Η «Οδύσσεια» απέναντι στη MAGA και στην αναζήτηση μιας ανύπαρκτης «χρυσής εποχής»
του Άρη Μαραβά

Πριν ακόμη η νέα Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν φτάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες, είχε ήδη μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Η επιλογή ενός τρανς ηθοποιού για τον ρόλο του Σίνωνα και μιας μαύρης ηθοποιού για την Ελένη προκάλεσε μια οργανωμένη εκστρατεία ρατσισμού και τρανσφοβίας. Στα κοινωνικά δίκτυα κυκλοφόρησαν ψευδείς ειδήσεις, προσβλητικά σχόλια και εικόνες κατασκευασμένες με τεχνητή νοημοσύνη. Η ακροδεξιά δεν περίμενε να δει την ταινία. Της αρκούσε η υποψία ότι ο κόσμος της αρχαιότητας δεν θα παρουσιαζόταν όπως εκείνη τον είχε φανταστεί: λευκός, ανδροκρατούμενος, στρατιωτικός και αυστηρά ιεραρχημένος.
Η διαμάχη δεν αφορά απλώς το ποιος ηθοποιός είναι «κατάλληλος» για έναν μυθολογικό ρόλο. Πίσω από αυτήν βρίσκεται μια ευρύτερη σύγκρουση για την ιδιοκτησία του παρελθόντος. Ποιος έχει το δικαίωμα να ερμηνεύει την Ιστορία; Ποιος αποφασίζει τι σημαίνουν σήμερα η πατρίδα, ο ηρωισμός, ο ανδρισμός και ο πολιτισμός; Και, κυρίως, ποια κοινωνική δύναμη χρησιμοποιεί τη μνήμη για να νομιμοποιήσει το μέλλον που θέλει να οικοδομήσει;
Η ταινία του Νόλαν δεν είναι προφανώς σοσιαλιστικό έργο. Παραμένει μια μεγάλη παραγωγή της αμερικανικής πολιτιστικής βιομηχανίας, με όλες τις αντιφάσεις που αυτό συνεπάγεται. Ωστόσο, αγγίζει ένα ευαίσθητο νεύρο της αντίδρασης. Αρνείται να παρουσιάσει την αρχαιότητα ως έναν αμόλυντο παράδεισο στρατιωτικής πειθαρχίας και ανδρικής κυριαρχίας. Ο Οδυσσέας της δεν είναι απλώς ο ευφυής βασιλιάς που νικά τους εχθρούς και επιστρέφει στον θρόνο του. Είναι ένας άνθρωπος τραυματισμένος από όσα είδε και, κυρίως, από όσα έκανε.
Ο μύθος ως πεδίο ταξικής σύγκρουσης
Οι μύθοι δεν επιβιώνουν επί αιώνες επειδή μεταφέρουν ένα μοναδικό και αναλλοίωτο μήνυμα. Επιβιώνουν επειδή κάθε κοινωνία τούς διαβάζει ξανά μέσα από τις δικές της αντιθέσεις. Το ομηρικό έπος συγκροτήθηκε μέσα σε έναν κόσμο βασιλέων, πολεμιστών, γαιοκτημόνων και δούλων. Στο κέντρο του βρίσκονται οι πράξεις των ηγεμόνων, ενώ οι κωπηλάτες, οι αγρότες, οι αιχμάλωτες γυναίκες και οι ανώνυμοι νεκροί παραμένουν σχεδόν πάντοτε στο περιθώριο.
Αυτό δεν μειώνει τη λογοτεχνική δύναμη του έργου. Μας υποχρεώνει, όμως, να αναγνωρίσουμε την κοινωνική οπτική μέσα από την οποία διαμορφώθηκε. Η Οδύσσεια δεν αιωρείται πάνω από την Ιστορία. Φέρει τα ίχνη μιας ταξικής κοινωνίας όπου η εξουσία, ο πλούτος και η πολεμική δόξα ανήκαν σε μια μικρή αριστοκρατική μειονότητα.
