
του Γιάννη Αγγέλη
Αυτήν τη φορά δεν πρόκειται για τα τρακτέρ της Θεσσαλίας ή του Έβρου. Πάνω από χίλια τρακτέρ με πολλές και διαφορετικού χρώματος σημαίες “πνίξανε” τις Βρυξέλλες, εν όψει της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ. Όπως έχουν “πνίξει” εδώ και μέρες το Παρίσι και πολλές από τις μεγάλες πόλεις της Κεντρικής Ευρώπης.
Αυτήν την φορά φαίνεται να είναι διαφορετικό. Τα τρακτέρ βγήκαν από τα χωράφια και κατέβηκαν στους δρόμους, σχεδόν «συντονισμένα» σ’ ολόκληρη την Ε.Ε.
Και ένα από τα συνθήματά τους ήταν «λεφτά για τους αγρότες και όχι στον Ζελένσκι…».
Ο Μακρόν έχει ανησυχήσει σφόδρα, το ίδιο και το Βερολίνο, ενώ ο Μητσοτάκης επιχείρησε να βγάλει από το συρτάρι ό,τι «μέτρα» και υποσχέσεις έχουν χρησιμοποιηθεί και παλιότερα για να γυρίσουν τα τρακτέρ στα χωράφια.
Αυτό όμως κατά πως φαίνεται, ακόμα και αν εξασφαλίσει -που δεν φαίνεται πώς μπορεί- κάποια προσωρινή «ανάπαυλα» δεν είναι σε θέση να απαντήσει αυτήν τη φορά στο ισχυρό «κίνητρο» των αγροτών.
Οι λόγοι είναι πολλοί και πολύ σημαντικοί.
Και ενδεχομένως πολύ λίγο αντιληπτοί ακόμα, για τους ανθρώπους της… πόλης, παρά το γεγονός ότι αυτήν τη φορά, αφορούν την καθημερινή τους/μας επιβίωση, πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε.
Να τα πάρουμε με την σειρά.
Κλιματική αλλαγή και θεομηνίες όλων των ειδών, από πλημμύρες και ξηρασίες μέχρι εκτός τόπου και χρόνου αλλαγές θερμοκρασίας, έχουν αποσαθρώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ικανότητα του αγροτικού παραγωγικού πληθυσμού να αντιμετωπίσει τις συνέπειες.
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ταυτόχρονα με τις υλικές ζημιές από τις θεομηνίες όλων των ειδών (πλημμύρες χιονιάδες, ξηρασίες, πυρκαγιές κ.λπ.), ο καλλιεργητής ή ο ζωοτρόφος, έχει να αντιμετωπίσει την αλλαγή συμπεριφοράς της φύσης σε σχέση με το πότε ο ίδιος «ήξερε» ότι πρέπει να σπείρει, να ποτίσει, ή να ενισχύσει με λίπασμα και πόσο, τη γη του, ή, ακόμα χειρότερα, πότε χρειάζεται και πότε όχι, να την προστατέψει από ζιζάνια και αρρώστιες για τις οποίες δεν είχε να ανησυχεί πριν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Το δεύτερο σημαντικό είναι για ποιόν καλλιεργητή/κτηνοτρόφο μιλάμε; Την παλιά γνώριμη αγροτική οικογένεια, τον μικρομεσαίο και κάπως επιχειρηματία γεωργό, την μεγάλη γεωργική εκμετάλλευση, τον κλασσικό μικρομεσαίο κτηνοτρόφο ή την μεγάλη κτηνοτροφική παραγωγή μονάδα;
Οι γνώσεις που απαιτεί η νέα κατάσταση καλλιέργειας είναι αφ’ ενός διαφορετικές και αφ’ ετέρου πολύ περισσότερες, καθώς η συνεργασία με τον γεωπόνο ή τις συμβουλευτικές εταιρείες που έχουν αρχίσει να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και να εδραιώνονται στις μεγάλες γεωργικές περιοχές, έχουν αλλάξει ραγδαία τα τελευταία χρόνια και δεν είναι πλέον διασφαλισμένη σε επάρκεια.

Μέσα σ’ όλα και οι… Βρυξέλλες
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον που έχει αρχίσει «να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα» στις καλλιέργειες, κατά πως λένε στα χωριά μας, έρχεται και η Ε.Ε. να αλλάξει την ΚΑΠ και το σύστημα επιδοτήσεων σε ένα πλειοψηφικά μη ενημερωμένο έγκαιρα κοινό στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή.
Για πολλές οικογένειες που ασχολούνται ακόμα σαν τέτοιες στις αγροτικές περιφέρειες της χώρας, αυτό, στις συγκεκριμένες συνθήκες, ισοδυναμεί με δραστική απώλεια του σταθερού μέχρι σήμερα τμήματος του εισοδήματος. Μια απώλεια τέτοια που να βάζει στο τραπέζι το βασικό ερώτημα αν θα συνεχίσουν την καλλιέργεια της γης.
Και αυτό αφορά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς στην τηλεόραση.
Γιατί; Γιατί απλά αυτό δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει πλέον την επιβίωσή τους στον τόπο τής μέχρι σήμερα δουλειάς τους.
Μέχρι στιγμής στο παζλ αυτό των προβλημάτων που έχουν οδηγήσει τους αγρότες να βγάλουν τα τρακτέρ στους δρόμους στην Ελλάδα και στην Ε.Ε., δεν έχουμε συνυπολογίσει ότι το κόστος των αναλώσιμων υλικών παραγωγής από τους σπόρους, τα καύσιμα, τα λιπάσματα, τα φάρμακα και τις επισκευές των γεωργικών μηχανημάτων που έχουν αγορασθεί με δάνεια που ξαφνικά ακρίβυναν λόγω επιτοκίων, έχει εκτιναχθεί σε πρωτοφανή ύψη.
Αυτό συμβαίνει ήδη μέσα σε ένα περιβάλλον πληθωρισμού, κρίσης και αβεβαιότητας που κανείς γεωργός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνος του.
Αν προσθέσει κανείς και την πραγματική έλλειψη εργατών γης που επιδεινώθηκε από τις αντιδραστικές κοινοτικές/κυβερνητικές πολιτικές για το προσφυγικό, έχει μια πιο σαφή εικόνα γιατί το τρακτέρ δεν μπορεί πλέον να μπει στο χωράφι…
Για να μη ξεχνάμε βέβαια τις τράπεζες, στις οποίες μπορούσε (;) ο καλλιεργητής να καταφύγει για δάνεια με «εγγύηση» την παραγωγή του και τις κοινοτικές επιδοτήσεις, οι οποίες δεν είναι πλέον πρόθυμες να «δανείσουν».
Γιατί; Γιατί γνωρίζουν ότι ούτε η εν δυνάμει παραγωγή του γεωργού είναι δεδομένη, ούτε πολύ περισσότερο οι γνώριμες επιδοτήσεις.
Χονδρικά, οι επιδοτήσεις έχουν μειωθεί κατά 230 περίπου εκατ. ευρώ. Και καταλαβαίνει κανείς ότι οι μικροί και μεσαίοι καλλιεργητές «τεχνικά» έχουν τις λιγότερες δυνατότητες να εξασφαλίσουν τις νέες επιδοτήσεις οι οποίες πέρα από το ότι έχουν μπει άλλες προϋποθέσεις για χρήση φαρμάκων – λιπασμάτων κ.λπ. συνοδεύονται από μία επίσης νέα τεχνοκρατική γραφειοκρατία που αν ο αγρότης δεν μπορεί ή δεν θέλει να την «αγοράσει» από τους «συμβούλους» της περιοχής μένει απ’ έξω.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις νέες προϋποθέσεις για τις αποζημιώσεις μετά από τις ζημίες, με αποτέλεσμα οι αποζημιώσεις είτε να καθυστερούν είτε να «ακυρώνονται» οι φάκελοι των αιτημάτων λόγω ανεπάρκειας στοιχείων… Για παράδειγμα στην Θεσσαλία έχουν σχηματισθεί 34 χιλιάδες φάκελοι και μόλις το 14% έχει αρχίσει να πληρώνεται λόγω «ανεπαρκειών» στους φακέλους.
Λιγότερα και ακριβότερα
Σ’ αυτό το περιβάλλον γίνεται φανερό ότι η καλλιέργεια γίνεται δυσκολότερη και ακριβότερη, ακόμα και πριν συνυπολογίσει κανείς τις συνέπειες της κάθε είδους θεομηνίας (πλημμύρα, ξηρασία, κ.λπ), με άμεσο αποτέλεσμα την άνοδο του κόστους παραγωγής για μία μικρότερη παραγωγή.
Αν σ’ αυτή την δύσκολη εκκίνηση της διαδρομής του παραγόμενου ακριβότερου λόγω κόστους και λιγότερου σε ποσότητα λόγω δυσκολιών, τελικού γεωργικού προϊόντος προσθέσει κανείς την συνακόλουθη και ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία τού περιβόητου «μεσάζοντα» ή αλλιώς χονδρέμπορα, δεν είναι να απορούμε γιατί η τιμή των φρέσκων τροφίμων φυτικών και ζωικών καταλήγουν να είναι τόσο ακριβά στο ράφι.
Αυτό βέβαια δεν αφορά μόνο τον γεωργό.
Αφορά πρώτα απ’ όλους τον εργαζόμενο που πρέπει να μπει και να βγει από το Σούπερ Μάρκετ με τρόφιμα που να εξασφαλίζουν την επιβίωσή του για τον μήνα.
Αυτόν που μέχρι πριν λίγο καιρό όταν δεν εύρισκε σε καλή τιμή το ντόπιο λαχανικό ή το φρούτο ή το κρέας, αναγκαζόταν, αλλά μπορούσε, να στραφεί στο διπλανό «ράφι» που περίμενε το φθηνότερο εισαγόμενο.
Όμως και αυτό το «ράφι» πλέον δεν είναι φθηνότερο, ή ακόμα χειρότερα είναι…άδειο.
Γιατί; Γιατί οι «ελεύθερες» θαλάσσιες διαδρομές του εμπορίου μέσω των οποίων διακινείται το 90% του παγκόσμιου εμπορίου, μαζί και των φρέσκων τροφίμων δεν είναι πλέον τόσο «ελεύθερες».
Ένα μικρό δείγμα αυτής της ανατροπής το είχαμε στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 με την διακοπή της λειτουργίας της διώρυγας του Σουέζ με τον πόλεμο.
Το 2020 το είχαμε σε τεράστια κλίμακα με την πανδημία και το 2023-24 το έχουμε και πάλι με τον πόλεμο γενοκτονίας των Παλαιστινίων στη Μέση Ανατολή, που μετά το απαγορευτικό πλεύσης στην Ερυθρά Θάλασσα, τώρα επεκτείνεται και στην προβληματική ναυσιπλοΐα στον Ινδικό Ωκεανό, σε μία από τις πυκνότερες «γραμμές» στις διεθνείς θάλασσες.
Αυτά τα «ολίγα» θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν με την λέξη «κίνητρο» πίσω από τις κινητοποιήσεις των αγροτών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Και τα αίτια πίσω από αυτό το «κίνητρο» ανεξάρτητα από το αν έχουν συνείδηση οι ίδιοι οι αγρότες ή όχι, δεν μπορούν να απαντηθούν από τους 27 στις Βρυξέλλες και πολύ περισσότερο από τον Μητσοτάκη στην Αθήνα.
Γιατί το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι πολιτικοί διαχειριστές του δεν έχουν και δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο σύνθημα που ακούστηκε στις Βρυξέλλες «λεφτά για τους αγρότες κι όχι για τον Ζελένσκι»…
Πολύ περισσότερο όμως πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό δεν αφορά μόνο τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους αλλά και όλους εμάς. Μας αφορά κάθε μέρα που πρέπει να κάτσουμε μπροστά σε ένα τραπέζι και ένα πιάτο φαγητό!
