Σοφία Χρηστίδου : χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου εκπαιδευτικού;

του Παύλου Τσαγιέρα

Ο θάνατος της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου στη Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς μια τραγική είδηση στις μέσα σελίδες των εφημερίδων· είναι το ξεχείλισμα μιας οργής που σιγοβράζει στα προαύλια των δημόσιων σχολείων. Η εκπαιδευτική κοινότητα είναι συγκλονισμένη, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αλήθεια που το επίσημο κράτος πασχίζει να θάψει κάτω από γραφειοκρατικά χαρτιά: το ασφυκτικό, τοξικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να επιβιώσουν οι λειτουργοί της δημόσιας εκπαίδευσης.

Η Σοφία Χρηστίδου υπηρέτησε επί 35 χρόνια τη δημόσια εκπαίδευση ως καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες. Με αλλεπάλληλες ειδικές εκπαιδεύσεις, μεταπτυχιακά, διδακτορικό και μεταδιδακτορική διατριβή, αλλά και με θητεία σε διευθυντικές θέσεις, συνέχισε να εργάζεται σε ένα σχολικό περιβάλλον που τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και δυσκολότερο.

Στις αρχές Μαρτίου υπέστη αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, έπειτα από μια περίοδο έντονης ψυχολογικής φόρτισης. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά από το περιβάλλον της, η φόρτιση αυτή συνδεόταν με σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε στο σχολικό περιβάλλον: περιστατικά έντονης πίεσης και συμπεριφορών εκφοβισμού από μαθητές μέσα στην τάξη, καθώς και διοικητικές διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη εις βάρος της.

Όπως αναφέρεται, είχε κατατεθεί αίτημα πειθαρχικού ελέγχου από τη διεύθυνση του σχολείου προς τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι «δεν μπορούσε να επιβληθεί στην τάξη της». Με αυτή την κυνική φράση, το σύστημα έπλυνε τα χέρια του, μετατρέποντας ουσιαστικά το θύμα σε θύτη. Λίγες ημέρες μετά το επεισόδιο, η εκπαιδευτικός κατέληξε, αφήνοντας πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό και πολλά αναπάντητα ερωτήματα.

Ακόμη κι αν δεχόμασταν ότι ορισμένα από τα αναφερόμενα γεγονότα συνεχίζουν να χρήζουν πλήρους διερεύνησης, ένα πράγμα είναι βέβαιο: η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, είναι μία από τις πολλές περιπτώσεις που αποκαλύπτουν την ολοένα και πιο ασφυκτική πίεση που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί.

Η απάντηση στο ερώτημα «ποιος φταίει» είναι βολική για τους κρατούντες όταν περιορίζεται στους «απείθαρχους μαθητές» ή στους «κακούς γονείς». Είναι η εύκολη έξοδος κινδύνου. Η σκληρή αλήθεια, όμως, κρύβεται στον δημόσιο λόγο των τελευταίων ετών, που παρουσιάζει συστηματικά τους εκπαιδευτικούς ως «τεμπέληδες» που δουλεύουν λίγο και κάθονται πολύ. Κρύβεται στους μισθούς των 1.000 ευρώ, που μετατρέπουν τους επιστήμονες σε υπαλλήλους χαμηλής αξίας. Κρύβεται στην εμπορευματοποίηση της παιδείας, όπου ο μαθητής γνωρίζει πως, αν αποτύχει στο δημόσιο σχολείο, μπορεί απλώς να «αγοράσει» το πτυχίο του από κάποιο κολέγιο που βαφτίστηκε πανεπιστήμιο μέσα σε μια νύχτα. Πώς, λοιπόν, να «επιβληθεί» ένας εκπαιδευτικός σε ένα περιβάλλον που το ίδιο το κράτος έχει φροντίσει να απογυμνώσει από κάθε ίχνος κύρους;

Σε αυτό το τοπίο της απαξίωσης, η περιβόητη «αξιολόγηση» δεν ήρθε ως παιδαγωγικό εργαλείο, αλλά ως ράβδος συμμόρφωσης. Ένας μηχανισμός πίεσης που θέλει τον εκπαιδευτικό φοβισμένο, σκυφτό και πρόθυμο να εκτελεί εντολές χωρίς αντίρρηση. Οι αξιολογητές, συχνά άνθρωποι που εγκατέλειψαν την «πρώτη γραμμή» της τάξης για να γλιτώσουν από την πίεση, καλούνται τώρα να κρίνουν εκείνους που έμειναν πίσω να παλεύουν με τα θηρία. Και όταν τα πράγματα στραβώνουν, αντί να υποστηριχθεί, ο εκπαιδευτικός βαφτίζεται «ανεπαρκής» για να καλυφθούν οι τρύπες ενός συστήματος που καταρρέει.

Δεν είναι τυχαίο ότι το περιστατικό συνδέεται με τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης, μια υπηρεσία που έχει γίνει συχνά αντικείμενο συζητήσεων για τον αυταρχισμό, την έλλειψη διαφάνειας στις αποφάσεις της και την τυφλή υποταγή στις κυβερνητικές εντολές. Όμως η ευθύνη δεν σταματά σε ένα γραφείο. Η απώλεια της Σοφίας Χρηστίδου είναι ένα ακόμη καμπανάκι κινδύνου. Αν η κοινωνία και η εκπαιδευτική κοινότητα δεν ορθώσουν ανάστημα τώρα, αν δεν διεκδικήσουν ένα σχολείο όπου ο δάσκαλος δεν θα είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος κάθε κυβερνητικής αποτυχίας και των ανεπαρκειών τού συστήματος, τότε η επόμενη τραγωδία είναι απλώς θέμα χρόνου.

Το σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σεβασμό. Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει σεβασμός όταν απουσιάζει η στοιχειώδης αναγνώριση προς τον ίδιο τον εκπαιδευτικό. Γιατί όταν χάνεται ο σεβασμός προς τον άνθρωπο που διδάσκει, τότε, τελικά, χάνεται ο σεβασμός προς την ίδια την εκπαίδευση και το μέλλον που αυτή εκπροσωπεί.