126 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΗΓΕΤΗ
του Άρη Μαραβά
Στις 7 Αυγούστου 1900, ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ πέθανε στο Βερολίνο σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων ετών. Μόλις το προηγούμενο βράδυ εργαζόταν, όπως συνήθιζε, μέχρι μετά τα μεσάνυχτα στα γραφεία της Vorwärts, της κεντρικής εφημερίδας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Πέντε ημέρες αργότερα, δεκάδες χιλιάδες εργάτες συνόδευσαν τη σορό του διασχίζοντας το Βερολίνο μέχρι το νεκροταφείο. Δεν επρόκειτο απλώς για την κηδεία ενός αγαπητού ηγέτη. Ήταν μια δημόσια επίδειξη της δύναμης, της αυτοπεποίθησης και της συλλογικής μνήμης μιας εργατικής τάξης που, μέσα σε συνθήκες αστυνομικών διώξεων και παρανομίας, είχε οικοδομήσει το δικό της κόμμα, τον δικό της Τύπο, τα συνδικάτα και τον πολιτικό της πολιτισμό.
Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ γεννήθηκε στο Γκίσεν στις 29 Μαρτίου 1826, σε μια εποχή κατά την οποία η Γερμανία δεν υπήρχε ακόμη ως ενιαίο εθνικό κράτος. Τα γερμανικά εδάφη ήταν κατακερματισμένα σε μοναρχίες, πριγκιπάτα και ελεύθερες πόλεις. Στην πολιτική ζωή κυριαρχούσαν οι βασιλικές αυλές, οι γαιοκτήμονες, η κρατική γραφειοκρατία και τα κατάλοιπα των φεουδαρχικών προνομίων. Την ίδια στιγμή, όμως, ο καπιταλισμός άρχιζε να μεταμορφώνει ριζικά την κοινωνία. Οι σιδηρόδρομοι, τα εργοστάσια και οι αναπτυσσόμενες πόλεις δημιουργούσαν μια σύγχρονη εργατική τάξη, ενώ η φιλελεύθερη αστική τάξη διεκδικούσε εθνική ενότητα και συνταγματική διακυβέρνηση.
Οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 έφεραν όλες αυτές τις αντιθέσεις στην επιφάνεια. Εργάτες, τεχνίτες, φοιτητές και δημοκράτες διανοούμενοι εξεγέρθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο ενάντια στην απολυταρχία. Στη Γερμανία, το κίνημα συνδύαζε τα αιτήματα για εθνική ενοποίηση, πολιτική ελευθερία και κοινωνική μεταρρύθμιση. Ο Λίμπκνεχτ δεν παρακολούθησε την επανάσταση από την ασφάλεια ενός πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου. Ταξίδεψε στο Παρίσι και στη συνέχεια πήρε μέρος στους δημοκρατικούς αγώνες της Βάδης, όπου υπηρέτησε στις επαναστατικές δυνάμεις και γνώρισε από πρώτο χέρι τη φυλάκιση, την ήττα και την εξορία.
Η ήττα του 1848 πρόσφερε ένα αποφασιστικό πολιτικό μάθημα. Η φιλελεύθερη αστική τάξη φοβόταν την ανεξάρτητη κίνηση της εργατικής τάξης περισσότερο απ’ όσο αντιμαχόταν τη μοναρχία και τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Μόλις οι λαϊκές μάζες άρχισαν να προβάλλουν τα δικά τους κοινωνικά αιτήματα, οι αστοί φιλελεύθεροι υποχώρησαν, συμβιβάστηκαν με τις παλιές κυρίαρχες τάξεις και συνέβαλαν στην αποκατάσταση της καθεστηκυίας τάξης. Η δημοκρατική επανάσταση είχε αποκαλύψει τα ταξικά όρια της αστικής δημοκρατίας.

Διωγμένος από τη Γερμανία, ο Λίμπκνεχτ κατέφυγε αρχικά στην Ελβετία και το 1850 στο Λονδίνο. Εκεί εντάχθηκε στην Ένωση Κομμουνιστών και συνδέθηκε στενά με τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ένγκελς. Η εξορία του στο Λονδίνο διήρκεσε περισσότερο από μία δεκαετία. Ήταν χρόνια φτώχειας και προσωπικών στερήσεων, αλλά ταυτόχρονα και χρόνια βαθιάς πολιτικής διαμόρφωσης. Ο Λίμπκνεχτ αφομοίωσε την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας και κατανόησε ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να προκύψει από ηθικές εκκλήσεις προς τις κυρίαρχες τάξεις. Απαιτούσε την ανεξάρτητη οργάνωση και τη συνειδητή πάλη του προλεταριάτου.
Όταν η αμνηστία τού επέτρεψε να επιστρέψει στη Γερμανία το 1862, βρέθηκε σε μια χώρα που γνώριζε ταχεία εκβιομηχάνιση και μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις. Ο Μπίσμαρκ επιχειρούσε να ενοποιήσει τη Γερμανία από τα πάνω, κάτω από την ηγεμονία της πρωσικής μοναρχίας, του στρατού της και της τάξης των γαιοκτημόνων Γιούνκερ. Το εθνικό ζήτημα δεν λυνόταν μέσα από μια δημοκρατική επανάσταση, αλλά μέσω δυναστικών πολέμων και της συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας.
Ο Λίμπκνεχτ αντιτάχθηκε σε αυτόν τον πρωσικό δρόμο προς την ενοποίηση. Απέρριψε την άποψη ότι οι εργάτες όφειλαν να υποστηρίξουν τον Μπίσμαρκ επειδή η εθνική ενοποίηση αποτελούσε, υποτίθεται, ιστορική πρόοδο. Για τον Λίμπκνεχτ, η εργατική τάξη δεν μπορούσε να υποτάξει τα συμφέροντά της στο πολιτικό πρόγραμμα της μοναρχίας ή της αστικής τάξης. Η ενοποίηση υπό την πρωσική στρατοκρατία θα ενίσχυε ακριβώς εκείνο το κράτος που εκμεταλλευόταν και καταπίεζε τους εργάτες.
Η οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου εργατικού κόμματος
Μετά την απέλασή του από το Βερολίνο και την Πρωσία το 1865, ο Λίμπκνεχτ εγκαταστάθηκε στη Λειψία. Εκεί άρχισε η μακρόχρονη πολιτική συνεργασία του με τον Άουγκουστ Μπέμπελ, η οποία αποτέλεσε έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.
Το 1869, στο Άιζεναχ, συνέβαλαν στην ίδρυση του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος. Σε αντίθεση με τη Γενική Γερμανική Εργατική Ένωση του Φερντινάντ Λασάλ, η οποία προσέβλεπε σε μεταρρυθμίσεις με κρατική βοήθεια και κατά περιόδους αναζητούσε πολιτικές συνεννοήσεις με τον Μπίσμαρκ, το ρεύμα του Άιζεναχ τόνιζε την εργατική ανεξαρτησία, τον διεθνισμό και την αντίθεση στον πρωσικό μιλιταρισμό.
Η απάντηση του Λίμπκνεχτ ήταν σαφής: η εργατική τάξη όφειλε να διατηρεί την πολιτική της ανεξαρτησία. Η κοινοβουλευτική δράση μπορούσε να αξιοποιηθεί για την προπαγάνδα και την οργάνωση, όμως το σοσιαλιστικό κίνημα δεν έπρεπε να απορροφηθεί από την κοινοβουλευτική καθημερινότητα ούτε να περιοριστεί σε διαπραγματεύσεις για επιμέρους μεταρρυθμίσεις.
Ο διεθνισμός του δοκιμάστηκε στην πράξη κατά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870 – 1871. Ο Λίμπκνεχτ και ο Μπέμπελ αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την πολεμική πολιτική του Μπίσμαρκ. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα Γ΄, όταν ο πόλεμος μετατράπηκε ανοιχτά σε επεκτατική εκστρατεία κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, καταψήφισαν τις νέες πολεμικές πιστώσεις και αντιτάχθηκαν στην προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Παράλληλα, εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους προς την Παρισινή Κομμούνα.
Για τη στάση τους αυτή διώχθηκαν και φυλακίστηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Όμως, δεν ήταν οι σοσιαλιστές διεθνιστές εκείνοι που πρόδιδαν τα συμφέροντα του λαού, αλλά οι κυρίαρχες τάξεις. Οι εργάτες της Γερμανίας και της Γαλλίας δεν είχαν κανένα συμφέρον να αλληλοσφαχτούν, ώστε η πρωσική μοναρχία να επεκτείνει τα εδάφη της ή η γαλλική άρχουσα τάξη να υπερασπιστεί τη δική της ισχύ.
Το κόμμα μέσα στις διώξεις
Το 1875, η οργάνωση του Άιζεναχ ενώθηκε με τους Λασαλικούς και σχημάτισε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η ενοποίηση δημιούργησε μια ισχυρότερη οργάνωση, εισήγαγε όμως και σημαντικές θεωρητικές ασάφειες στο πρόγραμμά της. Ο Μαρξ άσκησε οξεία κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, επειδή παραχωρούσε έδαφος σε Λασαλικές αντιλήψεις για το κράτος και δεν προσδιόριζε με σαφήνεια τον επαναστατικό μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Η υποστήριξη του Λίμπκνεχτ προς την οργανωτική ενοποίηση είχε, επομένως, και μια αντιφατική πλευρά. Η ενότητα των εργατών είναι αναγκαία. Όταν όμως εξαγοράζεται με τίμημα τη θεωρητική ασάφεια, μπορεί να συγκαλύψει βαθιές πολιτικές διαφορές, οι οποίες επανεμφανίζονται αργότερα σε πολύ πιο επικίνδυνες συνθήκες. Αυτό υπήρξε ένα από τα κεντρικά προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η Δεύτερη Διεθνής.

