“παιχνίδι ξενέρωτο, στεγνό, αλλά θα υπάρχουν έσοδα”

Οι μεγάλες αλλαγές στη ζωή, είναι πιθανό να ξεκινήσουν να ξεδιπλώνονται, για τους φαινομενικά πιο αστείους λόγους. Είναι σα να καταπίνουμε σιγά σιγά ένα καραβόσκοινο, που τυλίγεται μέσα στο σώμα μας και ξαφνικά αρχίζουμε να το ξερνάμε, επειδή τα μπουζούκια είναι κλειστά, τα γήπεδα χωρίς θεατές κι αυτή ή αυτός που θέλουμε να φλερτάρουμε, κάθεται δύο μέτρα μακριά και θα γίνουμε ρόμπα αν αρχίσουμε να φωνάζουμε κομπλιμέντα και γλυκόλογα. Φυσικά, αυτές είναι οι αφορμές, οι αιτίες βρίσκονται πάνω στα φύκια που αποκαλύπτει το εξερχόμενο σκοινί και κόλλησαν απ’ το βυθό μιας βουλιαγμένης καθημερινότητας. Μήπως όμως ζούμε στον καιρό των αφορμών; Μήπως αδιάφορες, ιδιωτικές, ακόμα κι άξιες χλευασμού συνήθειές μας, γίνουν τώρα ένας φακός που θα δώσει πρόσωπο στα σκοτάδια μας; Ίσως ναι, ίσως όχι, αλλά δε χάνουμε κάτι αν ψάξουμε. Όπως όταν χάναμε τη μπάλα πιτσιρίκια, εσύ πήγαινε από δω, εσύ από κει κι ο πιο θαρραλέος να βγει στο δρόμο…                                                                                                                           

Πόσο διαφορετικό ήταν το παιχνίδι, όταν μας έβλεπαν οι συμμαθήτριες. Το αριστερό μπακ, θέση ανύπαρκτη στην αλάνα που προορίζονταν γι’ αυτόν που διαλέγαμε τελευταίο και σήμαινε ”κάτσε εκεί κι αν μπορείς κόβε”, γινόταν ο εφιάλτης του καλού των αντιπάλων, που τον κοίταζε σαν ούφο. Το πάθος εκτινασσόταν, τα ματωμένα γόνατα πολλαπλασιάζονταν κι οι πανηγυρισμοί ήταν έξαλλοι, ενώ όταν παίζαμε μόνοι μας, άντε να έσφιγγες λίγο τη γροθιά σου όπως κάνεις τώρα όταν βρίσκεις πάρκινγκ στην Κυψέλη. Κι όλα αυτά γιατί μας έβλεπαν. Από δω και μπρος και για αρκετό καιρό, δε θα τους βλέπει κανένας. Θα βρίζουμε τον επόπτη από μια οθόνη, θα φωνάζουμε συνθήματα στο πουθενά και φτιάχνουμε ομελέτα στο ημίχρονο. Το κυριότερο είναι, ότι θα λείψουμε και σε όλους τους καναπεδάτους, που μας κορόιδευαν που πάμε ακόμα στο γήπεδο και δε γίναμε συνδρομητές παντοφλάτοι. Η αλληλεπίδραση ομάδας-φιλάθλων, χαζή, ηλίθια, ανώριμη, παιδική, ό,τι θέλετε, είναι η ψυχή του ποδοσφαίρου, ενός παιχνιδιού που γεμίζει τις πιο χαζές, ηλίθιες, ανώριμες, παιδικές στιγμές της ζωής μας, αυτές που λατρεύουμε. Και που στην τελική, δε χρωστάμε απολογία σε κανέναν, γι’ αυτές…                                               

Οι άλλοι όμως βιάζονται να παίξουν. Ναι, θα είναι ένα παιχνίδι ξενέρωτο, στεγνό, αλλά θα υπάρχουν έσοδα. Κανάλια, τζόγοι, σπόνσορες, χίλιοι δυο παρατρεχάμενοι καίγονται να δουν το τόπι να κυλάει, γιατί καίγεται η γούνα τους. Χωρίς εσάς, για σας. Νίκες αφιερωμένες στον υπέροχο κόσμο μας που τόσο μας λείπει. Και καλά ρε μάγκες, αφού σας λείπει τόσο πολύ, γιατί δε τον περιμένετε; Καλά, έτσι ρωτάω, είπαμε, ηλίθιοι αλλά μέχρι εκεί μας κόβει. Προσέξτε όμως κάτι. Τις κούκλες στις βιτρίνες, τις ντύνουν για ν’ αγοράσουν τα ρούχα άνθρωποι. Δύσκολο να βγεις ραντεβού με κούκλα βιτρίνας, όχι απίθανο, αλλά τελοσπάντων δύσκολο. Κι επίσης δύσκολο, να μασκαρέψεις μια εξέδρα. Στη φούρια και τον πανικό τους να μη καταστραφούν, θα προσπαθήσουν ν’ αφαιρούν ψυχή κι ό,τι πουλήσουν. Κι εδώ θα γίνει το μπέρδεμα. Πολυθρονόβιοι καταναλωτές και χουλιγκανοπρόβατα θα ενωθούν σε μία δυσδιάκριτη κατηγορία, γελοίων μεν, ανθρώπων όμως δε, που θα προσπαθούν να ξαναβρούν την ψυχή τους, μέσα στην πλάνη, το ψέμα, την αυταπάτη, τη ζωή δηλαδή που ξέρουν και δεν ξέρουν. Όμως το κίνητρο θα είναι πάντα οι συμμαθήτριες στο πλάι της αλάνας. Και θα υπάρχει κι ο θαρραλέος που θα κυνηγήσει την μπάλα στο δρόμο…   

                                                                                                                         Μιχάλης