Το ΑΙ βαθαίνει την Κρίση

Όλοι ακούμε πως διάφοροι οικονομολόγοι πίστευαν πιστεύουν ότι η εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να “λύσει” την κρίση του καπιταλισμού, αυξάνοντας την παραγωγικότητα της εργασίας και μειώνοντας το κόστος παραγωγής. Τα στοιχεία, ωστόσο, που προέκυψαν σχετικά με τη συμβολή της AI στην παραγωγική διαδικασία αποκλίνουν σημαντικά από τις προσδοκίες των περισσότερων καπιταλιστών.

Οι περισσότεροι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες και επενδυτικοί οίκοι —όπως η Goldman Sachs ή το McKinsey Global Institute— επενδύουν εδώ και αρκετό καιρό στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ισχυριζόμενοι ότι η Γενετική Τεχνητή Νοημοσύνη (Generative AI), δηλαδή τα συστήματα που παράγουν αυτόματα κείμενο, εικόνα ή κώδικα, θα προσέθετε τρισεκατομμύρια στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, πρόσφατες μελέτες —όπως αυτή του οικονομολόγου Daron Acemoglu από το MIT— αποκαλύπτουν ότι η πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας από το AI τα επόμενα 10 χρόνια θα είναι πολύ πιο περιορισμένη, κάτω από 0,5% έως 1% συνολικά.

Ο Μάικλ Ρόμπερτς πολύ σωστά μας υπενθυμίζει, σε πρόσφατο άρθρο του, τα λόγια του Ρόμπερτ Σόλοου ότι “Βλέπουμε την εποχή των υπολογιστών παντού, εκτός από τα στατιστικά στοιχεία της παραγωγικότητας”. Είναι γεγονός ότι, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας με εκρηκτικούς ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στις προηγμένες οικονομίες (G7) συνεχίζει να επιβραδύνεται.

Η τεχνητή νοημοσύνη αυτοματοποιεί κυρίως εργασίες επεξεργασίας δεδομένων —όπως η σύνταξη απλών κειμένων, το γράψιμο βασικού κώδικα ή η αυτόματη εξυπηρέτηση πελατών— αλλά δεν επιλύει τα θεμελιώδη προβλήματα της υλικής παραγωγής, των μεταφορών ή της ενέργειας. Η εκπαίδευση και η λειτουργία των μοντέλων AI απαιτούν τεράστιες δαπάνες για κέντρα δεδομένων (data centers) και ενέργεια, μειώνοντας έτσι την καθαρή απόδοση των σχετικών επενδύσεων. Μάλιστα, πολλές επενδύσεις πραγματοποιούνται απλώς για λόγους ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων (με σκοπό την απόσπαση μεριδίου αγοράς), χωρίς να αυξάνουν τη συνολική παραγωγική ικανότητα της οικονομίας. Την ίδια ώρα, η εισαγωγή της AI αυξάνει το σταθερό κεφάλαιο (δαπάνες για τεχνολογία και υποδομές) σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθούς εργασίας). Εφόσον, σύμφωνα με τη μαρξική θεωρία, η υπεραξία παράγεται αποκλειστικά από την ανθρώπινη εργασία —καθώς οι μηχανές μεταφέρουν μόνο την υπάρχουσα αξία τους στο προϊόν χωρίς να δημιουργούν νέα— η αντικατάσταση των εργαζομένων από μηχανές ενεργοποιεί τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Έτσι, μεσοπρόθεσμα, η κερδοφορία συμπιέζεται ακόμα περισσότερο από τα ήδη χαμηλά επίπεδα στα οποία βρισκόταν.

