Η Κατάρρευση του Δικαίου κάτω από τη Βία του Ροπάλου

του Salah Musa

Η ιστορία της ανθρωπότητας, από τον αρχαίο Κώδικα του Χαμουραμπί (Βαβυλώνα, 1750 π.Χ.) και την Αιγυπτο-Χεττιτική Συνθήκη (1259 π.Χ.) -την αρχαιότερη καταγεγραμμένη διεθνή συνθήκη ειρήνης για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ αυτοκρατοριών- έως τον Μοχάμαντ ιμπν αλ-Χασάν αλ-Σαϊμπανί (ισλαμικός κόσμος, 8ος αιώνας μ.Χ.), ο οποίος διαμόρφωσε κανόνες για τη διεξαγωγή του πολέμου, της ειρήνης και των σχέσεων μεταξύ κρατών, και αργότερα στους νομοδιδασκάλους της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, όπως ο Francisco de Vitoria (Ισπανία, 1486 – 1546), θεμελιωτής των πρώτων εννοιών του φυσικού δικαίου και των δικαιωμάτων των λαών και των εθνών· ο Alberico Gentili (Ιταλία/Αγγλία, 1552 – 1608), τον οποίο αρκετοί ιστορικοί θεωρούν τον πρώτο που αποσύνδεσε το δίκαιο του πολέμου από τη θεολογία και τη θρησκεία· και ο Hugo Grotius (Ολλανδία, 1583 – 1645), συγγραφέας του περίφημου έργου De Jure Belli ac Pacis («Περί του Δικαίου του Πολέμου και της Ειρήνης», 1625), ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της διεθνούς κοινωνίας και της κρατικής κυριαρχίας και θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου διεθνούς δικαίου· μέχρι και τη σύγχρονη εποχή, η ιστορία δεν γνώρισε ποτέ μια πραγματικά πιστή εφαρμογή του πνεύματος του δικαίου.

Παρά την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών και, αργότερα, του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, καθώς και των διεθνών δικαστηρίων —του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου— οι παλαιές και οι σύγχρονες αυτοκρατορίες, όπως και τα περισσότερα κράτη, αντιμετώπισαν το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των εθνικών τους συμφερόντων. Όταν οι κανόνες αυτοί συγκρούστηκαν με τα συμφέροντά τους, δεν δίστασαν να τους παραβιάσουν ή να τους ανατρέψουν.

Έτσι, το διεθνές δίκαιο, οι συνθήκες και οι διεθνείς δικαιοδοτικοί θεσμοί απογυμνώθηκαν από τον πραγματικό τους ρόλο ως φορείς καθολικής δικαιοσύνης. Η έννοια της δικαιοσύνης παρέμεινε όμηρος των συγκρουόμενων κρατικών συμφερόντων, αιχμάλωτη της στενής πολιτικής σκοπιμότητας και της ωμής ισχύος των κρατών, τα οποία όρισαν μια σχετική και επιλεκτική δικαιοσύνη, προσαρμοσμένη στις δικές τους επιδιώξεις.

Ως αποτέλεσμα, η διεθνής δικαιοσύνη εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αδυναμία, ανεπάρκεια και επικίνδυνες οπισθοδρομήσεις, οι οποίες απειλούν μέχρι σήμερα το μέλλον της ειρήνης και της δικαιοσύνης στον κόσμο. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί προϊόν της ηγεμονικής επέκτασης των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα των ιμπεριαλιστικών κρατών, με προεξάρχουσες τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα λειτουργικά τους εργαλεία, κυρίως το κράτος του Ισραήλ, το οποίο ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ναζιστικό, καθώς και άλλων αναδυόμενων δυνάμεων διαφορετικών ιδεολογικών προσανατολισμών που ακολουθούν ανάλογες πρακτικές ισχύος.

Εάν σταθούμε σε ένα πρόσφατο και απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα, θα διαπιστώσουμε ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με μία από τις σφοδρότερες αμερικανοϊσραηλινές εκστρατείες πολιτικής και θεσμικής δίωξης, αμέσως μετά την έκδοση, στις 24 Νοεμβρίου 2024, των ενταλμάτων σύλληψης εις βάρος του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και του τότε υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ.

