Από τα πετροδολάρια του ‘70 στην τερατώδη «μόχλευση» της νομισματικής χαλάρωσης

του Γιάννη Αγγέλη

Τα τελευταία «νέα» για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ ξεπέρασαν κάθε προσδοκία γι’ αυτούς που «ποντάριζαν» εδώ και δύο μήνες στην εκτίμηση πως η «καμπή», δηλαδή τα υψηλά του πληθωρισμού είναι πίσω μας. Πράγματι ο ονομαστικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) έπεσε στο 7,7%, κάτω και από την πλέον αισιόδοξη εκτίμηση του Bloomberg για 8%.

Οι χρηματαγορές αντέδρασαν σχεδόν βίαια, ανοδικά, καθώς αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή, η πτώση του πληθωρισμού ανοίγει τον δρόμο στην Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), να χαλαρώσει τις απανωτές αυξήσεις επιτοκίων.

Είναι όμως έτσι; Το θηρίο του πληθωρισμού «αποσύρεται» στη φωλιά του, μετά τις απανωτές ομοβροντίες της αύξησης των επιτοκίων από όλες σχεδόν τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες;

Όχι, δεν είναι έτσι, για πολύ πραγματικούς λόγους. Κατ’ αρχήν μια ματιά στη δεκαετία του ‘70, την προηγούμενη δεκαετία εκρηκτικής αύξησης του πληθωρισμού, δείχνει καθαρά ότι οι σπασμωδικές αυξομειώσεις είναι χαρακτηριστικό αυτής της απόλυτης αποσταθεροποίησης του παραγωγικού συστήματος και των χρηματαγορών. Ακόμα και στη δεκαετία του ‘70, που δεν φτάνει ούτε στο μικρό δαχτυλάκι τη σημερινή κρίση, όσον αφορά το υπόβαθρο του χρέους.

Μια ματιά στη δεκαετία του ‘70 «βοηθάει» για να διαπιστώσει κανείς αυτή την σπασμωδικότητα της πληθωριστικής έκρηξης, αλλά βέβαια δεν αρκεί για να αποκαλύψει τις τάσεις της σημερινής κρισιακής συγκυρίας.

Το «τραγούδι» του πληθωρισμού

Ένας από τους λόγος που διαμορφώνουν τα σκαμπανευάσματα των υψηλών τόνων του πληθωρισμού, που διαμορφώνει σε μικρο-προσέγγιση τον τελικό ονομαστικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, δηλαδή αυτόν που εμπεριέχει όλες τις αλλαγές σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες με την διαφορετική στάθμιση που έχει το καθένα σ’ αυτό τον γενικό δείκτη, επηρεάζεται από την χρονική διαφορετικότητα με την οποία έρχονται τα κύματα των πληθωριστικών πιέσεων διαφορετικής αιτίας και άλλοτε ισχυροποιούν το τελικό αποτέλεσμα ή άλλοτε του μειώνουν την ένταση.

Κάποια από τα κύματα αυτά, όπως για παράδειγμα το ουσιώδες κύμα που ερχόταν από τις τιμές καυσίμων στο βενζινάδικο με τις παρεμβάσεις που έκανε η κυβέρνηση Μπάιντεν εν όψει ενδιάμεσων εκλογών, είχαν αποτέλεσμα, γιατί έριξαν τις τιμές λιανικής και προκάλεσαν αυτή την διολίσθηση του ονομαστικού δείκτη.

Το αν αυτό θα διατηρηθεί και μετά τις εκλογές του Δεκέμβρη για την τελευταία διεκδικούμενη έδρα της Γερουσίας είναι κάτι που μένει να το δούμε καθώς θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις λιανικές τιμές στα ενεργειακά προϊόντα.

