Το σπίτι του Χίτλερ έγινε αστυνομικό τμήμα

Ο φασισμός δεν εξουδετερώνεται με αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και περισσότερη κρατική καταστολή

του Άρη Μαραβά

Στις 22 Ιουλίου εγκαινιάστηκε στο Μπράουναου αμ Ιν, μια αυστριακή πόλη στα σύνορα με τη Γερμανία, το νέο αστυνομικό κέντρο που στεγάζεται στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Αδόλφος Χίτλερ στις 20 Απριλίου 1889. Στο κτίριο της οδού Salzburger Vorstadt 15 μεταφέρθηκαν το τοπικό αστυνομικό τμήμα και η περιφερειακή αστυνομική διοίκηση. Η αυστριακή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να «απομυθοποιήσει» το κτίριο και να εμποδίσει τη μετατροπή του σε τόπο προσκυνήματος για νεοναζί και ακροδεξιούς.

Η ανακατασκευή άρχισε το 2023 και κόστισε περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ1Η επίσημη έναρξη λειτουργίας του αστυνομικού τμήματος πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026. Ο Χίτλερ γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1889 και έζησε στο συγκεκριμένο κτίριο μόνο τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του.. Το κτίριο είχε παραμείνει άδειο από το 2011, ενώ πέρασε στην ιδιοκτησία του αυστριακού κράτους το 2017, έπειτα από πολυετή δικαστική διαμάχη και αναγκαστική απαλλοτρίωση2Οι εργασίες ανακατασκευής άρχισαν το φθινόπωρο του 2023. Το κτίριο παρέμενε κενό από το 2011 και απαλλοτριώθηκε από το αυστριακό κράτος το 2017, ύστερα από μακροχρόνια διαμάχη με την ιδιοκτήτριά του.. Η πρόσοψή του άλλαξε, τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που θα μπορούσαν να το καταστήσουν αναγνωρίσιμο περιορίστηκαν και ακόμη και τα οικοδομικά υλικά απομακρύνθηκαν με τρόπο που θα απέτρεπε τη μετατροπή τους σε «κειμήλια» για νεοναζιστικούς κύκλους3Η ανακατασκευή κόστισε περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ. Τα μπάζα απομακρύνθηκαν σε μυστική τοποθεσία ώστε να μη χρησιμοποιηθούν ως νεοναζιστικά «κειμήλια», ενώ η πρόσοψη ανασχεδιάστηκε για να περιοριστεί η αναγνωρισιμότητα του κτιρίου..

Ο υπουργός Εσωτερικών Γκέρχαρντ Κάρνερ παρουσίασε τη νέα χρήση του κτιρίου ως νίκη της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Σύμφωνα με το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα, η αστυνομία αντιπροσωπεύει «το ακριβώς αντίθετο» από τον ναζισμό: την ασφάλεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία της δημοκρατικής νομιμότητας. Μπροστά από το κτίριο παραμένει ο αναμνηστικός λίθος από το Μαουτχάουζεν με την επιγραφή: «Για την ειρήνη, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Ποτέ ξανά φασισμός. Εκατομμύρια νεκροί προειδοποιούν».

Ωστόσο, η επιλογή της αστυνομίας δεν έγινε δεκτή χωρίς αντιδράσεις. Κάτοικοι επέκριναν το τεράστιο κόστος του έργου, ενώ ιστορικοί και οργανώσεις μνήμης υποστήριξαν ότι το κτίριο θα έπρεπε να μετατραπεί σε ανοιχτό κέντρο ιστορικής εκπαίδευσης, αντιφασιστικής δράσης και διεθνούς συνεργασίας. Πολλοί επισήμαναν ότι η εγκατάσταση αστυνομικού τμήματος είναι προβληματική, επειδή η αστυνομία σε κάθε πολιτικό σύστημα καλείται να προστατεύει εκείνο που επιθυμεί η εκάστοτε κρατική εξουσία.

