Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και εθνικιστικοί μύθοι

Όταν οι μύθοι σκεπάζουν την Ιστορία

του Άρη Μαραβά

Η 29η Μαΐου 1453 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι ένα τραύμα, ένας θρύλος, ένα σύμβολο που αιώνες τώρα επιστρέφει φορτωμένο με θρήνους, ύμνους, μύθους και πολιτικές σκοπιμότητες.

Για τον ελληνικό εθνικισμό είναι η «αποφράδα ημέρα», η πτώση ενός «αιώνιου ελληνικού κόσμου» στα χέρια των «βαρβάρων». Για τον τουρκικό εθνικισμό είναι η μέρα της δόξας, η στιγμή που μια ανερχόμενη δύναμη κατέκτησε την πρωτεύουσα μιας παρακμασμένης αυτοκρατορίας. Δύο αντίπαλες αφηγήσεις, δύο εχθρικές σημαίες, αλλά η ίδια βαθιά παραποίηση: και οι δύο βλέπουν την Ιστορία σαν σύγκρουση εθνών, θρησκειών και πολιτισμών, ενώ κρύβουν αυτό που κινεί πραγματικά τα γεγονότα — τις κοινωνικές τάξεις, την εξουσία, την παραγωγή, το χρήμα, τα συμφέροντα.

Η Άλωση δεν ήταν ούτε «εθνική τραγωδία» με τη σημερινή έννοια, ούτε «εθνικός θρίαμβος». Ήταν το τέλος μιας κοινωνίας που είχε σαπίσει εκ των έσω. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς κρίσης: οικονομικής, πολιτικής, στρατιωτικής, κοινωνικής. Η Κωνσταντινούπολη δεν έπεσε επειδή οι υπερασπιστές της δεν ήταν γενναίοι. Δεν έπεσε επειδή την εγκατέλειψε ο Θεός. Δεν έπεσε απλώς επειδή ο Μωάμεθ είχε κανόνια. Έπεσε γιατί πίσω από τα τείχη της είχε ήδη καταρρεύσει ο κόσμος που κάποτε τη στήριζε.

Το Βυζάντιο των τελευταίων χρόνων δεν ήταν η ένδοξη αυτοκρατορία των σχολικών εικόνων. Ήταν ένα κουρασμένο, φτωχό, διαιρεμένο κράτος, σχεδόν σκιά του εαυτού του. Η εξουσία του περιοριζόταν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στα περίχωρά της και σε μερικά απομεινάρια. Οι αυτοκράτορες κρατούσαν τίτλους, τελετές και σύμβολα, αλλά δεν κρατούσαν πια την πραγματική δύναμη. Η γη είχε περάσει στα χέρια ισχυρών γαιοκτημόνων. Οι μικροκαλλιεργητές είχαν εξαντληθεί. Τα δημόσια ταμεία ήταν άδεια. Το εμπόριο ελεγχόταν όλο και περισσότερο από Βενετούς και Γενουάτες. Οι άρχοντες τσακώνονταν μεταξύ τους για κομμάτια εξουσίας, ενώ η αυτοκρατορία πλήρωνε ήδη βαρύ τίμημα στους Οθωμανούς.

Γι’ αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε αλλιώς. Όχι από τα κανόνια του Μωάμεθ, αλλά από τη γη. Όχι από τους θρύλους για τον μαρμαρωμένο βασιλιά, αλλά από τους φόρους. Όχι από το «έθνος», αλλά από τις τάξεις. Η Άλωση ήταν η τελική πράξη μιας κοινωνίας όπου η άρχουσα τάξη δεν μπορούσε πια να κυβερνήσει όπως πριν, ενώ ο λαός δεν είχε κανέναν πραγματικό λόγο να πεθάνει για να διασωθούν τα προνόμια εκείνων που τον εκμεταλλεύονταν.

