Πικρός ήταν ο φετινός 31ος εορτασμός της γερμανικής ενοποίησης, ειδικά για το κόμμα της απερχόμενης Καγκελαρίου, Ανγκέλα Μέρκελ, τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU).

Και αυτό γιατί συνέπεσε με την επαύριο των ομοσπονδιακών εκλογών της 26ης Σεπτεμβρίου, οι οποίες έφεραν τη συντριβή της, καθώς έχασε 9 μονάδες σε σχέση με το 2017 και, ταυτόχρονα, την πρώτη θέση, την οποία διατηρούσε τα τελευταία 16 χρόνια.

Η Ανγκέλα Μέρκελ το 2013. Φωτογραφία του RudolfSimon. Δημοσιεύεται βάσει της αδείας Creative Commons Attribution-Share Alike 3.0 Unported (CC BY-SA 3.0).

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτό που έφερε πίκρα στην CDU, αλλά και το ότι τη μεγαλύτερη πτώση της την υπέστη στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Έτσι, το κόμμα το οποίο ηγούνταν της ιμπεριαλιστικής Δυτικής Γερμανίας, όταν αυτή “κατάπιε” το 1990 την Ανατολική–Λαϊκή Δημοκρατία (DDR) μετά την “ειρηνική επανάσταση” που έφερε την πτώση του Τείχους το Νοέμβριο του 1989, μαυρίζεται αγρίως σε αυτά τα (τέως “σοσιαλιστικά” εδάφη) 31 χρόνια μετά.

Και όχι απλώς “μαυρίστηκε αγρίως” σε τοπικό επίπεδο, αλλά στέρησε την πρωτιά, σε πανεθνικό-ομοσπονδιακό επίπεδο, στην CDU. Αυτό ισχυρίστηκε, δημοσίως, ο Χριστιανοδημοκράτης (CDU) πρωθυπουργός του ανατολικογερμανικού κρατιδίου της Σαξωνίας–Άνχαλτ, Ράινερ Χάσελχοφ.

Συγκεκριμένα, ο Χάσελχοφ δήλωσε στις 2 Οκτωβρίου (δηλαδή έξι μέρες μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές-ράπισμα στη CDU και μία μέρα πριν την 31η επέτειο της γερμανικής ενοποίησης) πως “η ανατολή έκρινε την κάλπη”, διευκρινίζοντας πως “εάν η CDU στα ανατολικά δεν είχε χάσει 10 ποσοστιαίες μονάδες, οδηγώντας σε ποσοστό κάτω από το ποσοστό που έλαβε στα δυτικά, η ένωση θα είχε βγει νικήτρια στις ομοσπονδιακές εκλογές”.

Του λόγου (του Χάσελχοφ) το αληθές, τα στοιχεία δείχνουν πως η πτώση της CDU στα ανατολικά, “νέα”, όπως λέγονται (neue Länder) κρατίδια, ήταν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη, καθώς έχασε 10 μονάδες ή τα 4/10 των ψήφων που έλαβε το 2017. Συγκεκριμένα, έπεσε στο ποσοστό των 16,8% έναντι 27,6% πριν 4 χρόνια. Έτσι, ξέπεσε στην 3η θέση από την 1η που είχε το 2017. Αντίθετα, το κεντροαριστερό SPD, εκτινάχθηκε στο 24,1%, κερδίζοντας 10 μονάδες πάνω από το ισχνό 13,9% που είχε λάβε προ 4ετίας.

Δεύτερο κόμμα αναδείχτηκε και πάλι το φασίζον AfD (“Εναλλακτική για τη Γερμανία”) με ελάχιστες απώλειες, λαμβάνοντας ποσοστό ύψους 20,5%.

Το δε κόμμα της Αριστεράς (die Linke), το οποίο παραδοσιακά ήταν ισχυρό στα ανατολικά κρατίδια έχασε και αυτό (όπως η CDU) τα 4/10 των ψήφων του σε σχέση με το 2017. Αντίθετα, οι Πράσινοι αύξησαν το ποσοστό τους στο 9,2% έναντι 5% προ 4ετίας, ενώ το FDP κέρδισε 2 μονάδες (από το 7,5% στο 9,5%).

Με άλλα λόγια οι 17 μονάδες που έχασαν η CDU και η Αριστερά κερδήθηκαν κατά βάση από το SPD και τους Πράσινους και όχι από τους δεξιότερους της CDU σχηματισμούς, δηλαδή το φασίζον AfD και το νεοφιλελεύθερο FDP.

