τους συμμάχους του – οι διεθνείς επιχειρήσεις του, όπως στο Ιράκ, δεν μπορούσαν πλέον να βασίζονται σε “διεθνείς συμμαχίες”. Στην Ουκρανική κρίση, η Ρωσία διαπραγματεύτηκε με τέσσερις ή πέντε κυβερνήσεις ξεχωριστά: τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Τουρκία και την ίδια την Ουκρανία. Ο Ουκρανικός πόλεμος θα επιτείνει, πρώτα κάτω από το παραπέτασμα και μετά πάνω από αυτό, την αποσύνθεση του δυτικού πολιτικοστρατιωτικού μηχανισμού.

Το σκηνικό της πολεμικής πλέον κρίσης είναι οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ο ανταγωνισμός μεταξύ του μεγάλου κεφαλαίου και των κρατών που το εκπροσωπούν. Οι οικονομικές κυρώσεις του ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας είναι η άλλη όψη της πολυδιαφημισμένης “παγκοσμιοποίησης”. Τα “έκτακτα” οικονομικά μέτρα υιοθετούνται από χώρες που φοβούνται να εμπλακούν σε έναν μεγάλο εμπορικό πόλεμο. Ο πόλεμος δημιουργεί την απειλή μιας αποδιοργάνωσης του διεθνούς εμπορίου και της οικονομίας, που έχουν ήδη πληγεί εξαιτίας του χτυπήματος που δέχτηκαν οι διεθνείς αλυσίδες παραγωγής στο πλαίσιο της πανδημίας.

Η κυβέρνηση Πούτιν ξεκίνησε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις υπό την πίεση ενός στρατηγικού αδιεξόδου, με τον ίδιο τρόπο που το ΝΑΤΟ επιδίωξε αυτό το αποτέλεσμα και επέμεινε στην πρόκλησή του, ως διέξοδο από το δικό του αδιέξοδο. Η Ρωσία βρίσκεται υπό την κυριαρχία μιας ολιγαρχίας και μιας γραφειοκρατίας που δεν έχει άλλους τίτλους από την πρόσφατη άνοδο και απαλλοτρίωση της κρατικής περιουσίας, ενός καπιταλισμού νεόπλουτων που το διεθνές κεφάλαιο θέλει να εκτοπίσει απόλυτα ή σχετικά προς όφελός του.

Ο λόγος της διχόνοιας και του πολέμου δεν είναι η ανεξαρτησία της Ουκρανίας – ο σημερινός πόλεμος είναι για τη διεθνή πολιτική αναδιαμόρφωση ενός καπιταλιστικού κόσμου σε κρίση και αποσύνθεση. Πολιτικά, όμως, ο προλεταριακός διεθνισμός απουσιάζει.

Η παρουσία, σε αυτήν την εντεινόμενη παγκόσμια κρίση, μιας διεθνιστικής εργατικής στρατηγικής, για την υπεράσπιση της ειρήνης βασισμένης στην ήττα των ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών προκλήσεων, με προοπτική την ελεύθερη σύνδεση και συμπλήρωση λαών και εθνών, εξαρτάται από τη διεθνή συζήτηση που η αριστερά, αν είναι συνεπής, πρέπει να προωθήσει επειγόντως με αποτέλεσμα μια αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική στρατηγική, ανεξάρτητη από τις γραφειοκρατίες και τις νεοκαπιταλιστικές ολιγαρχίες, και ενιαία σε όλο τον κόσμο.

27 Φεβρουαρίου 2022

* Ο Osvaldo Coggiola είναι τακτικός καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο, Βραζιλία (University of São Paulo). Είναι γεννημένος στην Αργεντινή, συγγραφέας πολλών μαρξιστικών βιβλίων, και στέλεχος του διεθνούς τροτσκιστικού κινήματος με μεγάλη συμβολή στην πάλη για τη συγκρότηση της Συντονιστικής για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς και του Βαλκανικού Κέντρου Ρακόβσκι.