Ενδεικτικό αυτής της διαφοροποίησης που κρύβεται πίσω από τη μείωση του ονομαστικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στις ΗΠΑ είναι ότι τόσο ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή αυτός που δεν συμπεριλαμβάνει τα ενεργειακά προϊόντα και τα φρέσκα τρόφιμα, παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, όπως επίσης και οι δείκτες που περιλαμβάνουν προϊόντα των οποίων οι τιμές που δεν παρουσιάζουν διαχρονικά μεγάλες μεταβολές. Και οι δείκτες αυτοί παρέμειναν στα υψηλά τους χωρίς να ακολουθήσουν την «μείωση» του ονομαστικού δείκτη. 

Πέραν όμως αυτής της αιτίας, η βασική αιτία που έχει προκαλέσει την θεμελιακή τάση για πληθωρισμό είναι εδώ, παρούσα και… ενεργή.

Η βασική «τάση» της πληθωριστικής πίεσης, αυτή που έρχεται από το νομισματικό πρόβλημα, είναι εδώ και είναι μη αντιμετωπίσιμη τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα.

Ας δούμε το πώς διαμορφώθηκε και πώς εξελίσσεται σήμερα.

Μετά την κατάρρευση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς που «έσπασε» την σχέση χρυσού δολαρίου, η εκρηκτική άνοδος του πληθωρισμού διεθνώς αντιμετωπίσθηκε με δύο «πράξεις».

Η μία εξ αυτών έχει περάσει χωρίς να αξιολογηθεί όσο πρέπει και η άλλη είναι η γνωστή παρέμβαση Βόλκερ με την τερατώδη αύξηση των επιτοκίων στο γύρισμα της δεκαετίας του ‘70, στη δεκαετία του ‘80.

Ας δούμε τι ακριβώς έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και τι ακολούθησε.

Η πονεμένη ιστορία της… εμπιστοσύνης των πετροδολαρίων

Το μεγάλο θέμα για κάθε νόμισμα είναι πάντα η εμπιστοσύνη που το συνοδεύει.

Το αν δηλαδή αυτός που το χρησιμοποιεί έχει εμπιστοσύνη ότι με αυτό μπορεί να αγοράσει όσα αντιστοιχούν στην ονομαστική του αξία όπου και αν χρειασθεί ή να διατηρεί την αξία των επενδύσεων που έχει κάνει με αυτό, πολύ περισσότερο αν το έχει δανεισθεί για να επενδύσει στην παραγωγή ή στο χρέος. 

Το δολάριο μέχρι τον Αύγουστο του 1971, είχε αυτή την εμπιστοσύνη καθώς μέχρι τότε όταν κάθε Κεντρική Τράπεζα ζητούσε να την πληρώσουν με χρυσό για τα δολάρια που κατέθετε στην Fed, παίρνοντας μία ουγγιά χρυσού για κάθε 35 δολάρια που επέστρεφε στις ΗΠΑ.

Μετά, τέλος… Το δολάριο γνώρισε την κατάρρευση της εμπιστοσύνης του σαν εκφραστή της αξίας.

Μόνο όταν η Σαουδική Αραβία μετά το 1971 και το σοκ της κατάρρευσης της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς αποδέχθηκε να πληρώνεται σε μεταβαλλόμενη τιμή για το πετρέλαιο που πουλούσε, μόνο τότε η «κυμαινόμενη» εμπιστοσύνη επανεμφανίσθηκε για το δολάριο, αλλά «πληγωμένη» βέβαια ανεπανόρθωτα και ευάλωτη σε κάθε οικονομικό-πολιτικό ή γεωπολιτικό γεγονός.

Και συνέβησαν τότε πολλά και σημαντικά τέτοια γεγονότα μεταξύ των οποίων το κορυφαίο, η ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο ΒιετΝάμ.

Έτσι με τη νέα αξιακή σχέση δολαρίου, κίτρινου και μαύρου χρυσού, πλημμύρισε ο κόσμος με τα «πετροδολάρια», νόμισμα που συνέχισε να χρησιμοποιείται διεθνώς, αλλά με διαρκώς μειούμενη αξία πράγμα που διόγκωνε αναλογικά τις πληθωριστικές πιέσεις προς κάθε κατεύθυνση. Οπωσδήποτε όμως το δολάριο απέφυγε την πλήρη απόρριψη που θα είχε ακολουθήσει αν η Σαουδική Αραβία δεν το είχε «σώσει» με την αποδοχή της πώλησης του μαύρου χρυσού έναντι δολαρίων.

Εδώ που τα λέμε, δεν είχε ακόμα τότε εναλλακτικές.

Αλλά έτσι το δολάριο απέκτησε «ζήτηση» από αγοραστές που το χρειάζονταν για να αγοράσουν πετρέλαιο.

Τότε, μπορεί να ειπωθεί, ότι το Ριάντ έσωσε την Ουάσιγκτον και εδραιώθηκε μία σχέση που δεν φαίνεται, αλλά είναι καθοριστική έκτοτε και μπορεί να την δει κανείς στη σταθερή σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ – Σαουδικής Αραβίας στη Μέση Ανατολή πέρα από τις όποιες διαφορές έχουν εμφανισθεί μεταξύ Ουάσιγκτον και Ριάντ.

Αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτό, για να μπει κάποιο φρένο στην διολίσθηση του δολαρίου, ο Βόλκερ δεν θα μπορούσε να κάνει ό,τι έκανε το 1981 με τα επιτόκια για να «χτίσει» πάνω σ’ αυτή την διολισθαίνουσα εμπιστοσύνη στο δολάριο.

Είναι προφανές ότι η «εμπιστοσύνη» εξακολουθεί να είναι το καθοριστικό ζήτημα για το δολάριο και για κάθε νόμισμα.

Η τερατώδης «μόχλευση» της νομισματικής χαλάρωσης

Στο μεταξύ, όμως, σήμερα, αντίθετα από τότε, αν κοιτάξει κανείς τον ισολογισμό της Fed μπορεί εύκολα να παρατηρήσει ότι έχει γίνει μία… τερατογένεση. Ακόμα και μεταγενέστερα δηλαδή τέσσερεις δεκαετίες μετά το ‘70, λίγο πριν το 2008, ο ισολογισμός της Fed ήταν κάτι λιγότερο από ένα τρις δολάρια, περίπου 880 δις δολ..

Δηλαδή το πλασματικό κεφάλαιο με το οποίο η Fed είχε στηρίξει την οικονομία, ήταν σχεδόν μηδενικό σε σύγκριση με το σήμερα. Είχε «τυπώσει» για λογαριασμό της κυβέρνησης 880 δις δολάρια  χωρίς πραγματικό αντίκρισμα.

Σήμερα αυτά έχουν γίνει 8,8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Και αυτά τα 8,8 τρις δολ., έχουν «μοχλευθεί» (όπως λένε «ευγενικά» την δημιουργία νέου χρέους πάνω στο παλιό) στις χρηματαγορές εκατοντάδες φορές. Πόσο;

Ιδού μερικά νούμερα για να πάρουμε μία ιδέα.

Το χρήμα αυτό έχει τροφοδοτήσει και φουσκώσει την ονομαστική αξία των μετοχών σε 109 τρις δολ., το χρέος (κρατικό και ιδιωτικό) σε 123 τρις δολ. και έχει διογκώσει την ονομαστική αξία της περιβόητης φούσκας ακινήτων στα 258 τρις δολ. που αφορούν κατά βάση οικιστικά ακίνητα στα οποία πρέπει να προστεθούν άλλα 32 τρις δολ. για εμπορικά ακίνητα και 68 τρις δολ. για αγροτικά ακίνητα…  

Χρήμα δηλαδή που έχει παραχθεί χωρίς αντίκρισμα και το οποίο όμως από τη στιγμή που κυκλοφορεί αποτελεί «Κεφάλαιο» για όποιον το έχει στα χέρια του ή το έχει επενδύσει. Με άλλα λόγια Κεφάλαιο το οποίο έχει «απαιτήσεις» σε υπάρχοντα προϊόντα, τόκους κ.λπ. αλλά και όσα μελλοντικά θα παραχθούν ή θα δημιουργηθούν. 

