του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου1Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Εφ.Συν. στις 05/03/2021.

Η εγκληματική αντιμετώπιση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη/Χρυσοχοΐδη του έγκλειστου στη φυλακή απεργού πείνας Δ. Κουφοντίνα, που τον οδηγεί στο θάνατο και έχει έναν πολιτικό και σαφώς εκδικητικό χαρακτήρα, απέναντι στον «δολοφόνο τρομοκράτη», δεν περιορίζεται, ωστόσο, μόνο σ’ αυτό. Στοχεύει πολύ ευρύτερα.

Η μεταχείριση που η κυβέρνηση κάνει στον Δ. Κουφοντίνα, καταστρατηγώντας τα όποια εναπομείναντα δικαιώματά του ως ισοβίως κρατούμενου (επικαλούμενη, όπως παντού, την «ατομική ευθύνη» του για τον θάνατο που αυτή του προκαλεί), θυμίζει πολύ αυτό που λέει ο G. Agamben για την συνάρθρωση της κυριαρχίας/εξουσίας με τη γυμνή/βιολογική ζωή: «η σφαίρα της κυριαρχίας, λέει, είναι εκείνη εντός της οποίας κάποιος μπορεί να φονεύσει δίχως να διαπράξει ανθρωποκτονία και χωρίς να τελεστεί θυσία, και ιερή, δηλαδή, φονεύσιμη και άθυτη, είναι η ζωή που αιχμαλωτίστηκε σ’ αυτή τη σφαίρα». Αυτό, δηλαδή, που αποκαλεί ως «κατάσταση εξαίρεσης» και αφορά «τον απογυμνωμένο από κάθε ιδιότητα και δικαίωμα άνθρωπο, στον οποίο ασκείται από τον κυρίαρχο ένα δικαίωμα ζωής ή θανάτου». Τώρα ο Κουφοντίνας, αύριο όποιος/α από όλους/ες μας.

Η έμφαση που δίνεται στον χαρακτηρισμό του «δολοφόνου» και μάλιστα από κάποιους που καταλήγουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά του ως φυλακισμένου (εν προκειμένω την μεταφορά του στις φυλακές Κορυδαλλού) δεν είναι καθόλου τυχαία. Σίγουρα το ζήτημα της ατομικής τρομοκρατίας έχει από παλιά απασχολήσει και προβληματίσει το εργατικό κίνημα, ως εμπόδιο, από πλευράς «τακτικής και στρατηγικής», σε μια πραγματικά επαναστατική και μαζικά αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Και σίγουρα, «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα». Αλλά αυτό είναι ζήτημα του κινήματος να το ξεκαθαρίσει και να το ξεπεράσει και όχι της αστυνομίας.

Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι και η ατομική τρομοκρατία έχει τις πηγές της στην καθημερινή βία και την τρομοκρατία που ασκεί η κυρίαρχη εξουσία. Όπως, επίσης, και ότι μια από τις βασικές πτυχές της ανάδυσης της «17 Νοέμβρη» ήταν, μεταξύ άλλων, και η ατιμωρησία, από την μεταπολιτευτική κοινοβουλευτική «δημοκρατία», των βασανιστών και δολοφόνων της χούντας. Πολλοί από τους συνεργάτες της δολοφονικής χούντας ενσωματώθηκαν μαζικά, ως μια αυτονόητη συνέχεια του κράτους και της κυρίαρχης εξουσίας, στην δήθεν δημοκρατία που την διαδέχτηκε και κάποιοι από αυτούς εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα, κοντά 50 χρόνια μετά, ως συνεργάτες αυτής της κυβέρνησης που, τώρα, δολοφονεί τον Δ. Κουφοντίνα.

Για τις δολοφονίες, όμως, που κάνει καθημερινά το κυρίαρχο σύστημα με τις ασκούμενες πολιτικές του, για τις συνέπειες που έχουν στις ανθρώπινες ζωές, στα πιο καταπιεσμένα στρώματα αυτής της κοινωνίας, δεν μιλάμε.

Για τις καθημερινές δολοφονίες ψυχών και σωμάτων που προκαλεί η κάθε υπουργική υπογραφή για περικοπές, για την συρρίκνωση και την ατέρμονη ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, για ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ., δεν μιλάμε.

Τι άλλο από δολοφονίες (αν δεν φοβόμαστε τις λέξεις) είναι οι θάνατοι εν μέσω πανδημίας, όχι μόνο από την διάτρητη αποτελεσματικότητα της αστυνομευόμενης καραντίνας και από την συνολικά αμφιλεγόμενη αντιμετώπιση των νοσούντων από covid-19, αλλά, ως «παράπλευρη απώλεια», και των ατόμων που πάσχουν από άλλα νοσήματα, τα οποία εγκαταλείπονται, δεν χειρουργούνται, δεν τους γίνονται ακόμα και οι θεραπείες που έχουν ανάγκη (λόγω μετατροπής πολλών μονάδων σε κλινικές covid-19), εξαιτίας της ασφυξίας ενός απεξαρθρωμένου συστήματος υγείας που η κυβέρνηση, ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο πανδημίας, αρνείται συστηματικά να στελεχώσει και να χρηματοδοτήσει;

Τι άλλο από δολοφονίες είναι στην πραγματικότητα το πλήθος των αυτοκτονιών στις οποίες ωθούνται άτομα που χάνουν τον εαυτό τους και την όποια ελπίδα για ζωή ως συνέπεια όλων αυτών;

Όλα αυτά λες και είναι «φυσικά φαινόμενα», τυχαία γεγονότα, ή προϊόντα της «ατομικής ευθύνης», που απλώς καταγράφονται ως στατιστικά στοιχεία.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η κυβέρνηση, που εξανάγκασε τον Δ. Κουφοντίνα να καταφύγει στην απεργία πείνας και τώρα τον σπρώχνει στον θάνατο, τον δολοφονεί, στοχεύει στην αξιοποίηση των όποιων συνεπειών από αυτόν, για την επιβολή ενός ακόμα πιο αστυνομοκρατούμενου καθεστώτος, ενόψει όλων αυτών που ξέρει ότι την περιμένουν στην «μετά» την πανδημία περίοδο – ίσως, όμως, και μέσα σ’ αυτήν.

Μ’ ένα χρέος πολύ μεγαλύτερο από αυτό της εποχής των μνημονίων (τότε στο 180 % του ΑΕΠ, σήμερα στο 220% του ΑΕΠ).

Ξέρει ότι ο θάνατος του Δ. Κουφοντίνα μπορεί να προκαλέσει μια εξέγερση, την οποία προετοιμάζεται να καταστείλει και να χρησιμοποιήσει τις συνθήκες της καταστολής της ως μιας «κατάστασης διαρκούς εκτάκτου ανάγκης», ως μιας εσαεί «πανδημίας αστυνομοκρατίας», για να αντιμετωπίσει τις αντιστάσεις και τις εξεγέρσεις των μαζών απέναντι στην αβίωτη ζωή που έχουν προκαλέσει οι συνέπειες της αλληλεπίδρασης πανδημίας και οικονομικής κρίσης, για να περάσει περαιτέρω μέτρα που θ’ αποδομούν τα όποια εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα και να προσαρμόσει τις ζωές της συντριπτικής πλειονότητας σε συνθήκες εσαεί φτώχειας και εξαθλίωσης. Γιατί αυτό είναι το μέλλον, το άμεσο αλλά και στο διηνεκές, του καπιταλισμού.

Και είναι γι’ αυτό που ο Χρυσοχοΐδης, με τα εύσημα της CIA για τις συλλήψεις και τη διάλυση της «17 Νοέμβρη» το 2002, έχοντας εμπλακεί, όλα αυτά τα χρόνια, ως Υπουργός κρατικής καταστολής, σε ό,τι πιο αντιδραστικό εργαλείο επινοήθηκε για την θωράκιση του επιτελικού κράτους (η Αμυγδαλέζα και τα πρώτα στρατόπεδα για πρόσφυγες και μετανάστες το 2012, ήταν δικό του δημιούργημα), με το που ανέλαβε ξανά το αγαπημένο του Υπουργείο ΠροΠο, ξεκίνησε, πολύ προ της πανδημίας, την οργάνωση μιας χωρίς προηγούμενο ασφυκτικής αστυνόμευσης κάθε πτυχής της ζωής, στην πόλη και σ’ όλη τη χώρα. Πάρα την κρίση που την μαστίζει και την σαπίλα που την διακρίνει, η κυβέρνηση αυτή έχει έναν εντεταλμένο ρόλο να παίξει στην περιοχή, στη γραμμή που δίνουν η αμερικάνικη πρεσβεία και οι Βρυξέλλες και μόνο ένα ακροδεξιό μόρφωμα αυστηρού «νόμου και τάξης», όπως είναι αυτό στο οποίο μορφοποιείται αυτή η κυβέρνηση, μπορεί να εξυπηρετήσει τις στρατηγικές τους επιδιώξεις.

Διεκδικώντας την άμεση ικανοποίηση του αιτήματος του Δ. Κουφοντίνα, είναι, ταυτόχρονα, σημαντικό να στραφούμε στη συνολική κατάσταση που ζούμε – μια κατάσταση που απαιτεί, ξανά, ενόψει, ας το πούμε, «προβλέψιμα απρόβλεπτων» εξελίξεων, έναν έμπρακτο αναστοχασμό, πάνω στην διαλεκτική «μέσων και σκοπού», που είναι άμεσης ανάγκης.

Φωτογραφίες: Θόδωρος Κουτσουμπός (καταστολή διαδήλωσης 05/03)

Υποσημειώσεις

1Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Εφ.Συν. στις 05/03/2021.