ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ

 

 

 

Λίγες ημέρες πριν την έναρξη της δίκης, που ορίστηκε για τις 20 Aπριλίου, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στις φυλακές Kορυδαλλού, οι προφυλακισμενοι ναζιστές δολοφόνοι… αποφυλακίζονται!

Eίναι ένα μήνυμα της «Δικαιοσύνης», ένα κλείσιμο ματιού, για την ειδική σχέση με τους προφυλακισμένους ναζί.

Στις 27 Μαρτίου 2015, μετά από ενάμιση χρόνο στην φυλακή και λόγω παρέλευσης του 18μήνου, αποφυλακίζεται η πρώτη «φουρνιά» των προφυλακισθέντων φασιστών ηγετών της Χρυσής Αυγής. Mέχρι τη δίκη, ή στη διάρκειά της, προβλέπεται πως σταδιακά θα έχουν αποφυλακιστεί όλοι οι ναζί βουλευτές.

Εξαιρουμένων των Κασιδιάρη, Μίχου και Γερμενή που προφυλακίστηκαν μεταγενέστερα (αφού οι Κασιδιάρης και Μίχος είχαν αφεθεί ελεύθεροι από τους ανακριτές μαζί με τον Παναγιώταρο, δύο ημέρες μετά την σύλληψή τους τον Οκτώβριο του 2013, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή) τα υπόλοιπα πρωτοκλασάτα στελέχη του ηγετικού πυρήνα του ναζιστικού κόμματος -Παππάς, Λαγός κι ο ίδιος ο «φύρερ» Μιχαλολιάκος- θα είναι από τις 27/3 ξανά ελεύθεροι – αν κι οι δύο τελευταίοι σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ελεύθεροι να ξαναδώσουν ηγεσία και καθοδήγηση στην επιχείρηση αναζωογόνησης της «χρυσής εφεδρείας» του συστήματος, μετά από 1,5 χρόνο σχετικής αποστελέχωσης κι αποδιοργάνωσης.

Αν η φυλάκισή τους αρχικά ήταν αποτέλεσμα του παλλαϊκού ξεσηκωμού που πήρε τη μορφή αντιφασιστικής εξέγερσης, για την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η αποφυλάκισή τους, είναι η απόδειξη της πραγματικής φύσης του κρατικού μηχανισμού, και της διαπλοκής των αστικο-δημοκρατικών θεσμών, όπως είναι η «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη, με το φασιστικό παρακράτος. Δεν είναι μια απλή «σύμπτωση» η πρόσφατη αθώωση Κασιδιάρη για τις on air γροθιές στην Λιάνα Κανέλλη…

Η «φτηνή» δικαιολογία της «δικαστικής ολιγωρίας» που οδήγησε στη χρονική καθυστέρηση της δίκης, δεν μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα: ο φασισμός όχι απλά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τους όρους και τις μεθόδους του κράτους της αστικής δημοκρατίας, αλλά αντιθέτως, τα ανεξέλεγκτα κέντρα και παράκεντρα εντός της, είναι αυτά που δίνουν τη «χείρα βοηθείας» στο φασισμό, για να ξανασηκωθεί στα πόδια του, όταν το επιβάλλουν η κρίση της αστικής εξουσίας και η απειλή της έκρηξης οργής της εργατικής τάξης και του λαού. Ο φασισμός, ούτως ή άλλως, είναι μια ιστορικά δοκιμασμένη μέθοδος για να δοθεί αντιδραστική μορφή και κατεύθυνση στην οργή των μαζών, όταν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με συμβατικά μέσα.

Όπως έδειξαν τα θετικά γι’ αυτούς αποτελέσματα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου, παρά το γεγονός ότι η προεκλογική τους καμπάνια διεξήχθη κατά βάση πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, είναι αλήθεια πως η Χρυσή Αυγή έχει καταφέρει να εγκαθιδρυθεί στην συνείδηση αρκετών χιλιάδων, ως «αδίκως» διωκόμενη «αντισυστημική» δύναμη.  Οι ευθύνες βαραίνουν πολλές πλευρές, με πρώτη και καλύτερη την απελθούσα ακροδεξιά κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Αφού εξαναγκάστηκε κάτω από την πίεση της λαϊκής αγανάκτησης, να ακολουθήσει την οδό των διώξεων των φασιστών, φοβούμενη την ανατροπή της, προσπάθησε σε δεύτερο χρόνο να εκμεταλλευτεί μια μεγάλης σημασίας δικαστική υπόθεση, εντάσσοντάς την στην μικροπολιτική επικοινωνιακή της τακτική, προσαρμόζοντάς την στις ανάγκες του τηλεοπτικού show, κι αποπροσανατολίζοντας τελικά από την ουσία της υπόθεσης. Παράλληλα, επ’ ευκαιρία άρχισε να εξυφαίνει ευρύτερους κατασταλτικούς σχεδιασμούς, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ, και συχνά, μάλιστα, με πρόχειρο και μη-πειστικό τρόπο, στην υπηρεσία μιας «άγαρμπα» δομημένης «θεωρίας των δύο άκρων», με τελικό στόχο το κίνημα και την Αριστερά. Αναπόφευκτα, η υπόθεση πήρε ενίοτε τα χαρακτηριστικά «οπερέτας», δηλαδή, ό,τι ακριβώς χρειαζόταν η φασιστική προπαγάνδα. Η ρηχή συζήτηση περί «εγκληματικής οργάνωσης», σαν να πρόκειται για μια οποιαδήποτε ομάδα του οργανωμένου εγκλήματος έκρυψε την πολιτική ουσία της πάλης ενάντια στον φασισμό, που οπωσδήποτε δεν μπορεί να δοθεί από οποιοδήποτε αστικό δικαστήριο, της οποιασδήποτε αστικής κυβέρνησης. Eπιπλέον, προσεκτικά οι εισαγγελείς εισήγαγαν την υπόθεση σε δίκη με το άρθρο 187 του Π.K. αλλά όχι με το 187A, που το χρησιμοποιούν για τους αναρχικούς και αριστερούς αγωνιστές, ακόμη κι όταν κατηγορούνται για απλή συμμετοχή σε μαζική πορεία.

Τέλος, πως θα μπορούσε η λαομίσητη και ακροδεξιά πρώην κυβέρνηση να πείσει τον λαό για τις ειλικρινείς της προθέσεις να ρίξει ολόπλευρο φως στην υπόθεση, όταν με το ένα χέρι περνούσε χειροπέδες στους φασίστες, και με το άλλο τους έδινε χειραψία με τους Μπαλτάκους, τους Κρανιδιώτηδες, τους Βορίδηδες κ.ο.κ.;

Αλλά αν το ποιόν των Σαμαράδων είναι γνωστό, εντούτοις προβληματισμό προκαλούν οι χειρισμοί και της τωρινής κυβέρνησης. Ακόμα κι αν υποτεθεί πως η εμμονή της νέας Προέδρου της Βουλής, Ζωής Κωνσταντοπούλου -σχετικά με την «αναγκαία» παρουσία των βουλευτών της Χρυσής Αυγής στις διαδικασίες της Βουλής και με τον μη έγκυρο χαρακτήρα της ψήφισης των νομοσχεδίων κατά τις οποίες απείχαν- αφορά σε μια «τραβηγμένη από τα μαλλιά» (αστική) δημοκρατική συνέπεια και προσήλωση στους κανόνες του κοινοβουλίου και του Συντάγματος, γεγονός είναι πως για άλλη μια φορά, με «δημοκρατικά» υλικά στρώνεται το έδαφος στον φασισμό. «Επικυρώνεται» σε όλους τους επίσημους θεσμικούς τόνους η χρυσαυγίτικη προπαγάνδα περί «παράνομου» αποκλεισμού τους από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και του «πολέμου» του συστήματος ενάντια τους. Καλύτερη υπηρεσία δεν θα μπορούσαν να δεχτούν.

Αν τα ανωτέρω οφείλονται σε προσωπικές πρωτοβουλίες και πεποιθήσεις της Ζ. Κωνσταντοπούλου, που ενέτειναν την εσωτερική κρίση και τις συγκρούσεις της κυβέρνησης, δεν ισχύει το ίδιο με την συνολική στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Είτε λόγω απροθυμίας (επενδύοντας στη «συνέχεια του κράτους» και στις «αρμονικές» σχέσεις μαζί του), είτε λόγω ανημποριάς και αδυναμίας άσκησης ελέγχου στους κρατικούς μηχανισμούς, η νέα κυβέρνηση εμφανίζεται ως απλός παρατηρητής της λειτουργίας των κρατικών οργάνων που παραμένει ίδια κι απαράλλακτη με πριν, ούτε καν με επιμέρους αλλαγές για «τα μάτια του κόσμου». Τα παραδείγματα της ανικανότητας της νέας κυβέρνησης να ελέγξει ουσιαστικά το κράτος, είναι πάμπολλα.

Η αστυνομική βία εσχάτως δεν λείπει από καμιά ταξική κινητοποίηση, όπως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Αμυγδαλέζας ή της Κορίνθου, στρεφόμενη ακόμα και κατά της… «κυβερνητικής» νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, με τα όργανα των ΜΑΤ να δηλώνουν ανοιχτά τις «βλέψεις» τους για την πολιτική τους ηγεσία («Κ…συριζαίοι», «Θα σας γ….σουμε κι εσάς και τον ΣΥΡΙΖΑ» κλπ.).

Σε επίπεδο αστυνομικής ηγεσίας, ήταν χαρακτηριστική η «αυτόβουλη» εντολή για απελευθέρωση των κρατούμενων μεταναστών, που στόχευε στα πιο φοβικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας, χωρίς να είναι ενήμερο το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Κίνηση που αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα για τον σχεδιασμό και τους σκοπούς της – ενώ ταυτόχρονα δείχνει και τα όρια της φιλο-μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης και της πρόθεσής της να συγκρουστεί με παγιωμένες προκαταλήψεις.

Σε επίπεδο δικαστικό, η κυβέρνηση, στον 1,5 μήνα «ζωής» της, όχι απλά δεν έδειξε να ασκεί ιδιαίτερη πίεση για να σταματήσει η εσκεμμένη κωλυσιεργία, αλλά τώρα απλά παρατηρεί το δικαστικό σώμα με τις «ύποπτες» διασυνδέσεις, να αφήνει ελεύθερους τους χρυσαυγίτες βουλευτές, με «δημοκρατικό» πρόσχημα την παρέλευση του 18μηνου. Αναφερόμαστε στον ίδιο μηχανισμό που ουκ ολίγες φορές έχει καταπατήσει τον κανονισμό του 18μήνου, όταν φυσικά πρόκειται για «τρομοκράτες» της απέναντι πλευράς, ή για φτωχοδιάβολους μετανάστες στα στρατόπεδα-κολαστήρια, προκαλώντας τις αλλεπάλληλες καταγγελίες και κοινοβουλευτικές επερωτήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όσο ήταν αντιπολίτευση. Τώρα, κι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ήδη στην κυβέρνηση, το Τμήμα Δικαιωμάτων του, με ανακοίνωση του, ασκεί κριτική στην απόφαση των εισαγγελέων. Όμως η τεράστια ώθηση που έδωσε ο λαός στον ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύοντας τον πρώτο κόμμα, ήταν για να πάρει πολιτικές πρωτοβουλίες και να επιδείξει σθένος, κι όχι απλά για να συνεχίσει να ασκεί πολιτική στο επίπεδο του καταγγελτικού «αντιπολιτευτικού» λόγου.

Η επικείμενη απελευθέρωση των ναζί, είναι μια ανησυχητική υπόμνηση για τα όρια της ρεφορμιστικής πολιτικής, μιας κυβέρνησης που φοβάται τον ίσκιο της, και θέλει να διατηρήσει όλα τα «δημοκρατικά» προσχήματα, μέσα όμως σε μια αστική δημοκρατία που σαπίζει, στο σύνολο των θεσμών και λειτουργιών της.

Οι κυβερνητικές αντιφάσεις πρέπει άμεσα να λυθούν. Δεν ελπίζουμε στις δυνατότητες των ιδίων να συγκρουστούν κατά μέτωπο με το κράτος και το παρακράτος, αλλά στη δύναμη της εργατικής τάξης και του λαού, που πρέπει χωρίς καθυστέρηση να αναλάβουν δράση. Αν το κράτος αφήνει ελεύθερο τους φασίστες, το εργατικό κίνημα οφείλει να τους κάνει να «παρακαλάνε» να ξαναγυρίσουν στη φυλακή! Τσακίζοντας τους ίδιους και την κρατική «μήτρα» που τους γεννά, ανοίγοντας τον δρόμο για την εξουσία των εργατών!

Κ. Αποστολόπουλος