Η κινηματογραφική ανάγνωση του Νόλαν δεν ανατρέπει αυτή τη δομή. Εξακολουθεί να αφηγείται την ιστορία ενός βασιλιά. Ανοίγει, όμως, μια ουσιαστική ρωγμή στην παραδοσιακή εικόνα του ήρωα. Ο Οδυσσέας δεν μπορεί πλέον να διαχωρίσει τη δόξα του από τα πτώματα πάνω στα οποία οικοδομήθηκε. Η επιστροφή του δεν εμποδίζεται μόνο από τη θάλασσα ή από την οργή των θεών. Εμποδίζεται από τη μνήμη.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η πολιτική δύναμη της ταινίας. Η ηρωική αφήγηση αρχίζει να αποσυντίθεται όταν ο ήρωας αναγνωρίζει τον εαυτό του και ως θύτη. Η αυτοκρατορική ιδεολογία χρειάζεται πάντοτε αθώους κατακτητές: στρατούς που δεν εισβάλλουν αλλά «απελευθερώνουν», κράτη που δεν λεηλατούν αλλά «εκπολιτίζουν», κυβερνήσεις που δεν καταπιέζουν αλλά «αποκαθιστούν την τάξη». Ένας Οδυσσέας που παραδέχεται ότι είναι εγκληματίας πολέμου απειλεί αυτή την κατασκευή.

Ο Δούρειος Ίππος της αντίδρασης
Η εικόνα του Δούρειου Ίππου προσφέρει μια εύστοχη μεταφορά για τη λειτουργία της MAGA. Το ακροδεξιό αυτό ρεύμα παρουσιάζεται ως δώρο προς τον «ξεχασμένο Αμερικανό». Υπόσχεται δουλειές, ασφάλεια, εθνική αξιοπρέπεια και επιστροφή σε μια εποχή κατά την οποία ο εργαζόμενος, υποτίθεται, ήταν σεβαστός και η χώρα πανίσχυρη.
Μέσα στην κοιλιά αυτού του πολιτικού Δούρειου Ίππου, όμως, δεν κρύβεται η κοινωνική αποκατάσταση των εργαζομένων. Κρύβονται οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, η αποδυνάμωση των συνδικάτων, η διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, η εργοδοτική αυθαιρεσία, οι απελάσεις, ο κρατικός αυταρχισμός και ο μιλιταρισμός. Η «ελευθερία» της ακροδεξιάς είναι, τελικά, η ελευθερία του δισεκατομμυριούχου να ελέγχει τον πλούτο, την τεχνολογία και τη δημόσια συζήτηση. Η «τάξη» της είναι η σιωπή στον χώρο εργασίας, η υπακοή στην οικογένεια και η πειθάρχηση όλων όσοι δεν χωρούν στο πρότυπο του λευκού, ετεροφυλόφιλου και επιθετικά αρρενωπού άνδρα.
Η δύναμη αυτής της πολιτικής δεν στηρίζεται μόνο στο ψέμα. Τρέφεται από πραγματικές κοινωνικές πληγές. Εργοστάσια έκλεισαν, ολόκληρες κοινότητες εγκαταλείφθηκαν, η κατοικία και η περίθαλψη μετατράπηκαν σε δυσβάσταχτα εμπορεύματα, ενώ η συνδικαλιστική οργάνωση υποχώρησε. Εκατομμύρια άνθρωποι αισθάνονται ότι έχασαν κάθε έλεγχο πάνω στη ζωή τους.
Η MAGA αναγνωρίζει αυτή την οργή, αλλά της δίνει πλαστή αιτία και πλαστό εχθρό. Αντί για τον εργοδότη, την τράπεζα και το μονοπώλιο, δείχνει τον μετανάστη, τη μαύρη γυναίκα, τον τρανς νέο και τον αριστερό εκπαιδευτικό. Μεταφράζει την κοινωνική ανασφάλεια σε φυλετικό φόβο και την ταξική ταπείνωση σε επιθετικό εθνικισμό. Προσφέρει στους ανθρώπους μια συμβολική υπεροχή απέναντι σε ακόμη πιο ευάλωτες ομάδες, ώστε να μη διεκδικήσουν πραγματική δύναμη απέναντι σε εκείνους που ελέγχουν την οικονομία.
Η μνήμη του πολέμου
Στην ταινία, ο λωτός της λήθης προσφέρει στον Οδυσσέα μια προσωρινή απόδραση από τις αναμνήσεις του. Όσο, όμως, η επίδρασή του εξασθενεί, επιστρέφουν οι εικόνες της κατεστραμμένης Τροίας. Ο ήρωας δεν βλέπει πια έναν ένδοξο θρίαμβο. Βλέπει φωτιά, λεηλασία, δολοφονημένους αμάχους και στρατιώτες αποκτηνωμένους από τη σφαγή. Κάποια στιγμή ομολογεί ότι δεν ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα. Η επιστροφή θα σήμαινε ότι έπρεπε να αντικρίσει εκείνον που είχε γίνει.