Το 1878, ο Μπίσμαρκ επέβαλε τους Αντισοσιαλιστικούς Νόμους. Οι σοσιαλιστικές οργανώσεις, οι εφημερίδες και οι συγκεντρώσεις απαγορεύτηκαν. Αγωνιστές διώχθηκαν, εκτοπίστηκαν και φυλακίστηκαν. Οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι του κινήματος, ωστόσο, μπορούσαν ακόμη να συμμετέχουν στις εκλογές ως μεμονωμένοι υποψήφιοι.
Ο Μπίσμαρκ πίστευε ότι η καταστολή θα εξαφάνιζε τον σοσιαλισμό. Συνέβη το αντίθετο. Το κόμμα προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες. Τα σοσιαλιστικά έντυπα κυκλοφορούσαν παράνομα, οι οργανωτές διατηρούσαν μυστικά δίκτυα επικοινωνίας και η εκλογική του επιρροή συνέχιζε να αυξάνεται. Όταν οι Αντισοσιαλιστικοί Νόμοι καταργήθηκαν το 1890, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είχε αναδειχθεί στη μεγαλύτερη εκλογική δύναμη της χώρας.
Το κόμμα που οικοδομήθηκε όσο ζούσε ο Λίμπκνεχτ δεν ήταν απλώς ένας εκλογικός μηχανισμός. Δημιούργησε εφημερίδες, μορφωτικές ενώσεις, βιβλιοθήκες, χορωδίες, αθλητικούς συλλόγους, γυναικείες οργανώσεις και ταμεία αλληλοβοήθειας. Πρόσφερε στους εργάτες έναν εναλλακτικό πολιτισμό και την αίσθηση ότι ανήκαν σε μια τάξη με τη δική της ιστορική αποστολή. Μέσα από αυτό το πυκνό δίκτυο, ένας κατακερματισμένος και πολιτικά αποκλεισμένος πληθυσμός άρχισε να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως συλλογική κοινωνική δύναμη.
Το κοινοβούλιο ως βήμα αγώνα, όχι ως υποκατάστατό του
Ο Λίμπκνεχτ συμμετείχε επί δεκαετίες στην κοινοβουλευτική πολιτική, προειδοποιώντας ταυτόχρονα επανειλημμένα ενάντια στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό — στην ψευδαίσθηση, δηλαδή, ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να επιτευχθεί με τη σταδιακή συσσώρευση εδρών, τις εκλογικές συμμαχίες και την προοδευτική διαχείριση του καπιταλιστικού κράτους.
Στο έργο του Κανένας συμβιβασμός – καμία πολιτική συναλλαγή, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1899 μέσα στη διαμάχη που είχε προκαλέσει ο αναθεωρητισμός του Έντουαρντ Μπερνστάιν, ο Λίμπκνεχτ υποστήριζε ότι το σοσιαλιστικό κόμμα δεν έπρεπε να προχωρά σε συμφωνίες που θόλωναν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτό και τα αστικά κόμματα. Οι κοινοβουλευτικές έδρες είχαν αξία μόνο εφόσον χρησιμοποιούνταν για την πολιτική διαπαιδαγώγηση, την οργάνωση και την κινητοποίηση της εργατικής τάξης.
Ο Λίμπκνεχτ δεν έφτασε σε μια τόσο ολοκληρωμένη διατύπωση του προβλήματος. Η πολιτική του σκέψη εξακολουθούσε να φέρει τη σφραγίδα των ανολοκλήρωτων δημοκρατικών αγώνων του 1848 και μιας εποχής κατά την οποία το κυριότερο καθήκον ήταν η δημιουργία μιας μόνιμης, πανεθνικής εργατικής οργάνωσης. Ωστόσο, η επιμονή του στην ταξική ανεξαρτησία και η απόρριψη των πολιτικών συναλλαγών με τα αστικά κόμματα τον τοποθετούσαν απέναντι στην αναπτυσσόμενη μεταρρυθμιστική πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.