Από εκείνη τη στιγμή ξέσπασε μια πρωτοφανής πολιτική θύελλα. Τόσο η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Τζο Μπάιντεν όσο και η σημερινή υπό τον Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσαν, μια ανοιχτή εκστρατεία κρατικού εκφοβισμού εναντίον του Εισαγγελέα του ΔΠΔ Καρίμ Χαν και των δικαστών του Δικαστηρίου. Η πίεση εκδηλώθηκε σε όλα τα επίπεδα της αμερικανικής πολιτικής εξουσίας, από τον Λευκό Οίκο έως το Κογκρέσο, ενώ ενεργοποιήθηκαν επίσης πολιτικά κέντρα, οργανώσεις, προσωπικότητες και δίκτυα που κινούνται στον χώρο των σιωνιστικών οργανώσεων και σημαντικού τμήματος του χριστιανικού σιωνισμού – των Ευαγγελικών. Αντίστοιχα, η κυβέρνηση του Τελ Αβίβ πρωτοστάτησε στην ίδια εκστρατεία, με ιδιαίτερη ένταση.

Στις 13 Ιουλίου ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, σε άρθρο του στην αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal, υιοθέτησε μια ρητορική που, αντανακλά το πνεύμα του σύγχρονου αμερικανικού μακαρθισμού και της πολιτικής αλαζονείας, δεσμευόμενος να προχωρήσει στη «διάλυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου». Παράλληλα, κατηγόρησε το Δικαστήριο ότι διεξάγει «πόλεμο κατά των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω του διεθνούς δικαίου».

Ο Ρούμπιο δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θα χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο μέσο για να παραλύσει τις δυνατότητες του Δικαστηρίου και να προστατεύσει την αμερικανική κυριαρχία, καθώς και τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από οποιαδήποτε ξένη δικαστική δίωξη — μια θέση που, αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία του Ισραήλ, το οποίο θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα της αμερικανικής στρατηγικής δομής.

Πρόσθεσε ακόμη ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα εγκαινιάσει μια επίσημη εκστρατεία για την αποδόμηση του Δικαστηρίου «λίθο προς λίθο», χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις του άμεση απειλή για την αμερικανική ανεξαρτησία και κυριαρχία.

Παρότι το αμερικανικό Κογκρέσο δεν υιοθέτησε τελικά έναν ολοκληρωμένο νόμο ειδικά κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ή του Εισαγγελέα Καρίμ Χαν, επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην προώθηση σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών που εγκρίθηκαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπως το λεγόμενο «Νομοσχέδιο κατά του Παράνομου Δικαστηρίου», ενώ παράλληλα επανενεργοποιήθηκε το American Service-Members’ Protection Act του 2002, γνωστό διεθνώς ως ο «Νόμος για την Εισβολή στη Χάγη», ο οποίος περιορίζει κάθε μορφή συνεργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Ωστόσο, οι κυρώσεις που εφαρμόστηκαν στην πράξη βασίστηκαν κυρίως σε προεδρικά εκτελεστικά διατάγματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η επιβολή κυρώσεων, το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και οι οικονομικοί περιορισμοί εις βάρος του Καρίμ Χαν, σύμφωνα με εκτελεστικό προεδρικό διάταγμα του Φεβρουαρίου 2025, καθώς και μεταγενέστερες αποφάσεις του Λευκού Οίκου, οι οποίες δεν αποτέλεσαν προϊόν πλήρους νομοθετικής διαδικασίας με έγκριση και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου

Μέσα σε αυτή τη σφοδρή αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία πίεσης εναντίον του Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, Καρίμ Χαν, και των συνεργατών του, δεκάδες κράτη-μέλη, υπέστησαν πολιτικές πιέσεις, εκβιασμούς και ποικίλες μορφές επιρροής.

Έτσι, την Παρασκευή 24 Ιουλίου, ογδόντα δύο από τα εκατόν είκοσι πέντε κράτη-μέλη ψήφισαν υπέρ της απομάκρυνσης του Καρίμ Χαν από τη θέση του Εισαγγελέα, με αφορμή την κατηγορία περί «ανάρμοστης σεξουαλικής συμπεριφοράς». Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε με μυστική διαδικασία κατά τη συνεδρίαση της Συνέλευσης των Κρατών-Μελών στα Ηνωμένα Έθνη, στη Νέα Υόρκη.

Στην πρώτη του αντίδραση μετά την απόφαση, ο συνήγορος του Καρίμ Χαν ανακοίνωσε, μέσω της πλατφόρμας X, ότι ο εντολέας του θα προσβάλει τη νομιμότητα της απόφασης και θα επιδιώξει τη δικαίωσή του, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο ένδικο μέσο και κάθε προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία.

Πέρα όμως από τη νομική διάσταση της υπόθεσης, η απομάκρυνση του Καρίμ Χαν αποκαλύπτει, τη βαθιά κρίση των ίδιων των κρατών που διακηρύσσουν ότι υπερασπίζονται το κράτος δικαίου και τις αρχές της διεθνούς δικαιοσύνης. Πολλά από αυτά τα κράτη, τα οποία δημόσια είχαν χαιρετίσει την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Γιοάβ Γκάλαντ, υπαναχώρησαν όταν βρέθηκαν αντιμέτωπα με τις αμερικανικές πιέσεις.

Η αντίφαση αυτή καταδεικνύει, ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου υποχωρούν όταν συγκρούονται με τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τους συσχετισμούς ισχύος. Οι αξίες της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της λογοδοσίας παραμερίζονται μπροστά στις πιέσεις των ισχυρών, ενώ η ισονομία μετατρέπεται σε επιλεκτική εφαρμογή, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορουμένου και τη διεθνή πολιτική συγκυρία.

Η εξέλιξη αυτή δεν πλήττει μόνο το κύρος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Πλήττει συνολικά την αξιοπιστία του σύγχρονου διεθνούς νομικού συστήματος και ενισχύει την εντύπωση ότι οι διεθνείς θεσμοί παραμένουν ευάλωτοι στις πιέσεις των μεγάλων δυνάμεων, αδυνατώντας να λειτουργήσουν με πλήρη ανεξαρτησία όταν διακυβεύονται ζωτικά γεωπολιτικά συμφέροντα.

Η απόφαση για την απομάκρυνση του πρώην Εισαγγελέα, Καρίμ Χαν, αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της βαθιάς κρίσης που διαπερνά το διεθνές σύστημα προστασίας του δικαίου και της δικαιοσύνης. Αποκαλύπτει την αδυναμία των κρατών που διακηρύσσουν ότι υπερασπίζονται τις αρχές του διεθνούς δικαίου, αλλά τελικά υποκύπτουν στις πιέσεις, στις απειλές, στους εκβιασμούς και στις πολιτικές σκοπιμότητες των ισχυρών.

Πολλά από αυτά τα κράτη είχαν δημοσίως εκφράσει την υποστήριξή τους στην απόφαση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου να εκδώσει εντάλματα σύλληψης κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Γιοάβ Γκάλαντ. Ωστόσο, όταν κλήθηκαν να υπερασπιστούν στην πράξη την ανεξαρτησία του Δικαστηρίου, υποχώρησαν μπροστά στην πίεση της κυβέρνησης Τραμπ και επέλεξαν τη σιωπή ή την αναδίπλωση.

Η στάση αυτή αποκαλύπτει ότι το διεθνές δίκαιο εξακολουθεί να εξαρτάται από τους συσχετισμούς ισχύος και όχι από την αρχή της ισότητας όλων απέναντι στον νόμο. Όσο οι μεγάλες δυνάμεις διατηρούν το δικαίωμα να επιβάλλουν τη βούλησή τους στους διεθνείς θεσμούς, η δικαιοσύνη θα παραμένει επιλεκτική και η νομιμότητα ευάλωτη απέναντι στην πολιτική ισχύ.

Έτσι, η διεθνής έννομη τάξη κινδυνεύει να απολέσει όχι μόνο την αξιοπιστία της, αλλά και την ίδια τη φιλοσοφική και ηθική της νομιμοποίηση. Διότι όταν οι θεσμοί παύουν να προστατεύουν τους αδύναμους απέναντι στους ισχυρούς, μετατρέπονται από φορείς δικαιοσύνης σε μηχανισμούς επικύρωσης των υφιστάμενων σχέσεων δύναμης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο συγγραφέας καταλήγει σε ένα ιδιαίτερα απαισιόδοξο συμπέρασμα: το διεθνές δίκαιο, τα διεθνή δικαστήρια και οι αρχές της παγκόσμιας δικαιοσύνης υποχωρούν μπροστά στον νόμο της ισχύος. Αντί να κυριαρχεί η εξουσία του δικαίου, κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο το δίκαιο του ισχυρότερου.

Έτσι, αντί να κυβερνά ο νόμος, φαίνεται να επιστρέφει ο νόμος της ζούγκλας. Και όταν η ισχύς υποκαθιστά τη δικαιοσύνη, τότε η διεθνής έννομη τάξη παύει να αποτελεί εγγύηση ειρήνης και μετατρέπεται σε πεδίο επιβολής της βούλησης των ισχυρών.

Αντίο, λοιπόν, στο Δίκαιο, στο Δικαστήριο και στη Δικαιοσύνη· γιατί ο νόμος της ζούγκλας αναδεικνύεται πλέον σε υπέρτατο νόμο της εποχής του 47ου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.