Η ψυχική οδύνη του Οδυσσέα αποκτά πολιτικό νόημα μόνο όταν συνδέεται με τις κοινωνικές δυνάμεις που παράγουν τον πόλεμο. Οι πόλεμοι δεν ξεσπούν απλώς επειδή οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους βίαιοι. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού γεννιούνται από τον ανταγωνισμό κρατών, μονοπωλίων και χρηματιστικών συμφερόντων για αγορές, πρώτες ύλες, ενεργειακούς δρόμους και σφαίρες επιρροής.
Οι κυβερνήσεις αποφασίζουν, οι πολεμικές βιομηχανίες κερδίζουν και τα παιδιά των εργατικών οικογενειών στέλνονται να σκοτώσουν άλλα παιδιά της ίδιας τάξης. Όταν επιστρέφουν, αν επιστρέψουν, κουβαλούν μαζί τους την καταστροφή μιας ξένης χώρας και τον ακρωτηριασμό της δικής τους ζωής.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να μιλάμε αφηρημένα για τη «συλλογική ενοχή» ενός έθνους. Ποια Αμερική έδωσε τις διαταγές και ποια στάλθηκε να πολεμήσει; Ποια κέρδισε από τα όπλα και ποια πλήρωσε τους φόρους; Ποια βομβάρδισε και ποια διαδήλωσε ενάντια στους βομβαρδισμούς; Οι εργαζόμενοι έχουν ευθύνη να αντισταθούν στα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομά τους, αλλά δεν μοιράζονται εξίσου την ευθύνη με τους προέδρους, τους στρατηγούς, τις πετρελαϊκές εταιρείες και τις βιομηχανίες όπλων.
Πατριαρχία, φυλή και κοινωνική πειθάρχηση
Η ακροδεξιά επίθεση στην ταινία φανερώνει πόσο στενά συνδέονται ο ρατσισμός, η πατριαρχία και η ταξική εξουσία. Η οργή για έναν τρανς Σίνωνα ή μια μαύρη Ελένη δεν προέρχεται από κάποιο ειλικρινές ενδιαφέρον για την ιστορική ακρίβεια. Η Οδύσσεια είναι μυθολογικό έπος, όχι αρχαιολογικό τεκμήριο. Αυτό που πραγματικά ενοχλεί είναι η αμφισβήτηση του δικαιώματος της αντίδρασης να ορίζει ποιος μπορεί να ενσαρκώνει την ομορφιά, τον ηρωισμό και την ανθρώπινη καθολικότητα.
Ο ρατσισμός δεν είναι απλώς μια λανθασμένη προκατάληψη. Έχει συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία: χωρίζει όσους εργάζονται σε «γνήσιους» και ξένους, λευκούς και μαύρους, πολίτες και μετανάστες. Με τον ίδιο τρόπο, η τρανσφοβία και ο σεξισμός αστυνομεύουν τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και προσφέρουν ένα εύκολο υποκατάστατο εξουσίας σε ανθρώπους που αισθάνονται ανίσχυροι στην πραγματική τους ζωή.
Η πατριαρχία δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα άθροισμα κακών συμπεριφορών. Ο καπιταλισμός την κληρονόμησε από προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, την αναμόρφωσε και την ενσωμάτωσε στη λειτουργία του. Η απλήρωτη οικιακή εργασία αναπαράγει καθημερινά την εργατική δύναμη. Η μισθολογική ανισότητα αυξάνει την εκμετάλλευση. Η αυταρχική οικογένεια διδάσκει από νωρίς την υπακοή στην ιεραρχία.
Η λεγόμενη «ανδρόσφαιρα» λέει στον επισφαλή άνδρα ότι για την απώλεια του κοινωνικού του ελέγχου δεν ευθύνεται το αφεντικό, αλλά η γυναίκα που διεκδικεί ισότητα, ο τρανς άνθρωπος που απαιτεί ορατότητα ή ο μετανάστης που αναζητά εργασία. Η αντίδραση του προσφέρει την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας πάνω στους πιο ευάλωτους, ώστε να μη στραφεί ενάντια σε εκείνους που κατέχουν πραγματικά την οικονομική και πολιτική εξουσία.
