Στην οργή των οδοφραγμάτων της “παλιάς” Ευρώπης ωριμάζει η ανατροπή

στο αδιέξοδο της οικονομικής και πολιτικής κρίσης.  

του Γιάννη Αγγέλη

Από τα γαλλικά λύκεια μέχρι τις πορείες για τη στέγη στη Μαδρίτη, από τις κινητοποιήσεις στις Βρυξέλλες μέχρι τις συγκρούσεις στους δρόμους του Βερολίνου και του Αμβούργου, η Ευρώπη ζει μέρες οργής, μέσα από τους σπασμούς της κρίσης του καπιταλισμού στην Ενωμένη (;) Ευρώπη, πέρα από ξεχωριστές εθνικές ιδιοτυπίες.

Οι συγκρούσεις στους δρόμους κεντρικών και περιφερειακών πόλεων της Ευρωζώνης και όχι μόνο, είναι εκδηλώσεις μιας «κοινής» κρίσης, που δεν μπορεί να εκτονωθεί, επειδή δεν είναι πλέον συγκυριακή.

Πρόκειται για την κατάρρευση των τελευταίων υπολειμμάτων δυνατότητας «συμβιβασμού» ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, που εκφράσθηκε μέσα από τα κυρίαρχα αστικά και εργατικά πολιτικά κόμματα του μεταπολέμου, με τις πλάτες του σταλινισμού, πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η «σταθερότητα» της Δυτικής Ευρώπης από το 1945. Ο Μάης του 1968 και οι ανατροπές της δεκαετίας του ’70 έχουν οργώσει ένα πολύ γόνιμο οικονομικό και πολιτικό έδαφος όσο και αν οι πολιτικές καταιγίδες ενδιάμεσα δείχνουν μερικές φορές την εικόνα ανεστραμμένη.

Ο «συμβιβασμός» αυτός για όσο και όπου κρατήθηκε ζωντανός είχε μια υλική προϋπόθεση, ένα ποσοστό κέρδους αρκετά υψηλό για να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα τη συσσώρευση και ένα γεωγραφικά ανισόμερα κατανεμημένο ευρωπαϊκό «κράτος πρόνοιας».

Αυτή η προϋπόθεση έχει εκλείψει. Η κατάσταση στην Παιδεία, την Υγεία και την κοινωνική Πρόνοια στην Ε.Ε. από την Γαλλία μέχρι την Πορτογαλία ή ακόμα χειρότερα στην Ελλάδα είναι αδιάψευστος μάρτυρας και καταγράφεται στα απλά χαρτόνια που σηκώνουν τα οργισμένα χέρια στις διαδηλώσεις και στα συλλαλητήρια στους δρόμους από το Παρίσι και την Λυών μέχρι το Βερολίνο και την Μαδρίτη. Στις «ανεπτυγμένες» καπιταλιστικές οικονομίες της Ευρωζώνης, η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου πιέζει την κερδοφορία προς τα κάτω. Και αυτό καταγράφεται στις αρνητικές τάσεις των επενδυτικών κεφαλαίων. Οι επενδύσεις υποχωρούν και η ανάπτυξη σέρνεται, όταν δεν χαρακτηρίζεται από στασιμότητα ή κάμψη. Το 2025 η Γαλλία κατέγραψε αύξηση του ΑΕΠ 0,9%, η Ιταλία 0,54% και η Γερμανία μόλις 0,17%. Μεταβολές που κινούνται στα όρια του στατιστικού λάθους από την παρατεταμένη στασιμότητα.

Η πάλαι ποτέ θεωρία της «χρόνιας στασιμότητας» του Λάρρυ Σάμερς, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από την παραδοχή της αδυσώπητης τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους που διαπερνά τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και στις τρεις ισχυρότερες οικονομίες του, στην Γαλλία, την Γερμανία και την Ιταλία. Ασφαλώς δεν είναι «τεχνικό πρόβλημα» ρευστότητας, όπως έχουν επιχειρήσει να διαβάσουν την επενδυτική πτώση σε παραγωγικές επενδύσεις.

Ακριβώς εδώ πρέπει να δούμε ότι το πλέον εκκωφαντικό στοιχείο αυτής της κρίσης, το χρέος, δεν είναι η αιτία της αλλά το σύμπτωμά της. Η λιτότητα που επιβάλλεται για να μειωθεί το χρέος συρρικνώνει και την ζήτηση και την ανάπτυξη και αναπαράγει το πρόβλημα που υποτίθεται έχει έρθει για να λύσει… και αυτό φαίνεται είτε ευθέως είτε ανεστραμμένο στο εμπορικό έλλειμμα και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτός ο φαύλος κύκλος δεν έχει έξοδο… παρά μόνο μέσα από την ανατροπή των σχέσεων παραγωγής. 

Η Γαλλία είναι το πλέον καθαρό παράδειγμα στην συγκεκριμένη συγκυρία. Έχει δημόσιο χρέος 119,3% του ΑΕΠ, έλλειμμα 5,4%, απόδοση στο δεκαετές ομόλογο 5% και Καθαρή Διεθνή Επενδυτική Θέση (Net International Investment Position) αρνητική κατά περίπου ένα τρισεκατομμύριο δολάρια! Αρκούν αυτά για να βρεθεί στο «στόχαστρο» των αγορών. Βέβαια η Γαλλία, είναι η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της Ευρωζώνης, δεν είναι… Ελλάδα. «Ζυγίζει» σχεδόν το 16% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Και όχι το 1,3% που ήταν η Ελλάδα. Μια γαλλική «θεραπεία» τύπου Μόντι, όπως έγινε για παράδειγμα στην Ιταλία,  δεν θα ήταν «περιφερειακό επεισόδιο», αλλά θα τράνταζε τα θεμέλια του οικονομικού γαλλογερμανικού άξονα της ΟΝΕ, δοκιμάζοντας τον ίδιο τον «πυρήνα» της ευρωζώνης.

Εξ ου και η πρόσφατη αξιολόγηση της Moody’s που αφού διαπίστωσε όλους τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να υποβαθμίσει το γαλλικό χρέος, το άφησε «προσωρινά» αμετάβλητο!

Πολύ περισσότερο εκρηκτική αλλά και αποκαλυπτική του βάθους αυτής της κρίσης είναι η πολιτική της διάσταση στο επίπεδο της κυβερνητικής πολιτικής. Η Μαρίν Λεπέν προσπαθούσε να καλλιεργήσει για χρόνια την εικόνα της «αντισυστημικής» λαϊκής δύναμης. Τώρα, λίγους μήνες πριν τις εκλογές, αναγκάζεται να προαναγγείλει (πράξη απόλυτης συμφωνίας με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο) πρόγραμμα περικοπών 140 δισ. ευρώ σε πέντε χρόνια, με δραστικές περικοπές στον δημόσιο τομέα, στις συντάξεις και στην κοινωνική ασφάλιση, μαζί όμως με φοροαπαλλαγές(!) για τις επιχειρήσεις.

Στη Γερμανία, ο Μερτς συνδυάζει δημόσιες επενδύσεις στην «άμυνα», με περικοπές κοινωνικών δαπανών. Και το αποτέλεσμα βέβαια είναι η άνοδος της AfD. Όποιος κι αν κερδίσει, είτε Λεπέν, είτε Μακρόν, είτε κάποιος από το αποτυχημένο «Κέντρο», η «πολιτική» που ασκείται μένει ουσιαστικά η ίδια. Η εναλλαγή στην εξουσία, ο βασικός μηχανισμός εκτόνωσης της μεταπολεμικής «δημοκρατίας», έχει χάσει πλέον κάθε δυνατότητα να «προσφέρει» εναλλακτικές λύσεις και πραγματική επιλογή στο σύστημα μέσα από τις εκλογές.

Εδώ όμως έχει προστεθεί και κάτι άλλο αξιοπρόσεκτο. Στη «χρόνια στασιμότητας» έχει προστεθεί και η διάβρωση αυτού που υπήρχε από την λεγόμενη ιμπεριαλιστική «πρόσοδο». Για δεκαετίες η Ευρώπη αντλούσε «αξία» από την περιφέρεια μέσω των εμπορικών και ιδιοκτησιακών αλυσίδων, αλλά και του νομισματικού «προνόμιου». Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην περίπτωση της Γαλλίας. Αυτή την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, την ασκούσε αντλώντας αξίες, μέσω του φράγκου CFA και των φθηνών αφρικανικών πρώτων υλών. Σήμερα όμως αφρικανικές χώρες διώχνουν τα γαλλικά στρατεύματα και μαζί τους την δέσμευση των νομισματικών συστημάτων τους με το γαλλικό φράγκο (CFA) που είχε πλέον την έκφρασή του στην σύνδεση με το Ευρώ.

Η ισορροπία έχει ανατραπεί για την Ευρωζώνη και με την Κίνα

Η Κίνα ανταγωνίζεται πλέον όχι μόνο στο κόστος εργασίας, αλλά και στην τεχνολογία και αυτό εκφράζεται στο γεγονός ότι ακόμα και η ισχυρή γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία περνά μια νέα φάση αναγκαστικής «μετεγκατάστασης». Λιγοστεύει έτσι η εισαγόμενη πρόσοδος που επέτρεπε να «αγοράζεται» ένα επίπεδο «κοινωνικής ειρήνης» στο ιμπεριαλιστικό κέντρο.

Οι ελίτ της ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης απαντούν σε αυτή την παρακμή με την οικονομική και πολιτική καμπάνια επανεξοπλισμού απέναντι στη Ρωσία. Οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται εις βάρος των κοινωνικών και ορισμένοι όπως στην Γερμανία επανέρχονται βάζοντας στο τραπέζι ακόμα και μορφές «στράτευσης» που είχαν καταργηθεί μετά τον πόλεμο. Ο Γάλλος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου προειδοποιεί μάλιστα τις οικογένειες να είναι έτοιμες «να χάσουν τα παιδιά τους». Άλλος ένας κυρίαρχος λόγος που η νεολαία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στους δρόμους. Της ζητάνε να δεχθεί σήμερα «λιγότερους δασκάλους» και «ακριβότερη στέγη», και… αύριο «να πάει στο μέτωπο». Το μήνυμα της οργής των Γάλλων μαθητών, ότι είναι μια γενιά που θέλει να σπουδάσει και όχι να πεθάνει στον πόλεμο, συμπυκνώνει την αντίφαση.

Γιατί λοιπόν δεν υπάρχει «λύση»; Επειδή όχι μόνο τα οικονομικά αλλά και τα πολιτικά «εργαλεία» της μεταπολεμικής διαχείρισης έχουν εξαντληθεί ένα προς ένα. Η κεϋνσιανή τόνωση της ζήτησης σκοντάφτει στο χρέος και στις αγορές. Η νομισματική χαλάρωση του νεοφιλευθερισμού δοκιμάστηκε επί μια δεκαετία και απέτυχε πολιτικά και οικονομικά χωρίς να «αναστήσει» τις επενδύσεις. Η παγκοσμιοποίηση και οι μετεγκαταστάσεις «αποβιομηχάνισαν» το ιμπεριαλιστικό «κέντρο», και η «ιμπεριαλιστική πρόσοδος» συρρικνώνεται όπου δεν έχει ήδη κοπεί. Αυτό που απομένει είναι η άγρια λιτότητα και διαφθορά στο εσωτερικό και ο μιλιταρισμός στο εξωτερικό, δηλαδή ακριβώς αυτό το εκρηκτικό μείγμα που γεμίζει σήμερα τους δρόμους. Και απέναντι σ’ αυτό το αδιέξοδο η επαναστατική ανατροπή της εργατικής τάξης, αναδύεται μέσα από πολλές αντιφάσεις και σκληρές πολιτικές διαμεσολαβήσεις σαν η μοναδική πλέον διέξοδος.