Βολιβία: Η λαϊκή εξέγερση και η κρίση της αστικής εξουσίας

του Άρη Μαραβά

Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται τις τελευταίες μέρες στη Βολιβία δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια, ούτε απλές κοινωνικές εκρήξεις που προκλήθηκαν από την οικονομική δυσπραγία. Αυτό που διαμορφώνεται στο Ελ Άλτο, στη Λα Πας, στο Ορούρο, στην Κοτσαμπάμπα και σε ολόκληρη τη χώρα είναι η έκφραση μιας βαθιάς ιστορικής αντίφασης: της ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα στις εκμεταλλευόμενες μάζες —εργάτες, αγρότες, ιθαγενείς κοινότητες, εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα των πόλεων— και σε μια παρακμιακή αστική τάξη πραγμάτων που αδυνατεί πια να εξασφαλίσει ακόμη και τους στοιχειώδεις όρους κοινωνικής επιβίωσης.

Η αποτυχία της κυβέρνησης του Ροδρίγο Πας Περέιρα να σπάσει τα μπλόκα στο Ελ Άλτο μέσω κοινής στρατιωτικο-αστυνομικής επιχείρησης αποκαλύπτει κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή τακτική ήττα. Αποκαλύπτει τα όρια της ίδιας της καταστολής όταν έρχεται αντιμέτωπη με έναν λαό που δεν πιστεύει πλέον ούτε στις υποσχέσεις της αστικής δημοκρατίας ούτε στα παραμύθια της νεοφιλελεύθερης «ανάπτυξης».

Το Ελ Άλτο μετατρέπεται ξανά στο κέντρο της λαϊκής αντίστασης στη Βολιβία. Και δεν είναι τυχαίο. Δεν πρόκειται απλώς για μια πόλη δίπλα στη Λα Πας. Είναι η συμπυκνωμένη κοινωνική γεωγραφία της φτώχειας, της εσωτερικής μετανάστευσης, της άτυπης εργασίας, της ιθαγενικής καταπίεσης και της μαχητικής συλλογικής μνήμης. Εκεί οι μάζες είχαν παίξει καθοριστικό ρόλο και στον Πόλεμο του Φυσικού Αερίου το 2003, όταν εργάτες και ιθαγενείς κοινότητες συγκρούστηκαν με το κράτος για το ξεπούλημα των φυσικών πόρων στις πολυεθνικές. Σήμερα η ιστορία μοιάζει να επιστρέφει μέσα από τα οδοφράγματα.

Η οικονομική κρίση και η χρεοκοπία του νεοφιλελευθερισμού

Η σημερινή εξέγερση δεν γεννήθηκε από συνθήματα αλλά από την ίδια την υλική πραγματικότητα. Η Βολιβία βιώνει βαθιά οικονομική αποσύνθεση: έλλειψη καυσίμων, ακρίβεια στα βασικά αγαθά, κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης, ανεργία, επισφαλή εργασία και διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια. Για εκατομμύρια εργάτες και φτωχούς αγρότες η καθημερινότητα έχει γίνει αβάσταχτη.

Το οικογενειακό καλάθι καταπίνει τον μισθό πριν τελειώσει ο μήνας. Ολόκληρα στρώματα επιβιώνουν μέσα από περιστασιακές δουλειές, χωρίς συμβάσεις εργασίας, συντάξεις ή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Η νεολαία βλέπει μπροστά της είτε τη μετανάστευση είτε την ανεργία είτε τη στρατιωτικοποιημένη καταστολή. Οι αγρότες πνίγονται στα χρέη και στη συγκεντροποίηση της γης, ενώ οι ιθαγενείς κοινότητες συνεχίζουν να γνωρίζουν τον ιστορικό ρατσισμό που κληροδότησε η αποικιοκρατία και διατήρησε ο καπιταλισμός.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κυβερνητική προπαγάνδα περί «σταθερότητας» καταρρέει. Η βολιβιανή αστική τάξη —αδύναμη, εξαρτημένη και ιστορικά υποταγμένη στο ξένο κεφάλαιο— δεν διαθέτει κανένα πραγματικά ανεξάρτητο εθνικό σχέδιο. Η ύπαρξή της εξαρτάται από τη μετατροπή της χώρας σε αποθήκη πρώτων υλών για τις διεθνείς αγορές και από τη διαρκή πειθάρχηση της εργασίας μέσω λιτότητας, αστυνομικής βίας και εθνικιστικής δημαγωγίας.