Η ταξική πολιτική, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον ρατσισμό, τον σεξισμό και την τρανσφοβία ως δευτερεύοντα ή «πολιτιστικά» ζητήματα. Οι μορφές αυτές καταπίεσης είναι υλικοί μηχανισμοί διαίρεσης και πειθάρχησης της εργατικής τάξης. Η ενότητά της δεν προκύπτει από την αποσιώπησή τους, αλλά από την κοινή πάλη για την κατάργησή τους.
Σε ποιον ανήκει η αρχαιότητα;
Η ακροδεξιά φαντασιώνεται την αρχαιότητα ως έναν κόσμο τάξης, στον οποίο κάθε φύλο, φυλή και κοινωνική ομάδα γνώριζε τη «φυσική» της θέση. Η εκμετάλλευση εξαφανίζεται από αυτήν την εικόνα επειδή παρουσιάζεται ως αιώνια ανθρώπινη συνθήκη. Η καταπίεση βαφτίζεται παράδοση και η σιωπή των καταπιεσμένων ονομάζεται κοινωνική αρμονία.
Η λατρεία των 300 του Ζακ Σνάιντερ είναι χαρακτηριστική. Οι αλύγιστοι και υπερβολικά μυώδεις Σπαρτιάτες έγιναν σύμβολα μιας κουλτούρας που εξυμνεί την πειθαρχία, την τεστοστερόνη, τη στρατιωτική βία και την περιφρόνηση της αδυναμίας. Η ιστορική Σπάρτη, μια κοινωνία θεμελιωμένη στην ακραία εκμετάλλευση των ειλώτων, μετατράπηκε σε φαντασιακό πρότυπο «ελευθερίας».
Η Οδύσσεια του Νόλαν κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δείχνει τον κατακτητή να τρέμει μπροστά στη μνήμη των θυμάτων του. Δεν εγκαταλείπει, βέβαια, το βλέμμα του βασιλιά, αλλά υπονομεύει τη βεβαιότητα ότι η νίκη τον καθιστά δίκαιο.
Η σύγκρουση για την αρχαιότητα είναι, συνεπώς, σύγκρουση για τη νομιμότητα. Όποιος παρουσιάζεται ως κληρονόμος του «μεγάλου πολιτισμού» διεκδικεί το δικαίωμα να καθορίσει το μέλλον. Όπως έδειξαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής είναι κατά κανόνα οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η άρχουσα τάξη ελέγχει μηχανικά κάθε βιβλίο, έργο τέχνης ή ταινία. Σημαίνει ότι διαθέτει τα υλικά μέσα παραγωγής και κυκλοφορίας των ιδεών και μπορεί να παρουσιάζει τα ιδιαίτερα συμφέροντά της ως φυσική και αιώνια αλήθεια.
Οι μύθοι αποτελούν μέρος της ταξικής πάλης όχι επειδή μπορούν από μόνοι τους να αλλάξουν την κοινωνία, αλλά επειδή διδάσκουν ποιος δικαιούται να κυβερνά, ποια ζωή αξίζει να μνημονεύεται και ποια μορφή βίας πρέπει να θεωρείται ένδοξη.
MAGA και φασιστικοποίηση
Η έννοια του φασισμού χρειάζεται ιστορική ακρίβεια. Η MAGA δεν αποτελεί απλό αντίγραφο του ιταλικού φασισμού ή του γερμανικού ναζισμού. Δεν έχει ακόμη συντρίψει ολοκληρωτικά τα συνδικάτα και τις οργανώσεις της αμερικανικής εργατικής τάξης. Δεν πρέπει, επομένως, να αντικαθιστούμε τη συγκεκριμένη ανάλυση με εύκολες ιστορικές αναλογίες.
Έχει, ωστόσο, συγκροτήσει ένα ισχυρό φασιστικοποιημένο ρεύμα: προσωπολατρία, μύθος εθνικής αναγέννησης, εξύμνηση της βίας, επιθετική πατριαρχία, μίσος για τον μετανάστη, συνωμοσιολογία, περιφρόνηση των δημοκρατικών περιορισμών και υπόσχεση εκκαθάρισης των «εσωτερικών εχθρών».
