ΣΕΚ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΝ ΟΙ ΝΑΖΙ;

Στις 22 Μαρτίου 2014, έχουν προγραμματιστεί αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές διαδηλώσεις σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης και του κόσμου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά των Φυλετικών Διακρίσεων (21 Μαρτίου), όπως την καθιέρωσε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1966. Στην Ελλάδα,  διοργανώνονται κινητοποιήσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και  Χανιά.
Η πρωτοβουλία για την πραγματοποίηση αυτών των διαδηλώσεων, πάρθηκε από την ΚΕΕΡΦΑ (ΣΕΚ), σε συνεννόηση με την Unite Against Fascism, που έχει κυρίαρχο ρόλο διεθνώς.
Ποιά είναι όμως η Unite Against Fascism (UAF); Τους ξανασυναντήσαμε ως καλεσμένους της ΚΕΕΡΦΑ στη Διεθνή Αντιφασιστική Συνάντηση που διοργάνωσε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2013. Πρόκειται περί μιας αντιφασιστικής «ομάδας πίεσης» που ιδρύθηκε στη Βρετανία, το 2003, με σκοπό να ανακόψει τις εκλογικές επιτυχίες και την δράση της άκρας δεξιάς – κατά κύριο λόγο του BNP (Bρετανικό Eθνικό  Kόμμα), αλλά και της πιο «πεζοδρομιακής» EDL (Eγγλέζικη Λίγκα Άμυνας) αργότερα.
Κατά γενική ομολογία και χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση, πίσω από την «μετωπική» UAF, βρίσκεται το SWP, το αγγλικό «μητρικό» κόμμα του εν Ελλάδι ΣΕΚ, ηγετική δύναμη στην Κλιφική «Διεθνή Σοσιαλιστική Τάση». Συμμέτοχοι, επίσης, είναι άλλες αντιρατσιστικές οργανώσεις, συνδικάτα και ομοσπονδίες, το TUC (η αντίστοιχη ΓΣEE), που βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του Eργατικού Kόμματος, μεταναστευτικές κοινότητες, αλλά και θρησκευτικοί ηγέτες. Το κοινωνικό και πολιτικό εύρος αυτής της συμμαχίας, καθορίζεται από την ιδρυτική διακήρυξη της UAF, όπου ως στόχος της δηλώνεται το να «ενώσει το μεγαλύτερο δυνατό φάσμα της κοινωνίας για να αντιμετωπίσει την απειλή (του φασισμού)».  Κι αυτό γιατί, η φασιστική απειλή «απαιτεί μια δυνατή κι ενιαία απάντηση από όλους όσοι είναι αφιερωμένοι στην ελευθερία και στη δημοκρατία». Την ιδρυτική διακήρυξη υπογράφουν γνωστές προσωπικότητες του «προοδευτικού» (σοσιαλδημοκρατικού) πολιτικού κόσμου, όπως ο «Κόκκινος» Κεν Λίβινγκστον ή ο Τόνι Μπεν. Δεν λείπουν οι υπογραφές εν ενεργεία βουλευτών των δύο μεγάλων κομμάτων, του ρεφορμιστικού Εργατικού Kόμματος, αλλά και των… δεξιών  Τόρηδων(!). Όλοι τους συμπαρατάσσονται με το SWP και τους συμμάχους του «ενάντια στο φασισμό». Aνάμεσά τους, βρίσκεται και ο σημερινός δεξιός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, του Tόρικου κόμματος!
Όμως, η πολιτική ενότητας μεταξύ εργατικών-αριστερών οργανώσεων και αστικών πολιτικών δυνάμεων, στο όνομα του αντιφασισμού, μέσα στην Ιστορία έχει καταγραφεί ως «Λαϊκό Μέτωπο» ταξικής συνεργασίας, η σταλινική γραμμή πάλης για την υπεράσπιση της (αστικής) δημοκρατίας ενάντια στον φασισμό, που την δεκαετία του ’30 οδήγησε σε ιστορικές ήττες το εργατικό κίνημα, ιδίως στην Γαλλία και την Iσπανία, αλλά και την Eλλάδα. Ακόμα κι αν εφαρμόζεται από μια οργάνωση τροτσκίζουσας αναφοράς, η λαϊκομετωπική πολιτική θα παραμένει πάντα λαϊκομετωπική πολιτική, δηλαδή πολιτική συνεργασίας με τον ταξικό εχθρό. Όσο πιο ταξικά «διευρυμένη» είναι η λαϊκομετωπική συμμαχία, τόσο πιο αδύναμη και αφοπλισμένη πολιτικά βρίσκεται η εργατική τάξη, όχι μόνο απέναντι στον φασισμό, αλλά κι απέναντι στους ίδιους τους «συμμάχους» της στο «δημοκρατικό» αστικό κράτος και στις δυνάμεις καταστολής του, που, παρεμπιπτόντως, στην Αγγλία πράττουν το καταπιεστικό τους έργο κάτω από τις εντολές του «αντιφασίστα» Κάμερον, υποστηρικτή της UAF.