Έτσι το κράτος αποκαλύπτει όλο και πιο ξεκάθαρα τον ταξικό του χαρακτήρα. Πίσω από τη βιτρίνα της «δημοκρατίας» στέκεται ο γυμνός μηχανισμός της αστικής κυριαρχίας: αστυνομία, στρατός, δικαστήρια και μιντιακά μονοπώλια που υπερασπίζονται την ιδιοκτησία και τα κέρδη απέναντι στους φτωχούς.

Το Ελ Άλτο και η επιστροφή των μαζών

Ο λεγόμενος «ανθρωπιστικός διάδρομος με λευκές σημαίες» που ανακοίνωσε η κυβέρνηση ήταν μια κυνική πολιτική απάτη. Πίσω από τα μεγάλα λόγια περί ανθρωπισμού κρυβόταν μια απόπειρα να τσακιστούν στρατιωτικά τα μπλόκα και να λυγίσει το ηθικό του κινήματος.

Όμως απέτυχαν!

Και αυτή η αποτυχία έχει τεράστια πολιτική σημασία. Το κράτος μπόρεσε προσωρινά να ανοίξει δρόμους με μπουλντόζες και τεθωρακισμένα, αλλά δεν κατάφερε να διαλύσει την κοινωνική δύναμη που γεννούσε τα οδοφράγματα. Ξανά και ξανά, οι κάτοικοι επέστρεφαν. Οι δρόμοι που καθάριζαν τα ξημερώματα ξανάκλειναν το μεσημέρι. Τα δακρυγόνα συναντούσαν πέτρες, συλλογική οργάνωση και νέα κατάληψη των δρόμων.

Αυτό επιβεβαιώνει μια θεμελιώδη αλήθεια που γνωρίζει κάθε επαναστατική μαρξιστική παράδοση: η καταστολή μπορεί να διαλύσει προσωρινά ένα πλήθος, αλλά δεν μπορεί να λύσει τις κοινωνικές αντιφάσεις που γεννούν την εξέγερση. Οι άνθρωποι του Ελ Άλτο δεν αγωνίζονται επειδή τους «υποκινούν ταραχοποιοί», όπως ουρλιάζουν τα αστικά μέσα ενημέρωσης. Αγωνίζονται επειδή η ίδια η ζωή έχει γίνει αφόρητη. Η πείνα ριζοσπαστικοποιεί πιο γρήγορα από οποιοδήποτε φυλλάδιο. Η εξαθλίωση μορφώνει βίαια.

Η συμμετοχή μεταλλωρύχων, εργατών εργοστασίων, δασκάλων, αγροτών, οδηγών μεταφορών, μικροπωλητών και ιθαγενικών οργανώσεων δείχνει ότι το κίνημα περιέχει το έμβρυο μιας ευρύτερης ταξικής συμμαχίας ικανής να παραλύσει τη χώρα. Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία των μεταλλωρύχων και τμημάτων της COB. Οι βολιβιανοί μεταλλωρύχοι υπήρξαν ιστορικά ένα από τα πιο μαχητικά και πολιτικοποιημένα τμήματα του λατινοαμερικανικού προλεταριάτου.

Η ιθαγενική καταπίεση και το αποικιακό ζήτημα

Η ριζοσπαστικότητα που αναδύεται από τις ιθαγενικές και αγροτικές κοινότητες δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από την αποικιακή ιστορία της Βολιβίας. Για περισσότερους από πέντε αιώνες, η πλειοψηφία των γηγενών υπέστη απαλλοτρίωση, ρατσισμό, καταναγκαστική εργασία, κλοπή γης, πολιτισμική ταπείνωση και πολιτικό αποκλεισμό. Ο καπιταλιστικός «εκσυγχρονισμός» δεν κατήργησε αυτές τις σχέσεις· απλώς τις αναδιοργάνωσε με νέες μορφές.

Οι ολιγαρχίες της ανατολικής Βολιβίας —ιδιαίτερα τα αγροτοβιομηχανικά συμφέροντα της Σάντα Κρους— εξακολουθούν να αποτελούν ένα μπλοκ γαιοκτημόνων, εξαγωγέων και χρηματοπιστωτικών κύκλων βαθιά εχθρικών απέναντι στην κινητοποίηση των γηγενών και στην εργατική οργάνωση. Το όραμά τους είναι ένας αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός μεταμφιεσμένος σε «πρόοδο».

Η εξέγερση στο Ελ Άλτο έχει επομένως και ταξικό και εθνικό χαρακτήρα. Είναι ταυτόχρονα εξέγερση της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο και εξέγερση των καταπιεσμένων ιθαγενικών μαζών απέναντι στα αποικιακά απομεινάρια που επιβιώνουν μέσα στο ίδιο το βολιβιανό κράτος.

Η κρίση της ηγεσίας

Ωστόσο, παρά τη μαχητικότητά του, το κίνημα αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο πρόβλημα: το ζήτημα της επαναστατικής ηγεσίας. Ο αυθόρμητος ηρωισμός των μαζών από μόνος του δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τη νίκη. Η ιστορία έχει δείξει πολλές φορές ότι οι εξεγέρσεις χωρίς σαφή πολιτικό προσανατολισμό μπορούν να εξαντληθούν, να εκτραπούν ή να συντριβούν.

Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες ταλαντεύονται ανάμεσα στη μαχητική ρητορική και στις διαπραγματεύσεις με το κράτος. Οι ρεφορμιστικές δυνάμεις προσπαθούν να περιορίσουν τον αγώνα σε αιτήματα κυβερνητικών αλλαγών ή παραίτησης του προέδρου, αφήνοντας ανέγγιχτη την ίδια την καπιταλιστική δομή εξουσίας. Όμως η κρίση δεν είναι απλώς κρίση ενός προέδρου. Είναι κρίση ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος.

Ο αγώνας πρέπει να ξεπεράσει τα όρια της αμυντικής διαμαρτυρίας και να προχωρήσει προς την ανεξάρτητη πολιτική οργάνωση εργατών, αγροτών και κοινοτήτων γηγενών. Το βασικό ερώτημα είναι απλό: ποιος κυβερνά την κοινωνία και προς όφελος ποιου;

Προς μια κυβέρνηση εργατών και αγροτών

Το θάρρος που δείχνουν οι άνθρωποι του Ελ Άλτο αποδεικνύει ότι οι καταπιεσμένοι δεν είναι παθητικά θύματα. Ακόμη και απέναντι σε τεθωρακισμένα, δακρυγόνα, συλλήψεις και σφαίρες, επιστρέφουν ξανά στους δρόμους.

Πίσω από κάθε οδόφραγμα βρίσκονται μανάδες που παλεύουν να ταΐσουν τα παιδιά τους, μεταλλωρύχοι με σώματα τσακισμένα από τα ορυχεία, δάσκαλοι με μισθούς πείνας, ιθαγενείς αγρότες που υπερασπίζονται τη γη και την αξιοπρέπειά τους, άνεργοι νέοι χωρίς μέλλον. Η εξέγερση είναι βαθιά ανθρώπινη πριν γίνει ιδεολογική.

Όμως ο ηρωισμός πρέπει να μετατραπεί σε οργάνωση.

Το στρατηγικό καθήκον που θέτουν τα γεγονότα είναι η οικοδόμηση οργάνων εργατικής, αγροτικής και ιθαγενικής εξουσίας ανεξάρτητων από το αστικό κράτος: συνελεύσεις, επιτροπές αγώνα, λαϊκά συμβούλια, επιτροπές αυτοάμυνας και μαχητικά συνδικάτα συντονισμένα σε εθνικό επίπεδο – και ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. Μόνο έτσι ο αγώνας μπορεί να περάσει από την αντίσταση στην εξουσία.

Η βολιβιανή ολιγαρχία προσφέρει μόνο καταστολή, λιτότητα και βαθύτερη εξάρτηση. Οι μάζες ζητούν ψωμί, αξιοπρέπεια, γη, δουλειά και ζωή χωρίς ταπείνωση.

Και αυτά τα αιτήματα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα στα όρια του καπιταλισμού – σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Γι’ αυτό και ο αγώνας που εξελίσσεται σήμερα στη Βολιβία θέτει ξανά, με οξύ και ιστορικό τρόπο, το μεγάλο ερώτημα ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής: θα συνεχίσουν να κυβερνούν οι τραπεζίτες, οι ολιγάρχες και τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα ή οι ίδιοι οι εργάτες, οι αγρότες και οι μάζες γηγενών που παράγουν όλο τον κοινωνικό πλούτο;