Αν η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε τη μορφή ενός μυθιστορηματικού ήρωα, αυτή θα ήταν αναμφίβολα η μορφή του Φιόντορ Ιλίιν, γνωστού και ως “Ρασκόλνικωφ”1Το ψευδώνυμο του προκύπτει από τον ήρωα του Nτοστογιέφκι στο βιβλίο του “Έγκλημα και Τιμωρία”, Ρασκόλνικωφ. (Ρασκόλ στα Ρωσικά σημαίνει “σχίσμα”) , ο οποίος υπήρξε ο θρυλικός ηγέτης των κόκκινων ναυτών της Κροστάνδης, στρατιωτικός διοικητής, διπλωμάτης, συγγραφέας και ένας από τους πιο μάχιμους Μπολσεβίκους στην πρώτη γραμμή του Εμφυλίου Πολέμου. Η διαδρομή αυτού του κόκκινου επαναστάτη ξεκινά στις 28 Ιανουαρίου 1892 στην Αγία Πετρούπολη.

Ο πατέρας του ήταν ιερέας, ενώ η μητέρα του ήταν κόρη τσαρικού στρατηγού. Είχε έναν μικρότερο αδελφό, ο οποίος έγινε Μπολσεβίκος και αργότερα έγινε ένας από τους θεμελιωτές της Σοβιετικής Σκακιστικής Σχολής. Η ζωή της οικογένειας ανατράπηκε δραματικά όταν ο πατέρας του εμφάνισε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και τελικά αυτοκτόνησε μέσα σε ψυχιατρικό άσυλο.

Το γεγονός αυτό συγκλόνισε τον νεαρό Φιόντορ και τον έκανε να ωριμάσει απότομα. Το 1909, σε ηλικία 17 ετών, τελειώνει το γυμνάσιο και εγγράφεται στο Πολυτεχνείο της Αγίας Πετρούπολης, στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών. Το Πολυτεχνείο εκείνη την εποχή ήταν «καζάνι που έβραζε». Αν και η Ρωσία βρισκόταν σε περίοδο βαριάς τσαρικής καταστολής μετά την αποτυχημένη Επανάσταση του 1905, οι φοιτητικοί κύκλοι ήταν γεμάτοι παράνομες σοσιαλιστικές ομάδες. Εκεί, ο Φιόντορ θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τις επαναστατικές ιδέες και θα διαβάσει Μαρξ, Ένγκελς και Πλεχάνοφ. Γρήγορα κατάλαβε ότι οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές δεν τον εξέφραζαν και γοητευμένος από τη ριζοσπαστική και πειθαρχημένη δομή των Μπολσεβίκων, τον Δεκέμβριο του 1910 θα οργανωθεί επίσημα στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας, αλλάζοντας έτσι την πορεία της ζωής του.
Λόγω της μόρφωσής του, το Κόμμα τον αξιοποιεί αμέσως στον παράνομο και ημιπαράνομο τύπο. Το 1912, όταν πρωτοκυκλοφορεί η μπολσεβίκικη εφημερίδα Πράβντα, αναλαμβάνει γραμματέας σύνταξης. Η δράση του προκαλεί την Οχράνα (την τσαρική μυστική αστυνομία), συλλαμβάνεται και να καταδικάζεταισε εξορία στο Αρχάγγελσκ. Η μητέρα του καταφέρνει να μετατρέψει την ποινή σε απέλαση στο εξωτερικό. Ωστόσο, στην προσπάθειά του να διαφύγει προς τη Δύση, συλλαμβάνεται στα γερμανικά σύνορα από τις αρχές ως «Ρώσος κατάσκοπος» και απελαύνεται πίσω στη Ρωσία. Τελικά, αποφυλακίζεται το 1913 χάρη στη γενική αμνηστία που παραχωρήθηκε για τα 300 χρόνια της δυναστείας των Ρομανόφ (το 1913 η Ρωσική Αυτοκρατορία γιόρτασε τα 300 χρόνια διακυβέρνησης της δυναστείας των Ρομανόφ [1613 – 1913]. Με την ευκαιρία της επετείου, ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ υπέγραψε διάταγμα γενικής αμνηστίας για χιλιάδες κρατουμένους, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί πολιτικοί κατάδικοι και μπολσεβίκοι).

Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Ρασκόλνικωφ επιστρατεύεται. Αντί όμως να πάει στο πεζικό, επιλέγει να φοιτήσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην Αγία Πετρούπολη, γεγονόςπου θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία γιατους Μπολσεβίκους. Εκπαιδεύεται ως αξιωματικός (σημαιοφόρος/ανθυποπλοίαρχος), ενώ ταυτόχρονα χτίζει κρυφά έναν τεράστιο μπολσεβίκικο πυρήνα ανάμεσα στους ναύτες.
Όταν ξεσπά η Φεβρουαρινή Επανάσταση του 1917 και ανατρέπεται ο Τσάρος, ο Ρασκόλνικωφ στέλνεται στην Κροστάνδη, το μεγάλο ναυτικό οχυρό έξω από την Αγία Πετρούπολη. Εκλέγεται αμέσως Αντιπρόεδρος του Σοβιέτ της Κροστάνδης. Οι ναύτες τον λατρεύουν. Έχει το χάρισμα του ρήτορα και καταφέρνει να μετατρέψει τους ναύτες σε και από τις πιο δυνατές ένοπλες ομάδες των Μπολσεβίκων. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1917, οι ναύτες της Κροστάνδης ξεσηκώνονται πρόωρα κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης του Κερένσκι και η εξέγερση αποτυγχάνει. Ο Ρασκόλνικωφ, για να προστατεύσει τους άνδρες του, παραδίδεται στις αρχές και φυλακίζεται στις διαβόητες φυλακές «Κρεστύ» μαζί με τον Λέον Τρότσκι.
Αποφυλακίζεται στις 13 Οκτωβρίου 1917, μόλις δύο εβδομάδες πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Κατά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, είναι αυτός που καθοδηγεί τα πολεμικά πλοία και τους ναύτες της Κροστάνδης μέσα στο κανάλι του Νέβα στην Πετρούπολη, προσφέροντας την απαραίτητη στρατιωτική ισχύ για να πέσουν τα Χειμερινά Ανάκτορα. Σε ηλικία μόλις 25 ετών, ο νεαρός που ξεκίνησε γράφοντας άρθρα στην Πράβντα είχε γίνει ο ηγέτης του ναυτικού της Επανάστασης.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου αναδεικνύεται σε κορυφαίο στρατιωτικό ηγέτη του Κόκκινου Στρατού και διορίζεται από τον Τρότσκι στη θέση του Αναπληρωτή Επιτρόπου Ναυτικών Υποθέσεων (ουσιαστικά υπαρχηγού του σοβιετικού ναυτικού), αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του στόλου της Βαλτικής για να αναχαιτίσει τους Λευκούς και τους ιμπεριαλιστέςεισβολείς συμμάχουςτους.
Τον Δεκέμβριο του 1918, το αντιτορπιλικό στο οποίο επέβαινε παγιδεύεται από το βρετανικό ναυτικό έξω από το Ταλίν ης Εσθονίας και ο Ρασκόλνικωφ συλλαμβάνεται. Οι Βρετανοί τον μεταφέρουν στο Λονδίνο και τον φυλακίζουν. Θα παραμείνει εκεί για 5 μήνες, μέχρι τον Μάιο του 1919, όταν οι Μπολσεβίκοι καταφέρνουν να τον ανταλλάξουν με 17 Βρετανούς αιχμαλώτους αξιωματικούς.
Μόλις επιστρέφει, ο Λένιν τον στέλνει αμέσως στο μέτωπο της Κασπίας Θάλασσας, όπου ο Ρασκόλνικωφ θα πετύχει τις μεγαλύτερες στρατιωτικές του νίκες. Αναδιοργανώνει τον Κόκκινο Στόλο του Βόλγα και της Κασπίας και καταλαμβάνει το Μπακού (σημαντικό κέντρο πετρελαίου). Τον Μάιο του 1920 πραγματοποιεί μια εντυπωσιακή απόβαση στο λιμάνι Ανζαλί (Ενζελί) του Ιράν, καταστρέφοντας τα υπολείμματα του στόλου των «Λευκών» και αναγκάζοντας τις βρετανικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί σε υποχώρηση. Για τις επιτυχίες του αυτές παρασημοφορείται δύο φορές με το Παράσημο της Κόκκινης Σημαίας, την ανώτατη στρατιωτική διάκριση της εποχής.