Η UAF, δηλώνει πως «πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να ενωθούμε σε ένα πλατύ και κοινό μέτωπο ενάντια σε αυτή την κοινή απειλή». Δεν ξεκαθαρίζει συγκεκριμένα τους στόχους αλλά ούτε και τα μέσα πάλης αυτού του μετώπου. Δεν είναι κι εύκολο έργο άλλωστε, η συγχώνευση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων στρατηγικών για την αντιμετώπιση του φασισμού, όπως πηγάζουν μέσα από τον ιστορικό ρόλο και συμφέροντα των φορέων τους: της εργατικής τάξης και της (φιλελεύθερης) αστικής τάξης. Από αυτό το διαταξικό αμάλγαμα, απορρέουν τακτικές δράσης που προσπαθούν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες. Από τη μια «ακτιβίστικη» παρουσία στο δρόμο, κατά την οποία η UAF δεν έχει καταφέρει πάντα να αποφύγει τις συμπλοκές με φασίστες. Από την άλλη, γίνεται συχνά αντικείμενο εξ αριστερών κριτικής για την προσήλωσή της στην αστική νομιμότητα, ως απαράβατο όρο για να συνεχίσει να απολαμβάνει της στήριξης αστών βουλευτών, θρησκευτικών ηγετών και συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Κατηγορείται για την τάση της να ζητά την συνδρομή της αστυνομίας για να πραγματοποιήσει αντιφασιστικές κινητοποιήσεις -πρακτική που δεν μας είναι άγνωστη ούτε στα εν Ελλάδι δρώμενα- αλλά και για την συνήθεια να «σφυρίζει» νωρίς-νωρίς την λήξη των κινητοποιήσεων, αποφεύγοντας έτσι να ταυτιστεί με συγκρουσιακές συμπεριφορές και δράση των διαδηλωτών. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, τον Οκτώβριο του 2009, η UAF καταγγέλθηκε δημόσια από την Αναρχική Ομοσπονδία, ότι κατά τη διάρκεια αντιφασιστικής διαδήλωσης στο Leeds, η περιφρούρησή της «έπιασε» και παρέδωσε στην αστυνομία έναν αναρχικό διαδηλωτή, που απλά επεχείρησε να περάσει από το «κορδόνι» της και να μπει στο μπλοκ.
Οπωσδήποτε, παρόμοιες αντιλήψεις και πρακτικές γύρω από τον αντιφασιστικό αγώνα, τις έχουμε ξανασυναντήσει. Είναι εκείνες οι λογικές που αναζητούν «αντιφασιστικές» συμπράξεις με μεγαλοδημάρχους και γραφειοκράτες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, παρά με τα πιο πολιτικά ανήσυχα, καταπιεσμένα κι ανοργάνωτα στρώματα της εργατικής τάξης. Κατ’ αντιστοιχία, το κάλεσμα να «ενωθούμε όλοι μαζί» και να στοιχηθούμε μαζί με την «δημοκρατική» αστική τάξη για να αντιμετωπίσουμε τους φασίστες, σημαίνει να στοιχηθούμε μαζί με τον Σαμαρά και τον Δένδια (της Αμυγδαλέζας, του Ξένιου Δία, του βασανισμού αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ, των Φαρμακονησίων, της «κακής ποιότητας» μεταναστών κλπ.), ελπίζοντας πως θα «πατάξουν» μέχρι τέλους την Χρυσή Αυγή, ή ότι η εργατική τάξη θα είναι πιο ασφαλής αν το αστικό κράτος κλείσει τα γραφεία της. Είναι, τελικά, κάλεσμα για να βάλουμε οικειοθελώς το κεφάλι μας στη γκιλοτίνα και να τραβήξουμε και το σχοινί.
Η πάλη ενάντια στον φασισμό, απαιτεί πρώτα και κύρια καθαρή θέση ενάντια στο αστικό κράτος. Από αυτήν θα καθοριστούν οι μελλοντικές συμμαχίες ή ρήξεις. Τσάκισμα του φασισμού, δεν μπορεί παρά να σημαίνει και συντριβή του κρατικού μηχανισμού που τον υποθάλπει, και είναι -επιεικώς- χίμαιρα να ζητάς από το αστικό κράτος να καταργήσει τον εαυτό του. Η αντιφασιστική στρατηγική της εργατικής τάξης, είναι ταυτόχρονα και στρατηγική ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος που που στην εποχή της κρίσης και παρακμής του γεννάει τον φασισμό, και πάλης για κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Καθήκον που απαιτεί την ενότητα, την πολιτική ανεξαρτησία και απελευθέρωσή της από κάθε αστική και ρεφορμιστική επιρροή. Ένα έργο που μπορεί και πρέπει να αποκρυσταλλωθεί στην δημιουργία του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης, πολιτική της Τρίτης Διεθνούς των Λένιν-Τρότσκι αλλά και της Τέταρτης Διεθνούς.  Με εργατικές πολιτοφυλακές και ομάδες αυτοάμυνας ενάντια στους φασίστες και στο αστικό κράτος, με σύγκρουση στο δρόμο, για μια νέα «έφοδο στον ουρανό», για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό. Έτσι τσακίζεται ο φασισμός.

Κ. Αποστολόπουλος