Χαρακτηριστικά, η Goldman Sachs υποστήριζε ότι η Γενετική Τεχνητή Νοημοσύνη 1Η γενετική (ή παραγωγική) τεχνητή νοημοσύνη είναι τύπος τεχνητής νοημοσύνης ικανός να παράγει νέο περιεχόμενο, όπως κείμενο, εικόνες και βίντεο. μπορεί να αυξήσει την παγκόσμια παραγωγικότητα κατά 1,5% ετησίως σε βάθος δεκαετίας, προβλέποντας αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 7% (σχεδόν 7 τρισεκατομμύρια δολάρια). Παράλληλα, θεωρεί ότι η AI μπορεί να αυτοματοποιήσει ή να ενισχύσει περίπου το 25% με 30% των συνολικών εργασιακών καθηκόντων στις προηγμένες οικονομίες.

Αντίθετα, ο Νταρόν Ατζέμογλου, καθηγητής οικονομικών στο MIT, υπολογίζει ότι η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας θα είναι πολύ πιο περιορισμένη —μόλις στο 0,5%— ενώ η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει το 0,9% με 1,6% σε βάθος δεκαετίας. Παράλληλα, εκτιμά ότι μόνο το 4,6% των συνολικών εργασιών είναι πραγματικά εκτεθειμένο σε άμεση και οικονομικά βιώσιμη αυτοματοποίηση από την AI την επόμενη δεκαετία. Συγκεκριμένα, διαχωρίζει τις “εύκολες” εργασίες (π.χ. τη σύνταξη ενός απλού κειμένου) από τις σύνθετες εργασίες που απαιτούν κρίση, κατανόηση του πλαισίου και κοινωνική νοημοσύνη —τις οποίες τα σημερινά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs), δηλαδή τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης όπως το ChatGPT, το Claude και το Gemini, αδυνατούν να εκτελέσουν αυτόνομα και με αξιοπιστία.

Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις τής Goldman Sachs για το ΑΕΠ, ο Jim Covello (επικεφαλής έρευνας μετοχών του ιδίου οίκου) εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες για το τεράστιο κόστος της AI. Επισήμανε ότι αναμένεται να δαπανηθεί συνολικά πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια σε κέντρα δεδομένων, υποδομές και τσιπς, αναδεικνύοντας το πρόβλημα της υπερεπένδυσης, και το γεγονός ότι έτσι οι επιχειρήσεις που επενδύουν δισεκατομμύρια δεν θα δουν ανάλογη αύξηση στα κέρδη τους, γεγονός που τροφοδοτεί την περιβόητη “φούσκα”. Την ίδια στιγμή, εταιρείες όπως η OpenAI και η Anthropic παραμένουν ζημιογόνες και οι εμπορικές τους δυνατότητες ανεπιβεβαίωτες σε βάθος χρόνου, την ώρα που η χρηματιστηριακή τους αποτίμηση εκτοξεύεται σε εξωπραγματικά επίπεδα. Όπως υποστηρίζουν αναλυτές, πρόκειται για μια δυνητικά μεγαλύτερη φούσκα από αυτήν των Dot-Com του 2000, καθώς οι επενδύσεις σε εξοπλισμό πληροφορικής και λογισμικό στις ΗΠΑ (που ξεπέρασαν το 1,5 τρισ. $) είναι πολύ μεγαλύτερες —ακόμα και σε αποπληθωρισμένους όρους— από εκείνες της κορύφωσης του 2000. Ως ποσοστό του ΑΕΠ των ΗΠΑ, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των λεγόμενων “hyperscalers” (Microsoft, Alphabet, Amazon, Meta, Oracle) σε υποδομές AI αναμένεται να ξεπεράσουν ακόμα και το κόστος κατασκευής ολόκληρου του σιδηροδρομικού δικτύου των ΗΠΑ τον 19ο αιώνα.  

