ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ , ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

του Γκαμπριέλ Σολάνο, En Defensa del marxismo 42, Σεπτέμβριος 2014

[10.000 άτομα παρακολούθησαν τις διαδικασίες του συνεδρίου του εργατικού κινήματος και της αριστεράς, που πραγματοποιήθηκε στο Mπουένος Άιρες το Σαββατοκύριακο 8 – 9 Nοέμβρη.
Aυτό το πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό εγχείρημα ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Partido Obrero (ιδρυτικού μέλους της CRFI – Συντονιστικής για την Eπανίδρυση της Tέταρτης Διεθνούς, διεθνούς οργάνωσης στην οποία μετέχει και το EEK από την Eλλάδα). Tο πολιτικό σκεπτικό για την οργάνωση αυτού του εγχειρήματος αναλύεται στο άρθρο του Γκαμπριέλ Σολάνο που ακολουθεί.]

Το 22o Συνέδριο του Εργατικού Κόμματος [Partido Obrero – PO], που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο, συνέθεσε όλες τις συζητήσεις και τα πολιτικά συμπεράσματά του σε ένα κεντρικό ψήφισμα στρατηγικού στόχου: την προώθηση μιας εκστρατείας για ένα Συνέδριο του εργατικού κινήματος και της αριστεράς. Ο στόχος που θέτουμε για τον εαυτό μας είναι να εμβαθύνουμε μια διαδικασία πολιτικής οικοδόμησης, που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και που όχι μόνο εκδηλώθηκε με τις 1.300.000 ψήφους για το Μέτωπο της Αριστεράς [Frente de Izquierda y de los Trabajadores – FIT] στις εκλογές του 2013 και την επακόλουθη νίκη του PO στη Σάλτα κατά των διάφορων φραξιών του περονισμού, αλλά και με τον αυξανόμενο ηγετικό ρόλο της αριστεράς στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία. Ο ηγετικός αυτός ρόλος προηγείται κατά κάποιο τρόπο της εκλογικής ανάπτυξης του FIT, αλλά, σίγουρα, έχει υπηρετήσει την ενίσχυση της έκτασης και του βάθους του. Το Συνέδριο του PO θεώρησε ότι η ανάπτυξη αυτή της αριστεράς περιλαμβάνει μια ευρύτερη πολιτική μετάβαση, που καθορίζεται από μια οικονομική πτώχευση και την αναπόφευκτη συρρίκνωση του αστικού εθνικιστικού κινήματος που καταλάμβανε την κεντρική θέση στην αργεντίνικη πολιτική των τελευταίων 70 χρόνων: του περονισμού.
Οι συστηματικές επιθέσεις κυβερνητικών κομμάτων κατά του FIT για τη συμμετοχή των μελών και των βουλευτών του στους τρέχοντες μεγάλους εργατικούς αγώνες, χρησιμεύουν για να επιβεβαιώσουν ότι οι ταξικοί μας εχθροί, ιδιαίτερα οι “εθνικοί και λαϊκοί” που θέλουν να διατηρήσουν για τους εαυτούς τους το δικαίωμα να αποτελούν την έκφραση των λαϊκών κινημάτων, προειδοποιούν για τη φύση τής εν εξελίξει διαδικασίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μια τάση συγχώνευσης του εργατικού κινήματος με την αριστερά. Προκύπτει, ως εκ τούτου, η επείγουσα ανάγκη για όλες εκείνες τις πολιτικές πρωτοβουλίες που θα στοχεύσουν να αναπτύξουν συστηματικά αυτή τη διαδικασία.
Δεδομένου ότι διακυβεύεται η ανάπτυξη των ανοιχτών προοπτικών του FIT και των αγώνων των εργαζομένων ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση, η πρόταση να συγκληθεί Συνέδριο του εργατικού κινήματος και της αριστεράς απευθύνεται σε πολιτικές οργανώσεις, είτε ανήκουν στο FIT είτε όχι, και σε όλους τους αγωνιστές του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Σε όλους αυτούς προτείνεται να το πραγματοποιήσουμε από κοινού. Το εύρος της πρόσκλησης συνοδεύεται από μια σαφή στρατηγική: να αναπτυχθεί, μέσα από το πρόγραμμα και την αγωνιστική δράση, η πολιτική ανεξαρτησία των εργατών και οι συνθήκες για μια εργατική κυβέρνηση.
Πρόκειται για μια δράση αρχών που μπόρεσε να αντέξει τη δοκιμασία της πραγματικότητας. Ενώ η “πλουραλιστική” αριστερά, βάσισε την πολιτική της σε μια συμμαχία με την κεντροαριστερά –τώρα σε διαδικασία έντονης αποσύνθεσης–, το FIT, με ένα πρόγραμμα ταξικής ανεξαρτησίας και υπέρ μιας εργατικής κυβέρνησης, έχει μετατραπεί σε μια δύναμη σύγκλισης. Το πισωγύρισμα από ‘κεί για χάρη μιας συμμαχίας με τα ξόανα της κεντροαριστεράς θα ήταν θανατηφόρο και λικβινταριστικό, ομοίως περιορίζοντας τη δράση της αριστεράς στο επίπεδο των συνδικάτων ακριβώς τη στιγμή που, χάρη στο FIT, έχει ξεπεράσει την πολιτική περιθωριοποίησή της. Όπως έχουμε πει επανειλημμένα, και στην Plaza de Mayo, στην εκδήλωση για την Πρωτομαγιά, η ταξική πάλη παίρνει τις πραγματικές της διαστάσεις όταν μετατρέπεται σε πολιτικό αγώνα ενάντια στο Κράτος, την κυβέρνηση και τα καπιταλιστικά κόμματα.

Καπιταλιστική χρεοκοπία

Αυτή η πολιτική ανάπτυξη της αριστεράς δεν πραγματοποιείται στο κενό. Συμπίπτει με μια γενικότερη οικονομική κατάρρευση που έχει πολλαπλές εκδηλώσεις. Η προσωρινή παύση της παραγωγής έχει αυξηθεί, επηρεάζοντας όλους τους κλάδους της βιομηχανίας, του εμπορίου και των κατασκευών.
Το μόνο που την έχει γλιτώσει είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο αυξάνει τα κέρδη του, δρώντας ως δανειστής του κράτους, γεγονός θανατηφόρο για ένα μοντέλο που περνιέται για “παραγωγικό”. Υπάρχει μια απότομη μείωση της κατανάλωσης ως αποτέλεσμα της απώλειας της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, καθώς και της υπερχρέωσης των οικογενειών – πράγμα που δείχνει, παρεμπιπτόντως, ότι στο προηγούμενο στάδιο, η αύξηση των πωλήσεων οφειλόταν στην καταναλωτική πίστη και δεν ήταν το αποτέλεσμα της αύξησης της αγοραστικής δύναμης των μισθών. Το δημοσιονομικό έλλειμμα –προϊόν της πληρωμής του εξωτερικού χρέους και των τεράστιων επιδοτήσεων που είναι τελικά προς όφελος των καπιταλιστών– αυξάνεται με ιλιγγιώδη ρυθμό και απειλεί να χρεοκοπήσει το εθνικό Κράτος, αλλά και τις επαρχίες και τους δήμους που έχουν χρέη δεμένα με το δολάριο, καθώς τα εισοδήματά τους πέφτουν ως αποτέλεσμα της γενικής οικονομικής ύφεσης. Ο πληθωρισμός συνεχίζει την ανοδική του τάση, παρά την ύφεση και τη μείωση της κατανάλωσης – σύμπτωμα της εκρηκτικότητας που φωλιάζει στις οικονομικές ανισορροπίες που έχουν συσσωρευτεί. Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την έλλειψη χρηματοδότησης, τόσο από το Κράτος όσο και από την καπιταλιστική τάξη. Η Αργεντινή, για άλλη μια φορά, περνάει μια νέα κρίση χρέους, που στην περίπτωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι το συνολικό ποσό ξεπερνάει κατά το διπλάσιο το ποσό του 2005, όταν πραγματοποιήθηκε η αναδιάρθρωση των ανεξόφλητων ομολόγων [bonos en defol]. Τα 250 δις του τρέχοντος χρέους το καθιστούν το μεγαλύτερο της διακοσαετίας μας, αλλά θα μπορούσαν ακόμα και να αυξηθούν πέρα από τα 300 δις δολαρίων που αντιπροσωπεύει το χρέος της Κεντρικής Τράπεζα με τις ιδιωτικές τράπεζες και τα χρέη των επαρχιακών Κυβερνήσεων, καθώς και το παθητικό που έχει συσσωρεύσει η Anses (Σ.τ.M.: Εθνική Διοίκηση Κοινωνικής Ασφάλισης) με τους συνταξιούχους.
Τα μέτρα που έλαβε ο [Υπουργός Οικονομικών] Κισίλοφ δεν έχουν κάνει τίποτα περισσότερο από το να επιδεινώσουν την κρίση. Η υποτίμηση του Ιανουαρίου [2014] έχει αυξήσει με τρόπο αξιοσημείωτο τις οικονομικές αντιφάσεις. Έχει αυξήσει το κόστος των εισαγωγών ενέργειας, την καταβολή των οφειλών που εκφράζονται σε δολάρια ή συνδέονται με την προσφορά τους και έχει επιτείνει έναν πληθωρισμό που ήδη υπερέβαινε κατά πολύ το 20% ετησίως. Ακόμα κι έτσι, έχει αποτύχει να τονώσει τις εξαγωγές, οι οποίες βρίσκονται σε ύφεση, και αποκάλυψε όπως ποτέ άλλοτε την παρασιτική φύση της “εκβιομηχάνισης Κ”, η οποία συρρικνώνεται στη συγκέντρωση εισαγόμενων συναλλαγμάτων. Τώρα που λείπουν τα δολάρια που θα εγγυηθούν αυτές τις εισαγωγές, επιδεινώνεται η επικρατούσα τάση ύφεσης. Η αποτυχία της υποτίμησης του Ιανουαρίου εκφράζεται πλέον στην παγίδα μιας νέας υποτίμησης, αλλά μεγαλύτερης εμβέλειας, από την πλευρά της συντριπτικής πλειοψηφίας των καπιταλιστικών ομίλων. Αν η κυβέρνηση επιμείνει να ακολουθεί αυτήν την κατεύθυνση θα μπορούσε να επαναληφθεί μια συναλλαγματική και οικονομική  corrida τρέξιμο?. Εκείνοι που αρνούνταν το γεγονός πως επρόκειτο να παρακολουθήσουμε μια κλασική διαδικασία “Ροντριγκάσο” (Σ.τ.M.: Μέτρα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν στην Αργεντινή το 1975 από την πρόεδρο Ισαμπέλ Περόν, και που με την πτώση της αγοραστικής δύναμης του μισθού και τον πληθωρισμό που προκάλεσαν, οδήγησαν τη χώρα στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1976. Από το όνομα του τότε Υπουργού Οικονομικών, Σελεστίνο Ροντρίγκο.) πρέπει τώρα να παραδοθούν στην πραγματικότητα.
Η ανάλυση της κρίσης δεν θα πρέπει να συρρικνωθεί μόνο στην περιγραφή των συστατικών στοιχείων της, αλλά θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από την άποψη της ταξικής οπτικής. Με τον τρόπο αυτό, καθίσταται προφανές ότι η κρίση έχει στρατηγική σημασία, διότι εκφράζει την αποτυχία της καπιταλιστικής ανοικοδόμησης της χώρας πάνω στις παλιές κοινωνικές βάσεις. Είναι, ως εκ τούτου, η αποτυχία του εθνικισμού αστικού περιεχομένου, που η Κίρχνερ προσπάθησε να ενσαρκώσει μετά την πανωλεθρία του 2001-2002. Ο εθνικισμός έχει αφήσει ένα ισοζύγιο επισφάλειας και φτώχειας που αγγίζει περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού –δηλαδή, το μισό του συνόλου των εργαζομένων–, χαμηλούς μισθούς –ρυθμισμένους στις υπερωρίες και τα παραγωγικά μπόνους- και συντάξεις μιζέριας. Ο εθνικισμός υπήρξε όργανο της υπερ-εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού, της μεγαλύτερης εγχώριας παράδοσης, της απεθνικοποίησης της βιομηχανίας και της γεωργίας, και της “πρωτογενοποίησης” [primarización] της οικονομίας.