Η ταξική λειτουργία αυτού του ρεύματος δεν κρίνεται από το εισόδημα κάθε ψηφοφόρου του. Κρίνεται από τα συμφέροντα που εξυπηρετεί και από την κατεύθυνση στην οποία στρέφει την κοινωνική οργή. Ο ιστορικός φασισμός χρησιμοποίησε την απόγνωση των μικροαστικών στρωμάτων και την απογοήτευση τμημάτων της εργατικής τάξης ως πολιορκητικό κριό ενάντια στις εργατικές οργανώσεις. Η σημερινή ακροδεξιά κινείται μέσα στην ίδια κοινωνική λογική, έστω σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος που ψήφισε MAGA είναι συνειδητός φασίστας. Η συλλήβδην ηθική καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων τούς παραδίδει στην αντίδραση. Χρειάζεται αμείλικτη αντιπαράθεση με τον οργανωμένο φασιστικό πυρήνα, αλλά και υπομονετική ταξική πολιτική προς όσους παρασύρθηκαν από την απόγνωση, τις προηγούμενες ήττες και την απουσία μιας ορατής εργατικής εναλλακτικής.
Πρέπει να φανεί στην πράξη ότι ο μετανάστης δεν μειώνει τον μισθό· ο εργοδότης χρησιμοποιεί τον φόβο και την ανασφάλεια του μετανάστη για να μειώσει τους μισθούς όλων. Η γυναίκα δεν αφαιρεί την αξιοπρέπεια του άνδρα· η καπιταλιστική εργασία στερεί και από τους δύο τον έλεγχο της ζωής τους. Η ελευθερία ενός τρανς ανθρώπου δεν περιορίζει την ελευθερία κανενός εργαζομένου· διευρύνει το κοινό μέτωπο απέναντι στον κοινωνικό καταναγκασμό.
Η αντίφαση της πολιτιστικής βιομηχανίας
Η Οδύσσεια είναι ταυτόχρονα ένα αντιρατσιστικό πολιτιστικό γεγονός και ένα πανάκριβο εμπόρευμα της μονοπωλιακής βιομηχανίας του θεάματος. Το προοδευτικό της περιεχόμενο κυκλοφορεί μέσα από εταιρείες που οργανώνουν την τέχνη με κριτήριο το εισιτήριο, τη συνδρομή, το πνευματικό δικαίωμα και το κέρδος.
Η αντίφαση αυτή δεν ακυρώνει αυτόματα το έργο. Η τέχνη δεν αποτελεί μηχανική αντανάκλαση των προθέσεων εκείνων που τη χρηματοδοτούν. Παράγεται συλλογικά, εμπεριέχει αντιφατικές εμπειρίες και μπορεί να αποκτήσει σημασίες που ξεπερνούν τα όρια της εμπορικής της μορφής. Δεν παύει, όμως, να υπόκειται σε αυτά τα όρια.
Η ταινία καταδικάζει τη βία, αλλά ταυτόχρονα την προσφέρει ως εντυπωσιακό θέαμα. Ζητά να αισθανθούμε το βάρος της σφαγής και έπειτα γοητεύεται από την εκδίκηση του βασιλιά απέναντι στους μνηστήρες. Αμφισβητεί τον ηρωικό μύθο, αλλά εξακολουθεί να τοποθετεί στο κέντρο έναν ηγεμόνα. Οι δούλοι, οι κωπηλάτες, οι αγρότες και οι λεηλατημένες γυναίκες παραμένουν κυρίως το βουβό σκηνικό της ηθικής κρίσης του Οδυσσέα.
Στο τέλος, ο βασιλιάς μπορεί να αναγνωρίσει την ενοχή του και να αυτοεξοριστεί. Η κοινωνική τάξη που τον δημιούργησε, όμως, παραμένει στη θέση της. Η διαδοχή περνά στον Τηλέμαχο, όχι στους ανθρώπους που εργάζονται, πολεμούν και πεθαίνουν για να συντηρούν το βασίλειο. Η ατομική μετάνοια υποκαθιστά έτσι την κοινωνική αλλαγή. Εδώ βρίσκεται ίσως και το πιο καθαρό όριο της ταινίας.
Πέρα από τη φιλελεύθερη «κανονικότητα»
Η φιλελεύθερη απάντηση στη MAGA περιορίζεται συχνά στην υπεράσπιση της πολυμορφίας, των θεσμών και της αξιοπρέπειας. