«Εύσημα» ΔΝΤ και Κομισιόν για την «Οικονομία» του Μητσοτάκη

του Γιάννη Αγγέλη

Οι τελευταίες ανακοινώσεις της Κομισιόν και πολύ πρόσφατα του ΔΝΤ, όσον αφορά στις εκτιμήσεις τους για την οικονομία στην Ελλάδα, έχουν το… γούστο τους, αν κανείς δεν είναι τόσο θυμωμένος κι έχει την υπομονή να τις διαβάσει.

Το πρώτο βέβαια είναι ότι τόσο η Κομισιόν όσο και το ΔΝΤ δίνουν σαφή «εύσημα» στην οικονομική κατάσταση του καπιταλισμού στην Ελλάδα και την διαχείρισή του από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ειδικά το ΔΝΤ έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό, αφού ο Μητσοτάκης – με τα αποθέματα από την ληστεία των ασφαλιστικών Ταμείων που του άφησε ο Τσίπρας αποπλήρωσε πρόωρα το πανάκριβο δάνειό του, μαζί και τις εγκληματικά δαπανηρές μνημονιακές «υπηρεσίες» των εκπροσώπων του στην Ελλάδα… Τα ίδια και από την Κομισιόν η οποία έχει ενθουσιαστεί από τα πρωτογενή πλεονάσματα που βγάζει κάθε χρόνο η κυβέρνηση με τους ληστρικούς έμμεσους φόρους που τσακίζουν μισθούς και συντάξεις για να εξασφαλίζει τις προεξοφλήσεις των δανείων του GLF και τις εγγυήσεις των δανείων του ESM.

Παρ’ όλα αυτά και οι δύο είναι υποχρεωμένοι από τους «αριθμούς» να επισημάνουν στις εκτιμήσεις τους όσο πιο διακριτικά μπορούν, την επιβράδυνση του «ρυθμού ανάπτυξης» που συνοδεύεται από την προειδοποίηση για την επικίνδυνη διεύρυνση των «πληθωριστικών πιέσεων».

Με άλλα λόγια «μικρότερη» ανάπτυξη και «μεγαλύτερη» ακρίβεια.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον λοιπόν και οι δύο «συνιστούν» προσοχή στα μέτρα «στήριξης» των εισοδημάτων (όποια τέλος πάντων παρθούν αφού έρχονται και εκλογές), τα οποία όπως συμφωνεί και η κυβέρνηση πρέπει να είναι… μετρημένα και «απολύτως προσωρινά και στοχευμένα». Γιατί; Μα γιατί πρέπει να εξαρτώνται από την προϋπόθεση ότι δεν θα θέσουν σε κίνδυνο την διασφάλιση πρωτογενών πλεονασμάτων 2,5% ! Με άλλα λόγια να εξασφαλίζονται πλεονάσματα τουλάχιστον μία μονάδα πάνω από τον προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ, ακόμα και όταν αυτό μειώνεται.

Για να το μεταφράσουμε σε απλά «ελληνικά» και οι δύο λένε ότι η επέκταση της οικονομίας «θα επιβραδυνθεί», ο πληθωρισμός θα αυξηθεί, (δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα θα μειωθεί), αλλά παρ’ όλα αυτά το πρωτογενές πλεόνασμα, που θα πρέπει να «βγει» από αυτό το πραγματικά μειωμένο εισόδημα θα πρέπει να παραμείνει στο ίδιο επίπεδο που ήταν με την διπλάσια ανάπτυξη! Και μάλιστα σε επίπεδο που δεν υπάρχει σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Μια καθαρή ληστεία, αφού όλα αυτά θα πρέπει να συμβούν σε μια χρονική συγκυρία που ο καπιταλισμός στην Ελλάδα θα στερηθεί του βασικού και μεγαλύτερου επενδυτικού βραχίονα που είχε μέχρι σήμερα, του Ταμείου Ανάκαμψης, που όπως είναι γνωστό τελειώνει και κλείνει τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους. Ήδη το ΔΝΤ είχε προειδοποιήσει από το περασμένο φθινόπωρο τον Πιερρακάκη στην Ουάσιγκτον  (στην Σύνοδο του ΔΝΤ) ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να πέσει –λόγω τέλους του Ταμείου Ανάκαμψης– σε «επενδυτικό γκρεμό» από το 2027.

Αν κανείς θέσει το απλοϊκό ερώτημα «που οδηγεί αυτός ο συνδυασμός μέτρων» που συνιστούν οι αυθεντίες του ΔΝΤ και της Κομισιόν, στις επικείμενες εξετάσεις εξαμήνου των πρωτοετών της ΑΣΟΕΕ θα πάρει την εύκολη απάντηση – προφανώς «σε ύφεση».

Παρ’ όλα αυτά οι ακριβοπληρωμένοι αναλυτές του ΔΝΤ επιμένουν να επιβάλλουν –και η κυβέρνηση ακολουθεί- την γνωστή παροιμία του Χότζα με τον γάιδαρό του, στον οποίο επέμενε να τον μάθει να μην… τρώει. Στο τέλος, όπως είναι γνωστό τα κατάφερε, αλλά ο κακομοίρης ο γάιδαρος ενώ εκπαιδεύτηκε σ’ αυτό, τελικά… «ψόφησε».