Κιρχνερισμός και περονισμός

Υπάρχει, πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, μια άμεση σχέση μεταξύ της οικονομικής κατάρρευσης και της κιρχνερικής τελμάτωσης, είτε ως κυβέρνησης ή ως πολιτικού κινήματος. Είναι ένα βασικό στοιχείο που πρέπει να επισημανθεί, καθώς ο κιρχνερισμός υπήρξε το όργανο της καπιταλιστικής τάξης προκειμένου να εδραιώσει εκ νέου την πολιτική εξουσία του Κράτους μετά την εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2001. Γι’ αυτό στράφηκε προς τολμηρές πολιτικές, που περιελάμβαναν την συνεργασία τομέων του λαϊκού κινήματος και μια ύπουλη παρενδυσία, για να επινοήσει εκ νέου όσους ήταν μενεμιστές [Mένεμ, πρώην πρόεδρος της Aργεντινής] ή υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων κατά τη δεκαετία του ’90 ως “παιδιά των Μητέρων της Plaza de Mayo” και κληρονόμοι “της ένδοξης Περονικής Νεολαίας [JP]”. Ο στόχος αυτής της “αφήγησης” ήταν να εμποδίσει την ανάπτυξη της αριστεράς, η οποία είχε βρεθεί στο προσκήνιο και προβαλλόταν πολιτικά μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης της Συμμαχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο προσανατολισμός συνυπήρξε με μια ισχυρή συμφωνία με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία προκειμένου να ενισχυθεί η κρατικοποίηση των συνδικάτων και να καταπνιγεί κάθε αύξηση των αγωνιστικών δυνάμεων. Ο αστικός εθνικισμός έχει ως συστατικό κανόνα την κρατικοποίηση των εργατικών οργανώσεων. Αυτό ισχύει σε τέτοιο βαθμό ώστε ο εθνικισμός να χρησιμοποιεί τις επιμέρους κρίσεις του διεθνούς κεφαλαίου για να ενισχύσει την κρατικοποίηση των συνδικάτων, ζητώντας από τους εργαζόμενους την άνευ όρων στήριξη της πολιτικής τους.
Ο κιρχνερισμός ήταν, πάνω απ’ όλα, μια αυτοσχέδια απάντηση στην κρίση. Δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την σύνθεση μιας “αφήγησης”, της οποίας η αποδοχή αποτελεί αδικαιολόγητη παραχώρηση. Είναι που ο κιρχνερισμός έκανε το ντεμπούτο του ωθώντας στο σχηματισμό δύο πολιτικών συνασπισμών στη χώρα, ένα κεντροαριστερό και ένα κέντροδεξιό, διεκδικώντας για τον εαυτό του την ιδιότητα του μέλους του πρώτου. Τότε εγκατέλειψε αυτήν την επιδίωξη προκειμένου να συνάψει μια “πλουραλιστική συμφωνία” με μια πτέρυγα της [σοσιαλδημοκρατικής] UCR [Ριζοσπαστική Ένωση Πολιτών], για την οποία παραχώρησε τη θέση του αντιπροέδρου στον Julio Cobos. Όταν το σοκ του γεωργικού κεφαλαίου το 2008 δυναμίτισε τη συμμαχία, ο κιρχνερισμός επέστρεψε στο [περονικό] PJ (Partido Justicialista) και ο Νέστορ Κίρχνερ έγινε πρόεδρος του κόμματος. Από το PJ ωστόσο, η Κριστίνα Κίρχνερ έφτιαξε τον συνασπισμό “Ενωμένοι και Οργανωμένοι” [Unidos y Organizados], βάση του οποίου είναι η κιρχνερική νεολαία “La Cámpora” και τα σχετικά κοινωνικά κινήματα.
