ΓΑΛΛΙΑ , ΚΡΙΣΗ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Διεθνείς προεκτάσεις έχει η κυβερνητική και πολιτική κρίση που σοβεί στην δεύτερη οικονομική –και πρώτη στρατιωτική- δύναμη της Ευρωζώνης, τη Γαλλία, που εκδηλώθηκε έντονα με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Μανουέλ Βαλς, από τον Γάλλο Πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ.
Θρυαλλίδα για το ανοικτό ξέσπασμα της κρίσης ήταν οι δηλώσεις του –πρώην πλέον- υπουργού Οικονομίας, Αρνό Μοντεμπούρ. Ο υπουργός καταφέρθηκε ενάντια στην Γερμανική δημοσιονομική πολιτική που έχει επιβληθεί στην Ευρώπη, την «εμμονή της με την δημοσιονομική λιτότητα» που στραγγαλίζει την όποια ελπίδα για ανάπτυξη. Φυσικά, οι αιτιάσεις του δεν ήρθαν σε άσχετο χρόνο, ούτε μίλαγε απλά για κάποια χώρα του Νότου, αλλά για την Ευρώπη συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της ίδια του της χώρας.
Πίσω από την πολιτική κρίση και την στάση του Γάλλου υπουργού, βρίσκεται αδιαμφισβήτητα η οικονομική κατάρρευση της Ευρώπης και το βούλιαγμά της στον φαύλο κύκλο χρέους-αποπληθωρισμού -ύφεσης, που πλέον έχει «ξεπεράσει» την περιφέρεια και χτυπά στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης, στις καπιταλιστικές μητροπόλεις: στη Γαλλία που βρίσκεται σε ύφεση, αλλά και στην ίδια την Γερμανία, που «φλερτάρει» με την ύφεση, βλέποντας το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται.
Οι δηλώσεις του Γάλλου υπουργού Οικονομίας, πως η Γαλλία πρέπει να «αντισταθεί» σε αυτή την πολιτική λιτότητας και στις «υπερβολικές εμμονές των Γερμανών συντηρητικών», αλλά και πως η Γαλλία πρέπει να πάψει «να άγεται και να φέρεται» από την Γερμανία και να της «υψώσει τον τόνο», δεν συνιστούν απλά ομολογία της χρεοκοπίας της Ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά ταυτόχρονα κι ένα σημαντικό κρούσμα αμφισβήτησης του περίφημου Γαλλογερμανικού άξονα. Σε εποχές συνολικής καθίζησης του Ευρωπαϊκού οράματος, είναι τα στενά συμφέροντα του έθνους-κράτους και οι εθνικοί ανταγωνισμοί τα πρωτεύοντα χαρακτηριστικά της αστικής πολιτικής. Πέρα όμως, από την προσωπική του άποψη, εκφράζει ταυτόχρονα κι ένα κύμα αμφισβήτησης της Γερμανικής πολιτικής, που συναντάται όλο και πιο συχνά μεταξύ Ευρωπαίων αξιωματούχων.
Πάντως, μεγάλα διεθνή μέσα, όπως οι Financial Times ή η Frankfurter Allgemeine Zeitung, συνδέουν τις δηλώσεις του Μοντεμπούρ και με άλλες αντίστοιχου πνεύματος δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης, βγάζοντας στην επιφάνεια την εσωτερική κρίση μέσα στο ίδιο το Σοσιαλιστικό Κόμμα, με την «αριστερή» πτέρυγα να έχει ξεκινήσει… «αντάρτικο» ενάντια στην ενδοτικές σχέσεις πλήρους ευθυγράμμισης με τη Γερμανία της Μέρκελ. Ο πρόεδρος Ολάντ, του οποίου η δημοτικότητα κατρακυλά στα Τάρταρα, όπως και του πρωθυπουργού Βαλς, αντιμετώπισαν τα τελευταία γεγονότα ως μία ευκαιρία να «τελειώνουν» με τους «αντάρτες» στο εσωτερικό του Κόμματός τους, ξεκαθαρίζοντας «την ήρα από το στάρι».
Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά παρά μόνο με μια ακόμα πιο «δεξιά» προσαρμογή, προς την «λογική Μέρκελ», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν διεθνείς αναλυτές. Και όντως, η νέα κυβέρνηση που ορκίστηκε στις 26 Αυγούστου είναι δύσκολο να ξεχωρίσει από μια κλασσική δεξιά κυβέρνηση, γι’ αυτό και συνάντησε πολλές αρνήσεις στελεχών των Σοσιαλιστών να ενταχθούν σε αυτή. Δεσπόζουσα και πιο πολυσυζητημένη μορφή του νέου κυβερνητικού σχήματος ο 36χρονος Εμμανουέλ Μακρόν. Ενδεικτικό των προθέσεων της νέας κυβέρνησης, ο νέος υπουργός Οικονομίας, στη θέση του «αντάρτη» Μοντεμπούρ, είναι πρώην τραπεζίτης/golden boy, πρώην «εκ δεξιών» επικριτής του Ολάντ και πατενταρισμένος άνθρωπος του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Είναι δεδομένο πως, μαζί με την Γαλλία, που βουλιάζει οικονομικά, η πολιτική κρίση βυθίζει και τον ίδιο τον πρόεδρο Ολάντ, που παραπαίει μέσα στην ανυποληψία. Η επιλογή ενός τέτοιου υπουργού οικονομικών, είναι «θείο δώρο» για τους αντιπολιτευόμενους επικριτές του που απαιτούν ήδη πρόωρες εκλογές. Και δεν είναι μόνο η Δεξιά εκείνη που επωφελείται από την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση, αλλά και οι φασίστες της Μαρίν Λεπέν και του Εθνικού Μετώπου, με τον αντιπρόεδρό τους, να δίνει το… «αντισυστημικό» τους στίγμα, κάνοντας λόγο για «επισημοποίηση της κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου», σχετικά με την υπουργοποίηση του Μακρόν.
Όσο φαιδρές κι αν είναι οι δηλώσεις των φασιστών, των μεγαλύτερων δούλων των αφεντικών, δεν μπορεί παρά να προβληματίσει μια ενδεχόμενη ενίσχυσή τους, βγαλμένη μέσα από την «σοσιαλιστική» κατάρρευση. Θα αποτελέσει συνέχεια, άλλωστε, της ανησυχητικής πρωτιάς που ήδη από τις Ευρωεκλογές του Μαΐου είχαν κατακτήσει.
Κανείς Ολάντ δεν θα μπορούσε να ανακόψει μια τέτοια εξέλιξη. Mόνο η εργατική τάξη και η αριστερά, προωθώντας ένα πρόγραμμα επαναστατικής διεξόδου μπορεί να βγάλει από την κρίση την Γαλλία και για την ήπειρο.
Κ. Αποστολόπουλος