Την ίδια στιγμή, οι Αμερικανοί φαίνεται να βασίστηκαν σε αυτήν ακριβώς τη φούσκα —που αιωρείται πάνω από τα χρηματιστήρια— για να απομακρύνουν προσωρινά την οικονομία των ΗΠΑ από την ύφεση. Τεράστιο μέρος της αύξησης του ΑΕΠ προέρχεται αποκλειστικά από τις τεχνολογικές δαπάνες (κεφαλαιουχικές δαπάνες – CAPEX σε GPUs, Data Centers και ενέργεια). Αν αφαιρεθεί ο τομέας της τεχνολογίας, η υπόλοιπη πραγματική οικονομία (μεταποίηση, λιανικό εμπόριο, λοιπές υπηρεσίες) παρουσιάζει στασιμότητα ή και ύφεση. Τι θα συμβεί, λοιπόν, αν και όταν σκάσει αυτή η φούσκα;
Αν σκάσει η “φούσκα της AI”, το αποτέλεσμα δεν θα είναι απλώς η πτώση μερικών μετοχών τεχνολογίας, αλλά ένας ευρύτερος αλυσιδωτός οικονομικός κλυδωνισμός. Καθώς η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία έχουν εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επενδύσεις αυτές, οι συνέπειες ενός τέτοιου “σπασίματος” —όπως αναλύουν οικονομολόγοι όπως ο Michael Roberts, αλλά και αναλυτές της Wall Street— θα είναι καθοριστικές για την αμερικανική και την ευρωπαϊκή οικονομία, αλλά και για χώρες που αποτελούν τους τεχνολογικούς τροφοδότες του πλανήτη, όπως η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα.

Αρχικά, εταιρείες όπως η Nvidia, η Microsoft, η Alphabet (Google), η Meta και η Amazon, που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της κεφαλαιοποίησης των δεικτών S&P 500 και Nasdaq, θα δουν τις μετοχές τους να κατακρημνίζονται. Στη συνέχεια, εκατοντάδες νεοφυείς εταιρείες (startups) AI που βασίζονται αποκλειστικά σε κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και στερούνται κερδοφόρων επιχειρηματικών μοντέλων θα χρεοκοπήσουν ακαριαία, επαναλαμβάνοντας το σενάριο των εταιρειών Dot-Com του 2000. Τέλος, οι τεχνολογικοί κολοσσοί θα διακόψουν απότομα τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που διοχετεύουν σε Data Centers, τσιπς και ενεργειακές υποδομές. Αυτό θα πλήξει άμεσα τους προμηθευτές τους, δηλαδή τις εταιρείες κατασκευής ημιαγωγών, τις κατασκευαστικές εταιρείες υποδομών, αλλά και τους παρόχους ενέργειας που επένδυαν μαζικά για να καλύψουν τις γιγαντιαίες ανάγκες της AI σε ηλεκτρικό ρεύμα.
Όπως προαναφέρθηκε, η αύξηση του ΑΕΠ των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια στηρίχθηκε δυσανάλογα από τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας. Αν οι επενδύσεις αυτές υποχωρήσουν απότομα ενώ η υπόλοιπη παραδοσιακή οικονομία παραμένει αδύναμη, η αμερικανική οικονομία κινδυνεύει να εισέλθει άμεσα σε τροχιά ύφεσης, συμπαρασύροντας και την παγκόσμια οικονομία. Αυτή η εξέλιξη θα οδηγούσε σε κύμα απολύσεων, αύξηση της ανεργίας και στην πυροδότηση του λεγόμενου “Αρνητικού Αποτελέσματος Πλούτου” (Negative Wealth Effect) —του φαινομένου δηλαδή όπου η εξανέμιση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων (όπως οι μετοχές και τα συνταξιοδοτικά χαρτοφυλάκια) αναγκάζει τα νοικοκυριά να περιορίσουν δραστικά την κατανάλωση, ακόμη κι αν το τρέχον εισόδημά τους παραμένει σταθερό. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στον ευρύτερο κλάδο της τεχνολογίας και στους υποστηρικτικούς τομείς θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους, ενώ η κατάρρευση των χρηματιστηρίων θα εξαφανίσει τρισεκατομμύρια δολάρια ονομαστικού πλούτου, συμπιέζοντας περαιτέρω τη συνολική ζήτηση στην αγορά.
Πέραν όλων αυτών, ωστόσο, υφίσταται ήδη ένας σοβαρός κίνδυνος ύφεσης στην αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η τρέχουσα επενδυτική μανία γύρω από την AI απλώς συγκαλύπτει τις βαθύτερες δομικές αδυναμίες της πραγματικής οικονομίας.
Παρά τις σταδιακές μειώσεις, τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών (Federal Reserve, ΕΚΤ) παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, στην προσπάθειά τους να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή, το υψηλό κόστος δανεισμού καθιστά τις επενδύσεις ασύμφορες για τις παραδοσιακές επιχειρήσεις και δυσβάσταχτη την εξυπηρέτηση των χρεών για τις λεγόμενες εταιρείες «ζόμπι» (επιχειρήσεις που παράγουν κέρδη, επαρκή μόνο για την κάλυψη των τόκων).
Την ίδια στιγμή, ενώ ο τομέας των υπηρεσιών και της τεχνολογίας κρατάει τους δείκτες σε υψηλά επίπεδα, η βιομηχανική παραγωγή στη Δύση —και ιδιαίτερα στη Γερμανία— βρίσκεται σε στασιμότητα ή συρρίκνωση. Οι δείκτες υπευθύνων προμηθειών (PMI) στη μεταποίηση καταγράφουν παρατεταμένη αδυναμία, επηρεασμένοι από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τη μειωμένη ζήτηση για υλικά αγαθά. Παράλληλα, το παγκόσμιο χρέος (κρατικό, εταιρικό και καταναλωτικό) βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Όσο τα επιτόκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ένα αυξανόμενο ποσοστό των εσόδων κρατών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών διοχετεύεται στην αποπληρωμή τόκων αντί για κατανάλωση ή παραγωγικές επενδύσεις, αποστραγγίζοντας τη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Επιπλέον, οι επιθετικοί δασμοί των ΗΠΑ και οι γεωπολιτικές εντάσεις στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, όπως τα Στενά του Ορμούζ, επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ενώ τέθηκε από τους καπιταλιστές το ερώτημα αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να αποτρέψει την κρίση, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η κρίση είναι πλέον διπλή. Το AI λειτουργεί αυτή τη στιγμή ως ένας «τεχνητός αναπνευστήρας» που τροφοδοτεί τις χρηματιστηριακές αγορές και τις επενδύσεις κεφαλαίου. Αν αυτός ο αναπνευστήρας αφαιρεθεί, η οικονομία θα έρθει αντιμέτωπη με τα συσσωρευμένα δομικά της προβλήματα. Παράλληλα, στον τομέα του AI διαμορφώνεται ένα οξύ πρόβλημα υπερεπένδυσης, το οποίο θα καταλήξει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο σκάσιμο αυτής της φούσκας, βυθίζοντας την παγκόσμια οικονομία σε μια αλυσιδωτή κρίση —με θεμέλια που εδράζονται στον ήδη υπάρχοντα κίνδυνο ενός κραχ. Το άμεσο σοκ από το σκάσιμο της φούσκας θα αφήσει τον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό εκτεθειμένο απέναντι στη γυμνή αλήθεια της δομικής του κρίσης.

Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός αναγνωρίζει πολύ καλά αυτή την πραγματικότητα και βλέπει ως μόνη διέξοδο έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας —των χωρών δηλαδή που, μέσω των τριών επαναστάσεων τους, τον εμπόδισαν μέχρι σήμερα να τις υποτάξει. Παρόλα αυτά, όπως όλα δείχνουν, το εγχείρημα αυτό κάθε άλλο παρά εύκολο είναι για αυτόν. Τα μαχόμενα, πρωτοπόρα στοιχεία του προλεταριάτου στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ δεν αρκεί απλώς να παρακολουθούν αυτή την πραγματικότητα με σταυρωμένα τα χέρια. Ο παγκόσμιος πόλεμος συνιστά μια τεράστια απειλή, αλλά και, εκ νέου, μια ιστορική ευκαιρία για την ανασυγκρότηση της μπολσεβίκικης πρωτοπορίας και την αναγέννηση της σοβιετικής εξουσίας σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Fanis P.

Υποσημειώσεις[+]