Το εθνικιστικό παραμύθι θέλει το Βυζάντιο ελληνικό κράτος. Δεν ήταν. Οι άνθρωποί του ονομάζονταν Ρωμαίοι. Η αυτοκρατορία θεωρούσε τον εαυτό της συνέχεια της Ρώμης[1]. Η πολιτική της ιδεολογία δεν ήταν εθνική, αλλά αυτοκρατορική και χριστιανική. Ο ελληνικός πολιτισμός είχε μεγάλη δύναμη, ιδιαίτερα στους τελευταίους αιώνες, αλλά αυτό δεν κάνει το Βυζάντιο «ελληνικό κράτος» με τη νεότερη έννοια. Αυτή η ιδέα κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, όταν το ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα χρειαζόταν ένα ένδοξο παρελθόν, μια χαμένη πρωτεύουσα, μια μεγάλη πληγή, για να χτίσει την εθνική του μυθολογία.

Οι άνθρωποι που πολέμησαν στα τείχη το 1453 δεν πέθαναν για το ελληνικό έθνος. Πέθαναν για την Πόλη τους, για την πίστη τους, για τον αυτοκράτορα, για την οικογένειά τους, για τον κόσμο που γνώριζαν. Και πολλοί άλλοι, μέσα στην ίδια την Πόλη, δεν ήταν καθόλου βέβαιοι ότι αυτός ο κόσμος άξιζε να σωθεί με κάθε τίμημα.

Εκεί βρίσκεται και το βαθύτερο δράμα της Κωνσταντινούπολης: δεν ήταν ενωμένη. Ήταν μια πόλη χωρίς πραγματική διέξοδο. Από τη μία οι ενωτικοί, που έβλεπαν στη Δύση την τελευταία ελπίδα σωτηρίας. Από την άλλη οι ανθενωτικοί, που προτιμούσαν την οθωμανική κυριαρχία από την υποταγή στον πάπα[2]. Στην πραγματικότητα, κάτω από τις λέξεις των θεολόγων, κρύβονταν πολύ πιο υλικά ερωτήματα: ποιος θα κρατήσει την περιουσία του; Ποιος θα επιβιώσει μετά την πτώση; Ποια μερίδα της άρχουσας τάξης θα βρει θέση στον νέο κόσμο που ερχόταν;

Η Εκκλησία δεν ήταν απλώς πνευματικός θεσμός. Ήταν δύναμη, περιουσία, διοίκηση, εξουσία. Πολλοί εκκλησιαστικοί παράγοντες καταλάβαιναν ότι υπό τους Οθωμανούς μπορούσαν να διατηρήσουν μεγάλο μέρος των προνομίων τους. Υπό τη Ρώμη, όμως, κινδύνευαν να χάσουν την αυτονομία τους. Γι’ αυτό η αντίθεση στην Ένωση των Εκκλησιών δεν ήταν μόνο ζήτημα πίστης. Ήταν και ζήτημα εξουσίας.

Ο λαός, από την άλλη, ζούσε μέσα στη φτώχεια, στην ανασφάλεια και στον θρησκευτικό φόβο. Δεν εμπιστευόταν τους Λατίνους — και όχι άδικα. Η μνήμη του 1204, όταν οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη, δεν είχε σβήσει. Οι Βενετοί και οι Γενουάτες δεν ήταν αφηρημένοι «χριστιανοί σύμμαχοι». Ήταν εμπορικοί ανταγωνιστές, δανειστές, προνομιούχοι ξένοι, άνθρωποι που είχαν βάλει βαθιά το χέρι στην οικονομική ζωή της αυτοκρατορίας. Έτσι, το αντιλατινικό μίσος δεν ήταν απλώς προϊόν φανατισμού. Ήταν και μνήμη καταπίεσης, λεηλασίας και οικονομικής εξάρτησης.

Η συλλειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452 στην Αγία Σοφία φανέρωσε όλο το βάθος του διχασμού[3]. Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο[4] ήταν το αναγκαίο τίμημα για να έρθει δυτική βοήθεια. Για τους ανθενωτικούς ήταν βεβήλωση. Για μεγάλο μέρος του λαού, η Αγία Σοφία μετατράπηκε από σύμβολο της ορθόδοξης πίστης σε χώρο προδοσίας. Η Πόλη, λίγο πριν την τελική πολιορκία, δεν ήταν ένα ηρωικό σώμα ενωμένο απέναντι στον εχθρό. Ήταν μια κοινωνία σπασμένη, εξαντλημένη, γεμάτη φόβο και μίσος.

Τα οθωμανικά κανόνια δεν ήταν απλώς τεχνικό πλεονέκτημα. Ήταν σύμβολο μιας νέας εποχής πολέμου και κρατικής οργάνωσης. Τα τείχη που είχαν προστατεύσει την Κωνσταντινούπολη για αιώνες ανήκαν πια σε έναν παλιό κόσμο. Ο Μωάμεθ διέθετε στρατό, πόρους, πυροβολικό, ναυτική στρατηγική και πολιτική αποφασιστικότητα. Η Πόλη διέθετε θάρρος, μνήμες και σύμβολα. Η αναμέτρηση ήταν άνιση πριν ακόμη αρχίσει.

Και όμως, η αντίσταση υπήρξε πραγματική. Για πενήντα δύο ημέρες, λίγοι υπερασπιστές —Βυζαντινοί, Λατίνοι, Γενουάτες, Βενετοί, μισθοφόροι και κάτοικοι— κράτησαν τα τείχη απέναντι σε μια πολύ ισχυρότερη δύναμη. Η τελική πτώση ήταν βίαιη. Ακολούθησαν λεηλασίες, σφαγές, εξανδραποδισμοί. Αυτά δεν πρέπει να σβηστούν από καμία ταξική ανάλυση. Αλλά ούτε πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να χτιστεί ένας νέος εθνικιστικός μύθος. Όλες οι αυτοκρατορίες —βυζαντινές, λατινικές, οθωμανικές, δυτικές— στηρίχθηκαν στη βία, στη λεηλασία, στην υποταγή και στην εκμετάλλευση.

Η οθωμανική κατάκτηση δεν ήταν απελευθέρωση. Ήταν νέα μορφή κυριαρχίας. Έδωσε χώρο στην Ορθόδοξη Εκκλησία να επιβιώσει, διατήρησε ορισμένες κοινότητες, αξιοποίησε βυζαντινή διοικητική εμπειρία, ενσωμάτωσε χριστιανούς σε κρατικούς και εμπορικούς μηχανισμούς. Ταυτόχρονα όμως επέβαλε νέα φορολογία, νέα ιεραρχία, νέα καταπίεση. Για τους λαούς των Βαλκανίων σήμαινε και συνέχεια της φεουδαρχικής καθυστέρησης, της πολιτικής υποταγής και της κοινωνικής εκμετάλλευσης.

Η Άλωση έγινε την ώρα που η Δύση άρχιζε να αλλάζει. Οι πόλεις μεγάλωναν, οι έμποροι αποκτούσαν δύναμη, η Αναγέννηση άνοιγε νέους δρόμους, η παπική παντοδυναμία κλονιζόταν, ο κόσμος ετοιμαζόταν για την εποχή των αποικιών, του εμπορίου, της συσσώρευσης και τελικά του καπιταλισμού. Στην Ανατολή, αντίθετα, η οθωμανική τάξη πραγμάτων διατήρησε για μεγάλο διάστημα παλιές μορφές κυριαρχίας. Έτσι, η Άλωση ήταν ταυτόχρονα τέλος, συνέχεια και οπισθοδρόμηση: τέλος μιας αυτοκρατορίας, συνέχεια πολλών θεσμών της, αλλά και καθήλωση ολόκληρων πληθυσμών σε νέες μορφές εκμετάλλευσης.

