του Salah Musa
Πολλοί έφυγαν.
Τους αποχαιρετήσαμε
με λίγο ψωμί,
λίγο θυμίαμα,
μια χούφτα χώμα
κι ένα βλέμμα που δεν ήξερε πού να σταθεί.
Είπαμε:
«Κάνε υπομονή.»
Μα ποια υπομονή
δεν κουράστηκε κάποτε
να περιμένει;
Διαβάσαμε έναν στίχο
από το Κοράνι.
Η ζωή,
είπαμε,
δεν είναι παρά μια στιγμή
που περνά
σαν το νερό ανάμεσα στα δάχτυλα.
Ακουμπήσαμε λουλούδια
επάνω στους τάφους.
Και πιο πέρα,
οι φοίνικες
έγερναν το κεφάλι τους,
σαν να θυμούνταν
κάποιον που δεν γύρισε ποτέ.
Πολλοί πέθαναν.
Εμένα
με σκέπασαν με χώμα.
Μα δεν πρόλαβα να πεθάνω.
Τότε γιατί
τόση γη επάνω μου;
Ακόμη ανασαίνω.
Το κεφάλι μου
μια πληγή
που έμαθε να σωπαίνει.
Τα πόδια μου
συνεχίζουν.
Ένας δρόμος κουρασμένος
κρατάει ακόμη
το βάρος των βημάτων μου.
Κι η καρδιά…
η καρδιά επιμένει.
Δεν χτυπά μονάχα.
Σπάζει
τη σιωπή.
✻ ✻ ✻
Πολλοί πέθαναν.
Κι εγώ
περπατώ ανάμεσα στους τάφους,
κρατώντας στα χέρια
ένα τραγούδι
που δεν τελείωσε.
Κάπου,
ένα πουλί
δοκιμάζει ξανά
τη φωνή του.
Τα γράμματα
βρίσκουν το ένα το άλλο,
ενώνονται,
γίνονται στίχος.
Ο ουρανός
ανάβει αργά
τα μικρά του αστέρια,
σαν κάποιος
να ξαναμαθαίνει
το όνομα της αυγής.
Στο μέτωπο της γης
τρέχει αίμα.
Κι όμως,
κάτω απ’ το χώμα,
κάτι επιμένει.
Ένα κόκαλο.
Ένα χέρι.
Μια ανάσα.
Κάποιος ψιθυρίζει.
Δεν ξέρω ποιος.
Μα ο ψίθυρος
μεγαλώνει.
Οι τάφοι
δεν μένουν για πάντα
κλειστοί.
Οι νεκροί
σηκώνονται
αργά,
όχι από θαύμα,
αλλά από μνήμη.
Και τότε
η νίκη
δεν φωνάζει.
Περνά
σιωπηλή,
σαν το πρώτο φως
που ακουμπά
ένα παράθυρο.
Σκύβει
επάνω από τους τάφους
και ψιθυρίζει.
Κανείς
δεν ακούει τις λέξεις.
Μόνο η γη
χαμογελά
σαν να τις γνώριζε
από πάντα.