Και αυτή η τρομακτική αντίφαση πρέπει να λυθεί.

Τον Αύγουστο του 1971 ο Νίξον την «έλυσε», λέγοντας ότι όσοι έχουν δολάρια στα χέρια τους δεν έχουν χρυσό, αλλά… χαρτί. Και την επόμενη στιγμή αυτό το πράσινο χαρτί άρχισε να κατρακυλάει και ο πληθωρισμός να εκτινάσσεται γιατί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, οι μισθοί και τα χρέη απαιτούσαν πολλαπλάσιο αριθμό τέτοιων «χαρτιών» για να διατηρήσουν τις αξίες τους.

Αν δεν ήταν οι Σαουδάραβες ο κόσμος σήμερα θα ήταν… διαφορετικός, δεν ξέρουμε πώς, όμως θα ήταν διαφορετικός.

Αυτή την αντίφαση επιχειρούν σιωπηρά να «λύσουν» σήμερα οι Κεντρικές Τράπεζες με τα επιτόκια, όλες μαζί… Γιατί όλα τα νομίσματα έχουν «τυπωθεί» με βάση το ότι έχουν μία σχέση ανταλλαγής με το δολάριο και την «εμπιστοσύνη» που αυτό έχει στις αγορές.

Στην πραγματικότητα σήμερα όλα τα νομίσματα «πέφτουν» έναντι της αξίας των προϊόντων και των υπηρεσιών, απλώς το δολάριο πέφτει, λόγω της ισχύος των ΗΠΑ, πιο αργά από τα άλλα.

Η συγκριτική ανατίμησή του έναντι των άλλων νομισμάτων, είναι αυτή η σχετική διαφορά στην ταχύτητα της πτώσης, σε σχέση με τα άλλα νομίσματα. Και απ’ ό,τι φαίνεται, σήμερα τον ρόλο των Σαουδαράβων της δεκαετίας του ‘70 δεν εμφανίζεται κανείς διατεθειμένος να τον παίξει.

Το αντίθετο μάλιστα, τα Brics κινούνται αφ’ ενός για την σταδιακή υποκατάσταση του δολαρίου και συνεργάζονται για το ενδεχόμενο να βγάλουν ένα «νόμισμα» που να βασίζεται σε πραγματικές αξίες…

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο να κάνουν πραγματικά βήματα στην κατεύθυνση αυτή, καθώς αυτό δεν μπορεί να γίνει ομαλά και αυτό το έχουν δείξει δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, σε πολύ διαφορετικές φάσεις της καπιταλιστικά οργανωμένης παραγωγικής διαδικασίας, αλλά το προσπαθούν… Και πραγματικά, το 90% των διεθνών συναλλαγών στις χρηματαγορές εξακολουθεί να γίνεται σε δολάρια, την ίδια στιγμή που οι αγορές σημαντικών προϊόντων μετακινούνται εκτός της δολαριακής τροχιάς.

Μια ενδεικτική πλευρά αυτής της διαδικασίας είναι το γεγονός ότι πολλές κεντρικές τράπεζες ειδικά στην Ασία, αγοράζουν σαν τρελοί χρυσό όπως οι Κινέζοι, οι Ρώσοι και οι Ινδοί.

Μέσα σ’ αυτόν τον νομισματικό Αρμαγεδδώνα και την ύφεση που έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται στα τέσσερα σημεία του καπιταλιστικού ορίζοντα, η «πτώση» του ονομαστικού πληθωρισμού στις ΗΠΑ στο 7,7% (αντί του αναμενόμενου 8%) μοιάζει σαν διασκεδαστικό ειρωνικό «παιχνίδισμα» στο τραγούδι μιας κρίσης επικίνδυνης, όσο ποτέ για την ανθρώπινη κοινωνία.