Εκείνη την περίοδο, ο Ρασκόλνικωφ παντρεύεται τη ΛαρίσαΡάισνερ (η Ράισνερήταν μια εμβληματική μορφή του Εμφυλίου Πολέμου, στο πρόσωπό τηςο συγγραφέας ο Βσέβολοντ Βίσνιεφσκι βασίστηκε για να περιγράψει τον κεντρικό χαρακτήρα στο διάσημο σοβιετικό έργο «Αισιόδοξη Τραγωδία»). Στη συνέχεια, ζούσαν στο πολεμικό πλοίο Μεζέν (ένα πρώην αυτοκρατορικό/αριστοκρατικό σκάφος που είχε επιταχθεί και μετατραπεί σε πλωτό στρατηγείο του ναυτικου του Βόλγα-Κασπίας ) και σχεδίαζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η Ράισνερ ήταν Επίτροπος στο Γενικό Επιτελείο του Ναυτικού στη Μόσχα, συμμετέχοντας στον κεντρικό σχεδιασμό των ναυτικών επιχειρήσεων της χώρας. Νωρίτερα επίσης, στη μάχη του Σβιγιάζσκ και κατά τις επιχειρήσεις στοη Βόλγα το 1918, η Ράισνερ ήταν αρχηγός του τμήματος κατασκοπείας/πληροφοριών του Στόλου του Βόλγα και οργάνωνε δίκτυα πληροφοριών, εκπαίδευε ναύτες στην αναγνώριση και η ίδια περνούσε μεταμφιεσμένη πίσω από τις γραμμές των Λευκών για συλλογή στοιχείων. Από τον Ιούνιο του 1919 ως το 1920 επέστρεψε στο μέτωπο ως Επίτροπος του Στόλου της Βόλγα-Κασπίας και το καλοκαίρι του 1920 ανέλαβε πολιτικό στέλεχος στη Διεύθυνση Πολιτικών Υποθέσεων του Στόλου της Βαλτικής.
Νωρίτερα, όταν ο Λευκός Στρατός και η Τσεχοσλοβακική Λεγεώνα είχαν καταλάβει το Καζάν (το καλοκαίρι του 1918), το ζευγάρι βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των άγριων συγκρούσεων. Η Λαρίσα μάλιστα πραγματοποίησε μια επικίνδυνη κατασκοπευτική αποστολή, μπαίνοντας μεταμφιεσμένη μέσα στην κατεχόμενη πόλη για να συγκεντρώσει πληροφορίες. Σε κάποια στιγμή είχε συλληφθεί, αλλά κατάφερε να αποδράσει.
Μετά την επιστροφή του από την αιχμαλωσία στη Βρετανία,ο Ρασκόλνικωφ ανέλαβε τη διοίκηση του Στόλου της Κασπίας Θάλασσας ως Επίτροπος του Στόλου. Μαζί με την Λαρίσα οργάνωσαν την άμυνα τουΑστραχάν και την κατάληψη του Μπακού, ενώ συμμετείχε μαζί του και στην παράτολμη απόβαση στο Ανζαλί του Ιράν, όπου ο Ρασκόλνικωφ νίκησε τους Βρετανούς. Η Λαρίσα κατέγραψε αυτές τις εμπειρίες σε συγκλονιστικά δημοσιογραφικά χρονικά, τα οποία αργότερα εκδόθηκαν στο βιβλίο της «Το Μέτωπο».
Με το τέλος του Εμφυλίου, ο Ρασκόλνικωφ μπαίνει στο διπλωματικό σώμα και διορίζεται πρεσβευτής στην Καμπούλ του Αφγανιστάν. Η Λαρίσα Ράισνερ τον ακολούθησε στην Καμπούλ ως σύζυγος του πρεσβευτή αλλά και ως διπλωμάτης/δημοσιογράφος, παίζοντας ενεργό ρόλο στις επαφές με την αυλή του Εμίρη Αμανουλάχ Χαν. Μάλιστα, από τις εμπειρίες της εκεί έγραψε το περίφημο βιβλίο της «Αφγανιστάν» (1925).
Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ασχολείται με τη λογοτεχνία και τις κρατικές εκδόσεις, αναλαμβάνοντας μάλιστα τη διεύθυνση του κρατικού εκδοτικού οίκου. Την ίδια περίοδο θα γράψει δύο πολύ αξιόλογα έργα με βάση τα όσα έζησε: το «Η Κροστάνδη και η Πετρούπολη το 1917» (1925) και το «Αναμνήσεις από τις τάξεις του Ναυτικού» / «Ιστορίες του ανθυποπλοιάρχου Ιλίν» (που δημοσιεύθηκε το 1934).

Στο πρώτο βιβλίο που δημοσιεύθηκε, το «Η Κροστάνδη και η Πετρούπολη το 1917», ξεκινά γράφοντας αρχικά για τη Φεβρουαριανή Επανάσταση, την κατάσταση στους δρόμους της Πετρούπολης, στους γύρω στρατώνες και την πτώση του Τσάρου. Έπειτα διηγείται την αποστολή του στην Κροστάνδη, όπου το Κόμμα τον είχε στείλει για να αναλάβει τη σύνταξη της τοπικής μπολσεβίκικης εφημερίδας Golos Pravdy («Φωνή της Αλήθειας»). Σε αυτό το τμήμα περιγράφει με γλαφυρό ύφος την οργάνωση των Μπολσεβίκων και την επαναστατική βία των κόκκινων ναυτών κατά τη διάρκεια της πρόωρης αποτυχημένης εξέγερσης του Ιουλίου («Ιουλιανά»). Στα υπόλοιπα κεφάλαια καταπιάνεται με την επαναστατική πάλη των Μπολσεβίκων από τον Φεβρουάριο έως τις «Θέσεις του Απρίλη» και, τέλος, την «έφοδο στον ουρανό» τον Οκτώβριο.
Στις «Ιστορίες του ανθυποπλοιάρχου Ιλίν», περιγράφει στην πραγματικότητα το επαναστατικό έτος 1918. Αρχικά, αναφέρεται στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Εργαζόμενου και Εκμεταλλευόμενου Λαού» και τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης από τους Μπολσεβίκους, όταν η πλειοψηφία (Μενσεβίκοι και Εσέροι) διαφώνησε με το πρόγραμμα της σοβιετικής εξουσίας. Η Κόκκινη φρουρά των Μπολσεβίκων, που είχε εξαρχής καταλάβει το κτίριο, παρεμβαίνει μέσα στη συνέλευση, φωνάζονται συνθήματα υπέρ της σοβιετικής εξουσίας και τραγουδιέται η «Διεθνής», ενώ απομακρύνονται με τη βία οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι.
Έπειτα, περιγράφει τη συνάντησή του με τον Λένιν τον Ιούνιο του 1918, όταν οι Γερμανοί, εκμεταλλευόμενοι τη Συνθήκη του Μπρεστ–Λιτόφσκ και απαιτούν τελεσιγραφικά την παράδοση όλων των πολεμικών πλοίων του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας από το Νοβοροσίσκ. Ο Λένιν τού εξηγεί ότι η παράδοση του στόλου στον γερμανικό ιμπεριαλισμό θα ήταν απαράδεκτη αλλά πως η μόνη λύση για να μην περάσουν σε γερμανικό έλεγχο ήταν να τα βυθίσουν οι ίδιοι κόκκινοι ναύτες, γι’ αυτό και τον στέλνει εκεί.
Στη συνέχεια του βιβλίου, διηγείται ιστορίες από την απελευθέρωση φυλακισμένων Μπολσεβίκων μέσα από πλωτές φυλακές στον ποταμό Κάμα, τη ναυμαχία και την κατάληψη του Spartak, την αιχμαλωσία του Ρασκόλνικωφ από τους Άγγλους, την εκδίωξη των Βρετανών από το Μπακού και πολλές άλλες περιπέτειες.
Όταν ο Εμφύλιος τελείωσε το 1921, ο Ρασκόλνικωφ διορίστηκε πρεσβευτής στο Αφγανιστάν. Η Λαρίσα πήγε μαζί του στην Καμπούλ, όπου όμως σύντομα χώρισαν. Από το 1930 και μετά, υπηρετεί ως πρεσβευτής σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπως την Εσθονία, τη Δανία και τηΒουλγαρία.
Την περίοδο που η γραφειοκρατία αναδύεται στη Σοβιετική Ένωση, ο Ρασκόλνικωφ —αν και στις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις για το ζήτημα του στρατού τάχθηκε στο πλευρό του Τρότσκι— ήρθε σε σύγκρουση μαζί του στο πεδίο της τέχνης, υποστηρίζοντας την «προλεταριακή τέχνη – το ιδεολογικό πρόπλασματου λεγόμενου σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αρχικά φαίνεται πως συμπαθούσε την Αριστερή Αντιπολίτευση, αν και ο ίδιος, στο περίφημο γράμμα του προς τον Στάλιν (στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια), σημειώνει ότι δεν συντάχθηκε ποτέ με τους τροτσκιστές· θεωρούσε, ωστόσο, τον Τρότσκι επαναστάτη και όχι προδότη. Το 1929, μέλη της Αριστερής Αντιπολίτευσης τον κατήγγειλαν επειδή ευθυγραμμίστηκε με τον Στάλιν. 2Το 1929, ο Τρότσκι, εξόριστος στην Πρίγκηπο, άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Δελτίο της Αντιπολίτευσης». Στα πρώτα τεύχη του 1929 (καθώς και σε επιστολές που διακινούνταν παράνομα μεταξύ των εξόριστων τροτσκιστών στη Σοβιετική Ένωση), κατήγγειλε ανοιχτά όσα πρώην στελέχη της Αντιπολίτευσης ή συνοδοιπόρους (όπως ο Ρασκόλνικωφ, ο Ράντεκ, ο Πρεομπραζένσκι κ.ά.) αποδέχτηκαν τη γραμμή του Στάλιν, υπογράφοντας δηλώσεις μετανοίας για να διατηρήσουν τις κρατικές και διπλωματικές τους θέσεις. Παρόμοια, έγραψε ο Κριστιάν Ρακόφσκι το 1929 στο κείμενο του «Η απάντηση της Ρωσικής Αντιπολίτευσης στους συνθηκολόγους». Παρόλα αυτά, ως παλιός, στενός συνεργάτης του Τρότσκι από τις μέρες του 1917, δεν άργησε να μπει και ο ίδιος στο στόχαστρο της Σταλινικής γραφειοκρατίας.
Κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Εκκαθαρίσεων του Στάλιν (1936–1938), έβλεπε παλιούς συντρόφους του από την Οκτωβριανή Επανάσταση να συλλαμβάνονται, να καταδικάζονται σε εικονικές δίκες και να εκτελούνται. Τον Μάρτιο του 1938, η Μόσχα τον ανακάλεσε πίσω στην ΕΣΣΔ. Καταλαβαίνοντας ότι η επιστροφή σήμαινε βέβαιη σύλληψη και εκτέλεση, ο Ρασκόλνικωφ αρνήθηκε να επιστρέψει τον Απρίλιο του 1938 και κατέφυγε στη Γαλλία.
Στη Γαλλία, όταν ο Στάλιν τον κηρύσσει «εχθρό του λαού», ο Ρασκόλνικωφ απαντά συντάσσοντας την περίφημη «Ανοιχτή Επιστολή στον Στάλιν», κατηγορώντας τον για προδοσία και εγκατάλειψη του Λενινισμού, εξόντωση της ηγεσίας του Κόκκινου Στρατού, πραξικοπηματική ανατροπή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού μέσα στο κόμμα και παραμόρφωση του σοβιετικού συντάγματος.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1939, ο Ρασκόλνικωφ πέθανε στη Νίκαια της Γαλλίας σε ηλικία 47 ετών. Η επίσημη εκδοχή ανέφερε ότι νοσηλευόταν με οξεία πνευμονία και έπεσε από το παράθυρο του νοσοκομείου. Ωστόσο, η επικρατέστερη εκδοχή μεταξύ των ιστορικών είναι ότι δολοφονήθηκε από πράκτορες της NKVD — όπως συνέβη με πολλούς άλλους Σοβιετικούς αντίπαλους του Στάλιν στο εξωτερικό εκείνη την περίοδο, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο γιος του Λέοντα Τρότσκι, Λέον Σεντόφ, ο οποίος εξοντώθηκε στο Παρίσι από το δίκτυο του πράκτορα της NKVD Μάρκ Ζμπορόφσκι.
Το όνομα, η προσωπικότητα και όλα τα έργα του Φιόντορ Ιλίν (Ρασκόλνικωφ) «σβήστηκαν» και απαγορεύτηκαν πλήρως στη Σοβιετική Ένωση για δεκαετίες μετά το 1938, μέχρι την πολιτική του αποκατάσταση το 1963, κατά την περίοδο της αποσταλινοποίησης.
Fanis P.
Πηγές:
Tales of Sub-Lieutenant Ilyin
Kronstadt and Petrograd in 1917 – https://www.marxists.org/archive/raskolnikov/1925/kronstadt-petrograd-1917/index.htm
Υποσημειώσεις