Δεν γεννήθηκε ο φασισμός σε ένα σπίτι

Το βασικό πρόβλημα της κυβερνητικής πολιτικής βρίσκεται στην προσπάθειά της να παρουσιάσει τον φασισμό κυρίως ως ιστορικό σύμβολο, ως επικίνδυνη μνήμη ή ως παθολογική ιδεολογία ορισμένων περιθωριακών ομάδων. Σαν να μπορούσε να «εξουδετερωθεί» με την αλλαγή της πρόσοψης ενός κτιρίου, την τοποθέτηση καμερών και τη μόνιμη παρουσία ενόπλων αστυνομικών. Ο φασισμός, όμως, δεν γεννήθηκε στο σπίτι του Χίτλερ. Γεννήθηκε μέσα από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής, τις οικονομικές κρίσεις, την καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων, την ανεργία, την στρατιωτική ήττα της Γερμανίας και τον εθνικισμό, τον φόβο της αστικής τάξης απέναντι στην οργανωμένη εργατική δύναμη.

Ο Χίτλερ δεν κατέλαβε την εξουσία μόνο χάρη στην προπαγάνδα ή την προσωπική του επιρροή. Στηρίχθηκε από μεγάλα τμήματα του γερμανικού κεφαλαίου, τα οποία αναζητούσαν μια δύναμη ικανή να συντρίψει τα εργατικά κόμματα, τα συνδικάτα και κάθε δυνατότητα σοσιαλιστικής ανατροπής. Ο Τρότσκι επέμενε ότι ο φασισμός δεν αποτελεί απλώς μια αυταρχικότερη κυβέρνηση ή μια συνηθισμένη αστυνομική δικτατορία. Είναι ένα μαζικό αντεπαναστατικό κίνημα, το οποίο κινητοποιεί απελπισμένα μικροαστικά στρώματα και τα μετατρέπει σε πολιορκητικό κριό για τη φυσική καταστροφή των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να ανατεθεί στην αστυνομία, στη δικαιοσύνη ή στους θεσμούς του αστικού κράτους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αστική δημοκρατία και ο φασισμός είναι το ίδιο πράγμα. Μια τέτοια εξίσωση θα ήταν πολιτικά επικίνδυνη. Οι δημοκρατικές ελευθερίες, το δικαίωμα στην απεργία, στη συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση, στην έκφραση και στη διαδήλωση, αποτελούν κατακτήσεις που η εργατική τάξη πρέπει να υπερασπίζεται. Ο φασισμός επιδιώκει ακριβώς την ολοκληρωτική καταστροφή τους. Ωστόσο, το κράτος που σήμερα παρουσιάζεται ως ουδέτερος υπερασπιστής της δημοκρατίας παραμένει, σε τελευταία ανάλυση, οργανωτής και εγγυητής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας. Η αστυνομία μπορεί να απομακρύνει μια νεοναζιστική συγκέντρωση από το συγκεκριμένο κτίριο. Δεν μπορεί όμως να εξαλείψει τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν την Ακροδεξιά – τον δηλητηριώδη εθνικισμό και τον φασισμό. Δεν μπορεί να σταματήσει την ανεργία, την ακρίβεια, την εργασιακή ανασφάλεια, την καταστροφή των κοινωνικών υπηρεσιών και τη διάδοση του ρατσισμού από τα ίδια τα αστικά κόμματα. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να αποτελέσει τον βασικό φορέα της αντιφασιστικής πάλης, όταν χρησιμοποιείται καθημερινά για την επιτήρηση των φτωχών, τον έλεγχο των μεταναστών και την καταστολή εργατικών και κοινωνικών κινητοποιήσεων.