Με τον “καμπορισμό”, ο κιρχνερισμός προσπάθησε να ανανεώσει το ενδιαφέρον των μαζών στον περονισμό και να εμποδίσει την άνοδο της αριστεράς. Η ιστορική αναλογία εντοπίζεται πίσω στη δεκαετία του ‘70, όταν ο Περόν προώθησε την ανάπτυξη της Περονκής Νεολαίας και των Μοντονέρος (Σ.τ.M.: ένοπλο περονικό αντάρτικο πόλης που αργότερα διαλύθηκε από τον ίδιο τον Περόν κατά την περίοδο του Βρώμικου Πολέμου) για να εμποδίσει την επαναστατική άνοδο που άνοιξε το κορντομπάσο (Σ.τ.M: φοιτητική και εργατική εξέγερση κατά της δικτατορίας του Ονγκανία το 1969). Αλλά αν αυτή η προσπάθεια απέτυχε και οδήγησε τελικά στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου του 1976, η τρέχουσα δεν είχε ποτέ καμμία ελπίδα επιτυχίας. Τα τελευταία σαράντα χρόνια επιδείνωσαν την αποσύνθεση του περονισμού, που έδωσε ζωή στην Triple A (Σ.τ.M: Αργεντίνικη Αντικομμουνιστική Συμμαχία, ακροδεξιά ομάδα θανάτου της δεκαετίας του ‘70) τη συνεργασία με τη δικτατορία του και τον μενεμισμό της ιδιωτικοποίησης. Ο ίδιος ο κιρχνερισμός κυβέρνησε στηριζόμενος στον παλιό περονικό μηχανισμό που εξακολουθεί να κυριαρχεί στις επαρχίες και τους δήμους του Μπουένος Άιρες. Όλοι οι Scioli, οι Insfrán, οι Curto και οι Ishii ήταν η πραγματική βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο “καμπορισμός”. Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας ήταν αυτονόητη.
Η αποσύνθεση του κιρχνερισμού αποκαλύπτει την ανικανότητά του να συνθέσει μια πολιτική διαδοχή. Όλοι οι υποψήφιοι που έχουν κάποιες δυνατότητες, στα πλαίσια του επίσημου “θίασου”, δεν αποτελουν μέρος του κιρχνερικού τόξου. Αυτό ισχύει και για τον Scioli, αλλά και για τους Randazzo, Dominguez, Urtubey και σια. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κιρχνερισμός είναι διχασμένος μεταξύ της υποστήριξης ενός υποψηφίου που αντιπροσωπεύει μια επιστροφή σε μια περονική κυβέρνηση ή να προχωρήσει με μια κριτική λίστα. Οι τομέας των εργαζομένων που τείνει να ακολουθεί τον αστικό εθνικισμό μένει χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση.
Σε συνθήκες πιο επισφαλείς από ό,τι στο παρελθόν, η κυβέρνηση προσπαθεί ξανά να μπλοκάρει την άνοδο της αριστεράς. Το σχέδιο “πατρίδα ή ληστρικά κεφάλαια” δεν είναι παρά ένας εκβιασμός κατά των εργαζομένων να παρατήσουν τις δικές τους διεκδικήσεις για χάρη ένα ψεύτικου εθνικού μετώπου κατά των τοκογλύφων. Η κατεύθυνση της εκστρατείας αποκαλύπτεται από τις επιθέσεις κορυφαίων αξιωματούχων της κυβέρνησης κατά της αριστεράς, και ιδίως κατά του PO. Όταν ο Διευθυντής του Υπουργικό Συμβούλιο, Jorge Capitanich, λέει ότι PJ είναι το “πραγματικό εργατικό κόμμα” γίνεται σαφές το τι διακυβεύεται στην παρούσα ιστορική κατάσταση της Αργεντινής: ο περονισμός κινδυνεύει να ξεπεραστεί από την επαναστατική αριστερά. Είναι η ανησυχία που δείχνουν τα λόγια Κριστίνα Κίρσνερ, όταν λέει ότι “στα αριστερά μου είναι το τείχος”.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία

Η ιστορική εξάντληση του Περονισμού βρίσκει την κύρια έκφρασή της στην οξεία διάσπαση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Αυτή, στο παρελθόν, έχαιρε του κύρους του Περονισμού για να αποκρύψει το σφετερισμού που πραγματοποιούσε σε βάρος των εργατικών οργανώσεων  για δικό της όφελος. Τώρα, ωστόσο, μην έχοντας αυτήν την πολιτική στήριξη, η κυριαρχία της στα συνδικάτα εκτίθεται και βασίζεται στη στήριξη που της παρέχουν οι εργοδοτικές οργανώσεις, η κυβέρνηση και οι συμμορίες που επιτίθενται στις μαχητικές και ταξικές δυνάμεις. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχει πλήρη επίγνωση ότι τα συμφέροντά της συγκρούονται με αυτά των εργαζόμενων μαζών. Ο ολοένα και πιο επιχειρηματικός χαρακτήρας που έλαβε ενισχύει την έλλειψη δημοκρατίας στις εργατικές οργανώσεις και τις συμμορίες κατά της αντιπολίτευσης.
Η ανάπτυξη μιας νέας γενιάς των ακτιβιστών στα εργοστάσια, οι οποίοι αγωνίζονται για να εκδιώξουν την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, πηγαίνει χέρι-χέρι με την αυξανόμενη πολιτική επιρροή του FIT. Δεν γίνεται να αγνοηθεί ένα ιστορικά σημαντικό γεγονός: στις τελευταίες εκλογές, οι υποψήφιοι του FIT ξεπέρασαν σε μεγάλο βαθμό εκείνους που κατέβασε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, είτε ήταν ο Piumato, ο Venegas ή ο Plaini. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι έχουν γυρίσει την πλάτη τους στους ηγέτες των συνδικάτων και, σε αυξανόμενο βαθμό, έχουν παράσχει στήριξη σε ένα μέτωπο τροτσκιστικών ομάδων όπως το FIT. Είναι αδύνατο να μην αναγνωρίσουμε στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα μια εκδήλωση πολιτικής μετάβασης.
Η αυξανόμενη επιρροή της Αριστεράς αλλάζει τις συντεταγμένες της δράσης στα συνδικάτα. Δεν πρόκειται πλέον για μια τεχνητή συνδικαλιστική δουλειά που ακολουθείται από πολλές αριστερές ομάδες που θεωρούν το πολιτικό ζήτημα μονοπώλιο του Περονισμού. Τώρα, οι ακτιβιστές που αντιμετωπίζουν τη γραφειοκρατία έχουν μια πολιτική στήριξη γενικού χαρακτήρα, και ακόμη, ένα τμήμα εργαζομένων βάσης που έχει ήδη ψηφίσει αριστερά στις εκλογές. Αυτός που αναγνωρίζει την ιστορική αυτή αλλαγή είναι η ίδια η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η οποία βγήκε να δηλώσει ότι οι “συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι του Περόν” και να ισχυριστεί ότι “η αριστερά δεν κάνει πολιτική μες στα συνδικάτα”. Το συμπέρασμα από αυτήν την διαπίστωση είναι ότι πρέπει να χρησιμοποίησουμε την άνοδο του FIT για να αναπτύξουμε μια εναλλακτική πολιτική που να θέτει ως αίτημα την εκδίωξη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, την ανεξαρτησία από το Κράτος των εργατικών οργανώσεων και την ανάκτησή τους προκειμένου να ενεργούν με βάση τις αρχές της ταξικής πάλης.

Η «προοδευτική» και η δημοκρατίζουσα αριστερά

Ένα άλλο σχετικό στοιχείο της πολιτικής κατάστασης είναι η κατάρρευση των “προοδευτικών”. Αν στο παρελθόν είχε προταθεί η ανάγκη να οικοδομηθεί μια τρίτη, ανεξάρτητη από τον Περονικό-Ριζοσπαστικό δικομματισμό δύναμη, τώρα, έχει ενταχθεί από τις παραδοσιακές εργοδοτικές οργανώσεις. Μια ολόκληρη πτέρυγα του “προοδευτισμού” –όπως ο “ιμπαρρισμός” (από το όνομα του περονικού πρώην κυβερνήτη του Μπουένος Άιρες, Ανίμπαλ Ιμπάρρα) στο Μπουένος Άιρες– χρησιμεύει ως τέταρτος τροχός του κιρχνερισμού, ενόσω ο Pino Solanas και το [σοσιαλδημοκρατικό] Proyecto Sur προσχώρησαν σε μια πολιτική ένοπλη άμυνα των μονοπωλίων πετρελαίου και εξόρυξης. O “σαμπατεγισμός” (Σ.τ.M: από το όνομα του Μαρτίν Σαμπατέγια, μέλους του ΚΚ και βουλευτή του Μπουένος Άιρες) έχει συμβάλει στη συνεργασία του Κομμουνιστικού Κόμματος με την Κυβέρνηση. Η σημαία του εκδημοκρατισμού των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ωστόσο, κατέληξε σε αποτυχία και κάλυψε μια κυβέρνηση εκπρόσωπο των μονοπωλίων τηλεφωνίας και των φιλικών καπιταλιστικών ομάδων που επιβιώνουν χάρη στο επίσημο μοντέλο εκατομμυριούχου.
Η δημοκρατίζουσα αριστερά υπήρξε συνοδός των διάφορων παραλλαγών του “προοδευτισμού”. Η παλιά Ενωμένη Αριστεράς [Izquierda Unida], για παράδειγμα, έχει χωριστεί ανάμεσα σε αυτούς που στηρίζουν την κυβέρνηση, όπως το ΚΚ, και αυτούς που κινητοποιήθηκαν υπέρ του αγροτικού κεφαλαίου και βρίσκονταν πίσω από τον Pino Solanas, όπως το MST [Σοσιαλιστικό Κίνημα Εργαζομένων]. Η εξέλιξη του δημοκρατίζουσας αριστεράς επιτρέπει μια αναδρομή στη διάσπαση της αριστεράς τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η άρνησή τους για μια συμμαχία με το PO είχε στρατηγικά κίνητρα. Η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενόμενη από μέρους μας μετά από την αποτυχία τoy “Σεμιναρίου για την Ανασύνταξη της Αριστεράς” το 2006. Εκείνη την εποχή, επισημαίναμε ότι η άρνηση της αριστεράς να στηρίξει μια κυβέρνηση των εργατών και την πολιτική ανεξαρτησία της, την έκανε υποψήφια για ένταξη σε κάποια παραλλαγή συναίνεσης στο καθεστώς.
Η δημοκρατίζουσα αριστερά κινείται στο ρυθμό των μεγάλων καπιταλιστικών μπλοκ. Μέρος της είναι σε αναμονή για μια διάσπαση του [κεντροαριστερού συνασπισμού] Unen, ως αποτέλεσμα της συμμαχίας μερικών κομματιών του με τον [συντηρητικό] Macri, και ξανασκέφτεται τις δυνατότητες ενός κεντροαριστερού μετώπου με τον Pino Solanas, ακόμη και με τον [σοσιαλιστή κυβερνήτη της Σάντα Φε] Binner. Στο παρελθόν, το MST και το [μαοϊκό] PCR [Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα] ψήφισαν τον Binner στη Σάντα Φε και, στην περίπτωση του πρώτου, για Δικαστή της Κόρδοβα, έναν ανώτερο διευθυντή της Fiat. Tο υπόλειμμα του κιρχνερισμού που απαρτίζει την “Μεγάλη Πατρίδα” [Patria Grande] διαφέρει επίσης από αυτές τις παραλλαγές. Είναι τόσο πρόθυμοι να ενταχθούν σε μια απόσπαση από την γραφειοκρατία, όπως το “Κίνημα Εβίτα”, ή σε ένα κεντροαριστερό μέτωπο με τους [κεντροαριστερούς βουλευτές] De Gennaro και Lozano. Ο βασικός στόχος τους είναι αντιδραστικός: να μπλοκάρουν την άνοδο του FIT.

Για ένα συνέδριο της αριστεράς και του εργατικού κινήματος

Όλα τα στοιχεία της πολιτικής κατάστασης σπρώχνουν προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της προοπτικής που διανοίγεται με το FIT: η οικονομική χρεοκοπία, η διάλυση του κιρχνερισμού, η εξάντληση του Περονισμού ως ιστορικού κινήματος, η άρση του κύρους της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και η πανωλεθρία του προοδευτισμού και της δημοκρατίζουσας αριστεράς. Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, μια εφεδρική κυβέρνηση – μέσω πρόωρων εκλογών ή όχι– θα είναι ένα επεισόδιο σε μια εμβάθυνση της γενικής κρίσης. Η έκρηξη της κοινωνικής κατάστασης και η έκταση της οικονομικής κατάρρευσης θα είναι μια τεράστια υποθήκη για την επόμενη κυβέρνηση.
Οι 1.300.000 ψήφοι που έλαβε το FIT το 2013, η νίκη του PO στην πόλη της Σάλτα, το 25% στην Caleta Olivia, επίσης του PO, το 15% του FIT στη Μεντόσα (για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα) δεν είναι μόνο ένα εκλογικό φαινόμενο, αλλά η έκφραση τμήματος του προλεταριάτου της Αργεντινής  που σταμάτησε να ακολουθεί τον αστικό εθνικισμό και τείνει να ενωθεί με την αριστερά. Το αποτέλεσμα αυτό επιτεύχθηκε μετά από μια πολιτική μάχη αρχών ενάντια στον εθνικισμό, αλλά και μέσα από τη συστηματική οριοθέτηση με τη  δημοκρατίζουσα αριστερά. Στα αριστερά του κιρχνερισμού δεν βρίσκεται κανένας “τοίχος”, όπως λέει η Κριστίνα Κίρχνερ, αλλά ένα πολιτικό μπλοκ που αναπτύσσεται στον αγώνα στα συνδικάτα, στα κέντρα των φοιτητών και όλων των λαϊκών κινημάτων, καθώς και με -αυξανόμενους- εκλογικούς όρους.
Η πρόκληση για την αριστερά είναι να αναπτύξει συστηματικά αυτή την τάση, που χτίστηκε μέσα από την πολιτική πάλη, ώστε να γίνει η συνειδητή έκφραση της διεθνούς πάλης της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Για το σκοπό αυτό, κάθε προσπάθεια θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης σε πολιτικό πρωταγωνιστή. Αυτό το στρατηγικό καθήκον απαιτεί την απόρριψη κάθε προσχήματος περιορισμού της δράσης στον απολιτικό συνδικαλισμό, που παραγνωρίζει την αξία της αγκιτάτσιας και της πολιτικής προπαγάνδας για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, και πολύ περισσότερο όταν αυτός ο συνδικαλισμός λειτουργεί σαν μια δικαιολογία για να στήσει λαθραία έναν ανταγωνιστικό πολιτικό πόλο στο FIT από ανακυκλωμένους ηγέτες της κεντροαριστεράς. Επίσης, απαιτεί την οριοθέτηση του φραξιονισμού και του σεχταρισμού που έχουν κοινό την προώθηση των συμφερόντων μιας ομάδας επί των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, δημιουργώντας φιλονικίες αντί συζητήσεων αρχών.
Η πρότασή μας να συγκληθεί συνέδριο του εργατικού κινήματος και της αριστεράς εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι έχει επεκταθεί σημαντικά το πεδίο επιρροής της αριστεράς, τόσο στο εργατικό κίνημα όσο και στο σύνολο του λαού. H οριοθέτηση που πρέπει να αναπτύξουμε απαιτεί την παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος λαϊκών διεκδικήσεων, που να συγκεντρώνει την πλειοψηφία των αναγκών του πληθυσμού, σε αντίθεση με τα πολιτικά κόμματα της καπιταλιστικής τάξης. Η ανάδυση αγώνων, που σίγουρα θα ενταθούν, πρέπει να προετοιμαστεί με μια πολιτική εκστρατεία για την κατανομή των ωρών εργασίας, την απαγόρευση των απολύσεων και των διαθεσιμοτήτων, την ακύρωση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, την επικαιροποίηση του μηνιαίου μισθού σύμφωνα με το δείκτη του πληθωρισμού, ένα σχέδιο δημοσίων έργων για την καταπολέμηση της ανεργίας, την άρνηση αναγνώρισης του εξωτερικού χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών, του εξωτερικού εμπορίου και των φυσικών πόρων.
Την έκκληση για το Συνέδριο του εργατικού κινήματος την απευθύνουμε στις αριστερές οργανώσεις, είτε απαρτίζουν το FIT είτε όχι, το μαχητικό εργατικό κίνημα, το φοιτητικό κίνημα και το σύνολο του λαϊκού κινήματος κάτω από τη σημαία της εργατικής κυβέρνησης και της πολιτικής ανεξαρτησίας των εργατών. Μέσα από συνελεύσεις, συλλογική συζήτηση και ψηφίσματα δράσης ενδυναμώνουμε την αριστερά και τους εργάτες ώστε να αποτελέσουν μια εναλλακτική εξουσία στην παρακμή του αστικού εθνικισμού και όλων των κομμάτων των αφεντικών.
Μετάφραση NAΛ

Πολιτική απόφαση του συνεδρίου του εργατικού κινήματος και της αριστεράς
Partido Obrero, 9 Νοεμβρίου 2014,

1.    Το Συνέδριο τίθεται στην υπεράσπιση του Μετώπου της Αριστεράς (FIT), ως πολιτικό-εκλογικό κανάλι προώθησης της ταξικότητας και της αριστεράς. Πρόκειται για την εφαρμογή του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης και των κόμματων που την απαρτίζουν, ενάντια στα κόμματα του κεφαλαίου και των καπιταλιστικών κυβερνήσεων. Ο στρατηγικός στόχος του FIT είναι η ανάπτυξη της πολιτικής ανεξαρτησίας των εργατών και η πάλη για μια εργατική κυβέρνηση. Το FIT θα πρέπει να γίνει ένα εργαλείο της καθημερινής ταξικής πάλης και της ανάπτυξης της πολιτικής αυτονομίας του προλεταριάτου και της σοσιαλιστικής συνείδησης της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Το Συνέδριο αναδεικνύει το ενιαίο πολιτικό μέτωπο σε αντίθεση με οποιαδήποτε μορφή φραξιονισμού χωρίς αρχές και οποιαδήποτε απόκλιση από το στόχο της πολιτικής πάλης κατά των εκπροσώπων του κεφαλαίου. Υποστηρίζει το πολιτικό Μανιφέστο της εκστρατείας του 2013 και προτείνει τη σύνταξη ενός Μανιφέστου ίδιου χαρακτήρα για την έναρξη της νέας εκστρατείας.

2.    Το Συνέδριο προτείνει οι ζωνικές συνελεύσεις που το προετοίμασαν να προωθήσουν τη διοργάνωση περιφερειακών συμβουλίων και επιτροπών στήριξης της εκλογικής εκστρατείας του FIT. Το Συνέδριο υποστήριξε την προεδρική υποψηφιότητα του Χόρχε Αλταμίρα, εθνικού σημείου αναφοράς του Μετώπου και ενός από τους κύριους οικοδόμους του FIT. Τονίζουμε την διάδοση της υποψηφιότητας αυτής σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Υιοθετούμε και κάνουμε δική μας την πρότασή των συντρόφων μας της Σοσιαλιστικής Αριστεράς (IS) να ξεκινήσει η εκστρατεία με μια εκδήλωση FIT στις αρχές του 2015, με επικεφαλής την υποψηφιότητα του Χ. Αλταμίρα.

3.    Υποστηρίζουμε τους συντρόφους της τ.ο. του Εργατικού Κόμματος (PO) στη Σάλτα, οι οποίοι έχουν ήδη ονομάσει τους υποψηφίους που θα αναλάβουν μια συναρπαστική πολιτική μάχη στην πρωτεύουσα της επαρχίας: την πάλη για τη Διοίκηση. Στηρίζουμε την πρόταση ότι μια δημοτική κυβέρνηση του PO και της αριστεράς ευνοεί μια ελεύθερη και κυρίαρχη Συντακτική Συνέλευση της Σάλτα που θα αναδιοργανώσει πολιτικά και κοινωνικά την πόλη, γύρω από τις ιστορικές αξιώσεις του εργατικού κινήματος – δηλαδή τον εργατικό έλεγχος και την συλλογική εργατική διαχείριση και ως ενδεικτική μετάβαση για όλους τους εργάτες της Αργεντινής.

4.    Καλούμε για την υπεράσπιση των βουλευτών του FIT, οι οποίοι διώκονται για την υποστήριξη των αγώνων των εργατών. Καταδικάζουμε την επιθετικότητα και τη βία στην οποία έχουν υποβληθεί από τις συμμορίες της γραφειοκρατίας και τη Χωροφυλακή. Υποστηρίζουμε ότι η λειτουργία του επαναστάτη κοινοβουλευτικού εκπρόσωπου είναι να προωθήσει μια ταξική πάλη, μέσα και έξω από το κοινοβούλιο.

5.    Υποστηρίζουμε την απεργία στις 20 Νοεμβρίου που προκήρυξε το CTA-Michelli. Καλούμε για την υιοθέτηση του νόμου της απαλλοτρίωσης χωρίς αποζημίωση και την εθνικοποίηση υπό εργατικό έλεγχο της Donnelley και την αποζημίωση των εργαζομένων στην [εταιρία ενέργειας] YPF, θύματα των απολύσεων της ιδιωτικοποίησης. Για τον θρίαμβο όλων των αγώνων. Κάτω η καταστολή. Έξω η Χωροφυλακή στο βόρειας ζώνης. Ακύρωση του νόμου περί τρομοκρατίας. Ελευθερία στους πολιτικούς κρατούμενους της Σάντα Κρους. Αντιστροφή της καταδίκης των εργατών πετρελαίου. Άρση των διώξεων όλων των λαϊκών αγωνιστών.

6.    Για τη μη πληρωμή του εξωτερικού χρέους. Εθνικοποίηση των τραπεζών και του εξωτερικού εμπορίου. Πλήρης εθνικοποίηση του πετρελαίου και των φυσικών πόρων υπό τον εργατικό έλεγχο. Για ένα πολιτικό και οικονομικό σχέδιο των εργατών, για την κοινωνική αναδιοργάνωση της χώρας προς το συμφέρον της λαϊκής πλειοψηφίας.

7.    Αποκηρύσσουμε τη βάρβαρη σφαγή των 43 μεξικανών φοιτητών.

8.    Το Συνέδριο αποφασίζει να συγκληθεί εκ νέου την περίοδο του Απριλίου-Μαΐου. Καλούμε το FIT να πάρει το πρωτοβουλία του καλέσματος. Καλούμε για την ενσωμάτωση στην ατζέντα των περιφερειακών συνελεύσεων της μεθοδικής εργασίας στρατολόγησης ώστε να επεκταθεί η οργάνωση και η πολιτική κινητοποίηση των εργαζομένων.

9.    Την κρίση να πληρώσουν οι καπιταλιστές. Για ένα 2015 των εργατών και της αριστεράς.
Μπουένος Άιρες, 8 Νοεμβρίου 2014. Ψηφίστηκε ομόφωνα.