Τελείως διαφορετική είναι η εικόνα στα δυτικογερμανικά, τα λεγόμενα “παλιά” κρατίδια (alte Länder), με μόνη ομοιότητα την πρωτιά του SPD. Το ποσοστό του είναι εφάμιλλο με εκείνο στα ανατολικογερμανικά (26,1%) και κοντά στο εθνικό μέσο όρο (25,7%). Ωστόσο, κέρδισε μόλις λίγο πάνω από 4 μονάδες ή 1/6. Αλλά και η πτώση της CDU δεν είναι τόσο μεγάλη. Έχασε 8,5 μονάδες ή το 1/4 των ψήφων του (έναντι απωλειών 4/10 στην ανατολική Γερμανία), λαμβάνοντας ποσοστό 25,6% (δηλαδή πάνω από πανεθνικό ποσοστό του 24,1%).

Αξίζει να αναφερθεί η δήλωση του Χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργού της Σαξωνίας–Άνχαλτ (Σ.τ.Σ. ανατολικο-γερμανικό κρατίδιο) μία μέρα μετά τη δήλωσή του περί απώλειας της πρωτιάς του κόμματός του λόγω των δραματικών αποτελεσμάτων στην ανατολική Γερμανία. Συγκεκριμένα, στις 3 Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια κεντρικής εορταστικής εκδήλωσης, παρούσης της Μέρκελ, σύμφωνα με τα γερμανικά ΜΜΕ αναφέρθηκε στις ρήξεις που έπρεπε να αντιμετωπίσουν πολλοί πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ειδικά λόγω της απώλειας θέσεων εργασίας. Ταυτόχρονα, όμως, επισήμανε πως η “επιτυχημένη ιστορία της ειρηνικής επανάστασης στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχει αρκετά εκτιμηθεί” και πως αυτό (Σ.τ.Σ. η εκτίμηση της σημασίας της “ειρηνικής επανάστασης” στην τέως DDR) “είναι απαραίτητο για το θεμέλιο μύθο της ενωμένης Γερμανίας”.

Μ’ άλλα λόγια, ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός (γεννημένος ο ίδιος στην τέως DDR), εκτιμά πως για να διατηρηθεί ο “μύθος” της γερμανικής ενοποίησης, θα πρέπει να “εκτιμηθεί αρκετά” το ιστορικό βάθος της “επιτυχίας” της “ειρηνικής επανάστασης” που οδήγησε στην πτώση του τείχους και της DDR και, έπειτα στη γερμανική ενοποίηση. Σ’ αυτό σημείο, αξίζει να σημειωθεί πως πέρσι, κατά την 30η επέτειο της γερμανικής ενοποίησης, ο βετεράνος πολιτικός της CDU, τέως Ομοσπονδιακός ΥΠΟΙΚ και πρόεδρος της προηγούμενης Βουλής, καθόλα γνωστός μας στην Ελλάδα, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δήλωσε πως χρειάζονται 40 χρόνια ενότητας για να ξεπεραστούν 40 χρόνια διάσπασης μεταξύ της καπιταλιστικής και της “σοσιαλιστικής” Γερμανίας.

Μετά τα δραματικά, ειδικά για το κόμμα του, αποτελέσματα της κάλπης της 26ης Σεπτεμβρίου 2021 και καθώς ο γερμανικός καπιταλισμός χτυπιέται και πάλι από το τέρας του πληθωρισμού (Σ.τ.Σ. τον μεγάλο “μπαμπούλα” μετά την κρίση του Μεσοπολέμου) λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, είναι να απορεί κανείς αν πράγματι αρκούν μόνο 40 χρόνια γερμανικής ενοποίησης ή χρειάζονται ενδεχομένως έως και τα… διπλάσια (αν και ο ιστορικός χρόνος δεν είναι “κενός”) για να ξεθεμελιωθούν πλήρως οι συνέπειες της διάσπασης της Γερμανίας όχι απλά σε δύο κράτη αλλά σε δύο διαφορετικά κοινωνικά συστήματα.

Και αυτό γιατί το “κοντέρ” της μεγάλης ιστορικής ρήξης της διεθνούς ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (μέρος της οποίας ήταν και είναι η Γερμανία) δεν ξεκίνησε να γράφει από το 1945, όταν συνετρίβη η ναζιστική Γερμανία από την ΕΣΣΔ ή το 1949 οπότε ιδρύθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας αλλά το 1917, με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης…

Δ.Κ.