Μνημεία κατά του φασισμού, άνοδος της Ακροδεξιάς

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη καθώς η Αυστρία εγκαινιάζει ένα πανάκριβο «σύμβολο δημοκρατίας» την ίδια στιγμή που η Ακροδεξιά ενισχύεται πολιτικά. Στις βουλευτικές εκλογές του 2024 το ακροδεξιό Κόμμα Ελευθερίας, FPÖ, ήρθε πρώτο με 28,8% και 57 έδρες, αυξάνοντας τη δύναμή του κατά περισσότερες από δώδεκα ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019. Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η πιθανότητα να συγκεντρωθούν μερικές δεκάδες νεοναζί μπροστά σε ένα ιστορικό κτίριο. Το πρόβλημα είναι η κανονικοποίηση του εθνικισμού, της αντιμεταναστευτικής πολιτικής, του αυταρχισμού και του κοινωνικού μίσους μέσα στην επίσημη πολιτική ζωή. Παράλληλα, ο Δήμος του Μπράουναου χρειάστηκε να φτάσει στο 2026 για να εφαρμόσει τη μετονομασία δρόμων που εξακολουθούσαν να τιμούν προσωπικότητες συνδεδεμένες με τον ναζισμό. Η καθυστερημένη αυτή ενέργεια δείχνει πόσο επιλεκτική υπήρξε επί δεκαετίες η επίσημη διαχείριση της ιστορικής μνήμης.

Η αυστριακή άρχουσα τάξη επιθυμεί να παρουσιάσει τον ναζισμό ως ένα ξένο σώμα που επιβλήθηκε στη χώρα αποκλειστικά από τη Γερμανία. Όμως η ναζιστική κυριαρχία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συνεργασία κρατικών μηχανισμών, επιχειρηματιών, ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων και σημαντικού τμήματος της αυστριακής κοινωνικής ελίτ. Η πραγματική ιστορική ευθύνη δεν αντιμετωπίζεται απλώς με την απομάκρυνση των εμφανών συμβόλων, αλλά με την αποκάλυψη των κοινωνικών συμφερόντων που στήριξαν τον φασισμό.

Η αντιφασιστική πάλη είναι ταξική πάλη

Τα 20 εκατομμύρια ευρώ θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ενός διεθνούς κέντρου αντιφασιστικής εκπαίδευσης, ανοιχτού σε μαθητές, εργαζομένους, συνδικάτα, πρόσφυγες και κοινωνικά κινήματα. Θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ιστορική έρευνα, αρχεία, προγράμματα μνήμης και δράσεις ενάντια στον ρατσισμό. Αντί γι’ αυτό, δημιουργήθηκε ακόμη ένας κλειστός κρατικός χώρος, στον οποίο η κοινωνία δεν θα μπορεί ουσιαστικά να έρθει αντιμέτωπη με την ιστορία. Η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να επιτρέψει τη μετατροπή του σπιτιού του Χίτλερ σε νεοναζιστικό προσκύνημα. Δεν πρέπει όμως να αποδεχτεί και την ιδέα ότι το αστικό κράτος μπορεί να «καθαρίσει» την ιστορία μέσω της αστυνομικής παρουσίας.

Η απάντηση στον φασισμό βρίσκεται στην ανεξάρτητη οργάνωση των εργαζομένων, στην ενότητα ενάντια στις φασιστικές συμμορίες, στην υπεράσπιση των μεταναστών και των καταπιεσμένων, στην ανασυγκρότηση μαχητικών συνδικάτων και στη δημιουργία μιας επαναστατικής πολιτικής δύναμης. Το σύνθημα «Ποτέ ξανά φασισμός» αποκτά πραγματικό περιεχόμενο μόνο όταν συνδέεται με τον αγώνα ενάντια στο σύστημα που τον γεννάει – και σήμερα περιλαμβάνει όχι μόνο τον αγώνα κατά του αντισημιτισμού, αλλά και κατά της ισλαμοφοβίας και τον αγώνα κατά της γενοκτονίας του λαού της Παλαιστίνης στη Γάζα. Ο φασισμός δεν θα ηττηθεί επειδή η λέξη «Αστυνομία» τοποθετήθηκε στην πρόσοψη του σπιτιού όπου γεννήθηκε ο Χίτλερ. Θα ηττηθεί όταν η εργατική τάξη αποκτήσει τη δύναμη να στερήσει από το μεγάλο κεφάλαιο τη δυνατότητα να επιστρατεύει ξανά τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και την πολιτική βία για να διασώσει την εξουσία και τα κέρδη του.

Υποσημειώσεις[+]