Κατακτήσεις και αντιφάσεις
Μια ταξική αποτίμηση οφείλει να αποφύγει τόσο την άκριτη εξύμνηση όσο και την εκ των υστέρων απαξίωση. Ο Λίμπκνεχτ συνέβαλε αποφασιστικά στην οικοδόμηση του ισχυρότερου εργατικού κόμματος του 19ου αιώνα. Υπερασπίστηκε τον διεθνισμό, αντιτάχθηκε στον μιλιταρισμό, υπέμεινε φυλακίσεις και διώξεις και έθεσε το συμφέρον του εργατικού κινήματος πάνω από την προσωπική του σταδιοδρομία. Πρόκειται για τεράστια ιστορικά επιτεύγματα.
Οι ίδιες οι επιτυχίες του κόμματος, όμως, δημιούργησαν νέους κινδύνους. Ο συνεχώς διευρυνόμενος μηχανισμός του χρειαζόταν επαγγελματικά στελέχη, συντάκτες, βουλευτές, συνδικαλιστικούς γραφειοκράτες και σημαντικούς οικονομικούς πόρους. Σταδιακά συγκροτήθηκε ένα γραφειοκρατικό στρώμα, του οποίου η υλική ύπαρξη εξαρτιόταν από τους νόμιμους θεσμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας. Για αυτό το στρώμα, η διατήρηση της οργάνωσης άρχισε να γίνεται σημαντικότερη από τον επαναστατικό σκοπό για τον οποίο είχε δημιουργηθεί.
Ο Λίμπκνεχτ αντιστάθηκε στον ανοιχτό αναθεωρητισμό του Μπερνστάιν, αλλά δεν συνέλαβε πλήρως πόσο βαθιά είχε ριζώσει ο οπορτουνισμός στην κοινωνική και οργανωτική δομή του κόμματος. Ούτε συγκρότησε μια σαφώς καθορισμένη επαναστατική πτέρυγα, ικανή να διεκδικήσει την ηγεσία από την αναδυόμενη γραφειοκρατία.
Τον Αύγουστο του 1914, δεκατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Λίμπκνεχτ, η αντίφαση αυτή εξερράγη. Η κοινοβουλευτική ομάδα του SPD υπερψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις του Κάιζερ για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κόμμα που είχαν οικοδομήσει ο Λίμπκνεχτ και ο Μπέμπελ πάνω στις αρχές της διεθνιστικής αλληλεγγύης υποστήριξε τη γερμανική άρχουσα τάξη σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Οι ηγέτες του έθεσαν την εθνική ενότητα πάνω από τον προλεταριακό διεθνισμό.
Από τον Βίλχελμ στον Καρλ Λίμπκνεχτ
Η αντιμιλιταριστική παράδοση του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ μεταφέρθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον γιο του, Καρλ. Τον Δεκέμβριο του 1914, ο Καρλ Λίμπκνεχτ έγινε ο πρώτος βουλευτής του SPD που καταψήφισε ανοιχτά τις πολεμικές πιστώσεις. Μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ συνέβαλε στη δημιουργία της Ένωσης Σπάρτακος και αργότερα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας.
Γιατί ο Λίμπκνεχτ εξακολουθεί να μας αφορά
Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ ανήκε στην εποχή κατά την οποία ο σοσιαλισμός βγήκε από τους μικρούς διωκόμενους κύκλους και μετατράπηκε σε μαζική υλική δύναμη. Η ζωή του δείχνει τι μπορούν να πετύχουν η υπομονετική οργάνωση, η πολιτική διαπαιδαγώγηση, ο διεθνισμός και το προσωπικό θάρρος. Η μετέπειτα πορεία τού SPD δείχνει ταυτόχρονα ότι οι κατακτήσεις αυτές δεν αρκούν αν δεν συνδέονται με επαναστατική στρατηγική και ασυμβίβαστη θεωρητική και πολιτική πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία, τον εθνικισμό και την ταξική συνεργασία.
Η κληρονομιά του δεν πρέπει ούτε να ταριχευτεί ως ακίνδυνη παράδοση της επίσημης σοσιαλδημοκρατίας ούτε να απορριφθεί εξαιτίας της μεταγενέστερης προδοσίας του κόμματος. Ανήκει στη διεθνή εργατική τάξη: στην ταξική ανεξαρτησία, στη μαζική εργατική οργάνωση και στην άρνηση να θυσιαστούν οι εργάτες για τα συμφέροντα της δικής τους άρχουσας τάξης.
Το ζητούμενο δεν είναι η αντιγραφή του SPD, προφανώς, του 19ου αιώνα, αλλά η οικοδόμηση των εργατικών οργανώσεων που απαιτεί η δική μας εποχή: ριζωμένων στους καθημερινούς αγώνες, εξοπλισμένων με μαρξιστική θεωρία, ανεξάρτητων από κάθε αστικό κόμμα και την αστική επιρροή, προσανατολισμένων στην κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη.▄