Γι’ αυτό η Άλωση δεν πρέπει να διαβάζεται ως ιστορία αιώνιου μίσους ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη παραχάραξη. Η Πόλη δεν έπεσε επειδή «προδόθηκε το έθνος». Έπεσε επειδή μια αυτοκρατορία είχε εξαντλήσει τις ιστορικές της δυνατότητες. Έπεσε επειδή οι κυρίαρχες τάξεις της ήταν διαιρεμένες. Έπεσε επειδή η οικονομική της βάση είχε διαβρωθεί. Έπεσε επειδή ένας νέος κρατικός μηχανισμός μπορούσε να οργανώσει αποτελεσματικότερα την εξουσία στην περιοχή.

Και εδώ βρίσκεται η σημασία της για σήμερα. Η Άλωση δεν ανήκει μόνο στα μουσεία και στα σχολικά βιβλία. Ανήκει και στο παρόν, γιατί μας δείχνει πώς οι άρχουσες τάξεις μετατρέπουν την Ιστορία σε όπλο. Σήμερα, όπως και τότε, δεν μιλούν για τάξεις, συμφέροντα, εκμετάλλευση και κράτος. Μιλούν για πατρίδα, έθνος, σύνορα, θρησκεία, ασφάλεια, πολιτισμό. Ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός χρησιμοποιούν την Κωνσταντινούπολη, το Αιγαίο, τη Μικρά Ασία, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο για να καλλιεργούν φόβο και υποταγή. Κάθε αστική τάξη παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του λαού της, ενώ στην πραγματικότητα υπερασπίζεται τα δικά της οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.

Η Ανατολική Μεσόγειος σήμερα δεν είναι χώρος «αιώνιων εθνικών πεπρωμένων». Είναι πεδίο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ρωσία, Τουρκία, Ισραήλ, αραβικά καθεστώτα και τοπικές αστικές τάξεις συγκρούονται για θαλάσσιες ζώνες, ενεργειακούς δρόμους, αγωγούς, στρατιωτικές βάσεις, λιμάνια, εμπορικούς διαδρόμους και σφαίρες επιρροής. Όπως τον 15ο αιώνα πίσω από τις σταυροφορίες, τις συνόδους και τις αυτοκρατορικές τελετές βρίσκονταν υλικά συμφέροντα, έτσι και σήμερα πίσω από τις σημαίες βρίσκονται τράπεζες, εφοπλιστές, ενεργειακοί όμιλοι, στρατοί και κράτη.

Το μάθημα της Άλωσης είναι διεθνιστικό. Ο εργάτης στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη (Ιστανμπούλ πλέον), στη Σμύρνη, στη Θεσσαλονίκη, στη Λευκωσία ή τη Γάζα δεν έχει τίποτε να κερδίσει από τα πολεμικά παιχνίδια των κυβερνήσεων. Έχει όμως πολλά να χάσει: μισθούς, δικαιώματα, σπίτια, ελευθερίες, ακόμη και τη ζωή του. Η πραγματική ιστορία δεν ζητά εκδίκηση για αυτοκρατορίες που χάθηκαν. Ζητά να καταλάβουμε γιατί χάθηκαν, ποιοι κέρδισαν, ποιοι πλήρωσαν και πώς οι λαοί μπορούν να αρνηθούν να γίνουν ξανά καύσιμη ύλη για τις επιδιώξεις των ισχυρών.

Η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν η πτώση ενός έθνους. Ήταν η πτώση μιας αυτοκρατορίας. Και όπως κάθε αυτοκρατορία, δεν καταστράφηκε μόνο από τους εχθρούς της, αλλά από τις αντιφάσεις που κουβαλούσε μέσα της.


[1] Οι Βυζαντινοί αυτοαποκαλούνταν «Ρωμαίοι» και θεωρούσαν το κράτος τους συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

[2] Η διαμάχη αφορούσε την Ένωση των Εκκλησιών που είχε συμφωνηθεί στη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας (1438–1439).

[3] Στις 12 Δεκεμβρίου 1452 τελέστηκε στην Αγία Σοφία λειτουργία σύμφωνα με τους όρους της Ένωσης Φλωρεντίας, παρουσία του καρδινάλιου Ισιδώρου του Κιέβου.

[4] Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος (1405–1453) ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου.