του Γιάννη Αγγέλη

Στην δημόσια δήλωση της Λαγκάρντ, με την οποία επιβεβαιώνεται ότι η “επιβράδυνση” της οικονομίας μετά το τρίτο τρίμηνο στην Ευρωζώνη θα είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είχε προβλεφθεί, κρύβεται η μισή αλήθεια για το εύρος των προβλημάτων που επικρατούν στο ΔΣ της ΕΚΤ.

Η άλλη μισή αλήθεια αφορά την βαθειά ανησυχία που επικρατεί “οριζόντια” στους κεντρικούς τραπεζίτες για το ευρώ σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών και τις αντιδράσεις των αγορών σε αυτό.

Για το πρώτο μίλησε η Λαγκάρντ δημόσια μετά την συνάντηση του ΔΣ, για το δεύτερο μίλησαν αλλά όχι δημόσια οι κεντρικοί τραπεζίτες στη διάρκεια του ΔΣ της ΕΚΤ το βράδυ της Τετάρτης 28/10.

Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά τις εσωτερικές διαφωνίες στο ΔΣ μεταξύ “σκληρών” και “χαλαρών”, στο ΔΣ της Πέμπτης υπήρξε συμφωνία για την αναβολή της παρέμβασης για τον Δεκέμβριο, μέχρι να διαμορφωθεί μία περισσότερο συγκεκριμένη εκτίμηση για την διεθνή κυρίως κατάσταση και κυρίως για το τί θα ακολουθήσει την εκλογή του Αμερικανού προέδρου την ερχόμενη εβδομάδα στις αγορές συναλλάγματος…

Και ο λόγος είναι πολύ συγκεκριμένος.

Το επόμενο πακέτο παρέμβασης της ΕΚΤ που τυπικά έχει προαναγγελθεί για τον Δεκέμβριο, αλλά τίποτα –όπως διευκρίνισε η Λαγκάρντ– δεν εμποδίζει το ΔΣ σε έκτακτη απόφασή του να το ενεργοποιήσει ανά πάσα στιγμή εφ’ όσον χρειασθεί, θα είναι σε…. ευρώ.

Και βέβαια η αξία του ευρώ –και του νέου πακέτου– θα μπορεί να “υπολογισθεί” βασικά σε σχέση με το δολλάριο και την συναλλαγματική ισοτιμία των δύο μεγαλύτερων διεθνώς αποθεματικών νομισμάτων, με το δολλάριο να έχει το πάνω χέρι.

Η επέμβαση της ΕΚΤ

Οι επικείμενες παρεμβάσεις της ΕΚΤ είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα είναι σε τρία επίπεδα: επέκταση του PEPP1To έκτακτο QE (πρόγραμμα αγορών τίτλων κρατικού και ιδιωτικού χρέους) που ξεκίνησε η ΕΚΤ τον Μάρτιο με το ξέσπασμα της πανδημίας, για να κρατήσει τα επιτόκια χαμηλά και να μπορούν οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις να δανείζονται από τις αγορές φθηνά. σε όγκο και διάρκεια, περαιτέρω μείωση των επιτοκίων (είναι ήδη αρνητικά) και επέκταση της “δανειακής”, στην πραγματικότητα επιδοτούμενης, στήριξης των τραπεζών.

Το εύρος, όμως, και η εσωτερική σύνθεση του πακέτου δεν εξαρτάται μόνο από το βάθος της ύφεσης στο τέταρτο τρίμηνο της ευρω-οικονομίας. Θα εξαρτηθεί και από την “δύναμη” του ευρώ, η οποία θα καθορίσει τις εξαιρετικά κρίσιμες για την ευρω-οικονομία συναλλαγές της στο εξωτερικό εμπόριο και τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου.

Με άλλα λόγια, το αν θα διαμορφωθούν όροι μεγάλης εισροής ή εκροής κεφαλαίων στην Ευρωζώνη, εξ αιτίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ–δολλαρίου, πράγμα που θα καθορίσει με την σειρά του το πόσο ευκολότερος ή δυσκολότερος θα είναι ο δημοσιονομικός δανεισμός της ευρωζώνης μέσα στην ύφεση.

Για την πορεία της οικονομίας στο τέταρτο τρίμηνο του 2020, τα στοιχεία της ΕΚΤ που ήταν στην διάθεση του ΔΣ την Πέμπτη δεν άφησαν κανένα σημείο αμφιβολίας. Η Ευρωζώνη στο τέταρτο τρίμηνο και με τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, να είναι σε lockdown τον μήνα Νοέμβριο, βυθίζεται εκ νέου σε ύφεση, της οποίας το μοναδικό εν μέρει άγνωστο στοιχείο είναι το βάθος και η διάρκεια…

Ακόμα και η Γερμανική οικονομία τον τελευταίο τρίμηνο εκτιμάται -σύμφωνα με την ΕΚΤ- ότι έχει μεγάλες πιθανότητες να βρεθεί και πάλι με αρνητικό πρόσημο.

Με άλλα λόγια δεν ήταν αυτό η ύφεση που υποχρέωσε την ΕΚΤ να αναβάλει την λήψη άμεσων μέτρων για τον Δεκέμβριο.

Άλλωστε η ΕΚΤ, όπως και η Fed, από τον Σεπτέμβρη του 2019 κινείται πάντα προληπτικά.

Ευρώ–δολλάριο

Εκείνο που υποχρέωσε την Λαγκάρντ να αναβάλει την ανακοίνωση των συγκεκριμένων μέτρων είναι η εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ με το δολλάριο μετά τις προεδρικές εκλογές, που θα πρέπει να συσχετισθεί με την ταχύτητα (για την ακρίβεια την “βραδύτητα”) με την οποία θα προχωρήσουν οι διαδικασίες ενεργοποίησης του περιβόητου Ταμείου Ανάκαμψης μέσα στο τελευταίο δίμηνο του 2020.

Σε κάθε περίπτωση το βασικό στοιχείο της επικείμενης παρέμβασης αφορά την εκτίμηση του εύρους του έκτακτου QE, ήτοι του PEPP, το οποίο έχει ήδη αυξηθεί από τα 750 δις ευρώ σε 1,35 δις ευρώ και σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις το αργότερο μέχρι τον Δεκέμβριο θα έχει αυξηθεί στα 1,85 τρις ευρώ.

Παράλληλα η διάρκειά του αναμένεται ότι θα επεκταθεί από τα τέλη Ιουνίου 2021, στο τέλος Δεκεμβρίου του 2021, ενώ η επανεπένδυση των πόρων του είναι άγνωστο ακόμα μέχρι πότε θα συνεχίζεται, σε συνδυασμό πάντα με τα επιδοτούμενα δάνεια στο τραπεζικό σύστημα.

Ήδη σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που έχει δώσει στην δημοσιότητα η ΕΚΤ, ο ισολογισμός της, δηλαδή η τροφοδοσία με ρευστότητα των ευρω-οικονομιών, έχει αγγίξει τα 6,8 τρις ευρώ περίπου, ήτοι έχει φτάσει το 66% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Η προσθήκη του νέου πακέτου, όποτε και αν αυτό γίνει, είτε εκτάκτως μέσα στον Νοέμβριο, είτε προγραμματισμένα από τον Δεκέμβριο, θα αυξήσει την στήριξη αυτή σε πάνω από 7 τρις ευρώ, επιχειρώντας να διευκολύνει αφ’ ενός τα κράτη μέλη να δανείζονται “φθηνά” για να χρηματοδοτήσουν τα δημοσιονομικά προγράμματα, ενισχύοντας ταυτόχρονα με επιδοτούμενα δάνεια την ρευστότητα των τραπεζών.

Και αφ’ ετέρου να στηρίζει με αγορές τίτλων την για πρώτη φορά χρηματοδότηση των κρατών μελών με ευρωπαϊκό διακρατικό χρέος, μέσω του λεγόμενου “Ταμείου Ανάκαμψης”.

Ένα τέτοιο γιγάντιο και μεσομακροπρόθεσμο πρόγραμμα χρηματοδότησης (στην πραγματικότητα “εκτύπωσης” χρήματος) από την ΕΚΤ, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να βασιστεί σε ασταθείς εκτιμήσεις για την δυναμική της “αξίας” του νομίσματος με το οποίο αυτή θα πραγματοποιηθεί.

Αυτή η κεντρικής σημασίας αβεβαιότητα υποχρέωσε την Λαγκάρντ και τους συναδέλφους της να “περιμένουν” με “ιδιαίτερη ανησυχία” τις αμερικάνικες εκλογές και τις αντιδράσεις των αγορών πριν αποφασίσουν το εύρος και την διάρκεια της επόμενης παρέμβασης.

Μιας παρέμβασης σε ένα τόσο ασταθές οικονομικό περιβάλλον, με τις βασικές οικονομίες της ευρωζώνης να βυθίζονται για άλλη μία φορά μέσα στον ίδιο χρόνο σε lockdown, προσωρινά μηνιάτικης -αλλά στην πραγματικότητα άγνωστης- διάρκειας και έκτασης…

Υποσημειώσεις   [ + ]

1.To έκτακτο QE (πρόγραμμα αγορών τίτλων κρατικού και ιδιωτικού χρέους) που ξεκίνησε η ΕΚΤ τον Μάρτιο με το ξέσπασμα της πανδημίας, για να κρατήσει τα επιτόκια χαμηλά και να μπορούν οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις να δανείζονται από τις αγορές φθηνά.