Κάπως έτσι τώρα, ΔΝΤ και Κομισιόν, μετά από τρία μνημόνια –που κάποια από τα στελέχη του ΔΝΤ είχαν το θράσος σε πρόσφατες τοποθετήσεις τους στους Δελφούς (στο περιβόητο Φόρουμ των μνημονιακών) να αναγνωρίσουν ως «μάλλον… υπερβολικά»- εξακολουθούν να συνιστούν τώρα. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι μνημονιακές «σωτήριες συστάσεις» τους οδήγησαν σε καταστροφή του 25% του ΑΕΠ, που έχει μεταφραστεί σε ιστορικά πρωτοφανή καταστροφή του λαϊκού εισοδήματος (σε μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση, καταστροφή αποταμιεύσεων, κ.λπ.), «κόστος» που ξεπερνά εκείνο χωρών που έχουν υποστεί τις συνέπειες πολέμου.

Ακόμα και έτσι όμως –δηλαδή με την λογική του Χότζα– τόσο το ΔΝΤ όσο και η Κομισιόν  εμφανίζονται εκτός… τόπου και χρόνου.

Γιατί; Γιατί ήδη η εγχώρια οικονομία έχει εισέλθει σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον, μακράν εκείνου που περιγράφουν οι εκθέσεις τους, για δύο συγκεκριμένους και καθοριστικής σημασίας λόγους, οι οποίοι «απουσιάζουν» από τις αναλυτικές εκτιμήσεις τους για την εγχώρια οικονομία. Οι δύο λόγοι είναι ότι το διεθνές περιβάλλον της κρίσης οδηγείται αφ’ ενός στην αλλαγή του «κόστους» του χρήματος και αφ’ ετέρου στην αλλαγή του κόστους προϊόντων και υπηρεσιών, με ποσοτικά μετρήσιμες μεγάλες διαφορές.

Για να το πούμε αλλιώς, η οικονομία για την οποία εκφέρει «άποψη» το ΔΝΤ και η Κομισιόν, από το Β’ εξάμηνο του έτους αρχίζει να υφίσταται σημαντικές αλλαγές στις βασικές μεταβλητές με τις οποίες λειτουργεί.

Η πρώτη αφορά στο (επιτοκιακό) «κόστος» του χρήματος καθώς η ΕΚΤ έχει ήδη προειδοποιήσει με πολλούς τρόπους (δηλώσεις στελεχών της) ότι επίκειται αύξηση των βασικών επιτοκίων της κατά 0,25% τον Ιούνιο και άλλο τόσο ή και περισσότερο πριν κλείσει ο χρόνος.

Η δεύτερη αφορά στο κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών σε τρεις  τουλάχιστον βασικούς τομείς, την ενέργεια, τα τρόφιμα και την τεχνολογία.

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι πραγματικές «συνέπειες» από τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο και τον αποκλεισμό του Ορμούζ, δεν έχουν παρά μόνο εν μέρει εμφανιστεί μέχρι σήμερα στην πλήρη τους έκταση, λόγω εκτεταμένης χρήσης των σχετικών αποθεμάτων το τρίμηνο που έχει μεσολαβήσει από τα τέλη Φεβρουαρίου.

Αυτή όμως η φάση εξαντλείται ήδη και μπαίνουμε, όπως προειδοποιούν οι «δικοί τους» διεθνείς αρμόδιοι οργανισμοί σε φάση ανεπαρκούς τροφοδοσίας, ακόμα και αν αύριο άνοιγαν τα στενά του Ορμούζ, αφού πέραν του αποκλεισμού των πλοίων μέσα στον Κόλπο έχουν καταστραφεί ή έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας βασικές μονάδες παραγωγής επεξεργασίας τελικών ενεργειακών προϊόντων, λιπασμάτων, κ.λ.π. και έχουν διαρραγεί οι τροφοδοτικές αλυσίδες.

Στο Β’ εξάμηνο του 2026, είτε ανοίξουν τα Στενά, είτε παραμείνουν κλειστά, δεν θα υπάρξει ομαλή τροφοδοσία, με άμεση συνέπεια την εντατικοποίηση των πληθωριστικών πιέσεων από την πλευρά της προσφοράς. Αυτή δηλαδή την οποία οι Κεντρικές Τράπεζες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν παρά μόνο μέσα από την παρέμβαση στην «ζήτηση», προκαλώντας δηλαδή ύφεση στην οικονομία.

Μέσα στο περιβάλλον αυτό και εν μέσω μιας ακήρυκτης προεκλογικής περιόδου, η κυβέρνηση δηλώνει πρόθυμη δια στόματος Πιερρακάκη να ακολουθήσει την πολιτική που «συνιστά» το ΔΝΤ και η Κομισιόν, για πρωτογενή πλεονάσματα 2,5% του ΑΕΠ… Είναι μια απόφαση που ισοδυναμεί με «πόλεμο».

Πόλεμο που απαιτεί επαναστατική ταξική απάντηση στο αδιέξοδο, σε όλα τα μέτωπα από την πλευρά της εργατικής τάξης, της νεολαίας και ολόκληρου του Λαού. Έναν «πόλεμο» που δεν μπορούν να αποπροσανατολίσουν, αυτή την φορά, ούτε τα «νέα» κόμματα, ούτε οι επερχόμενες αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις.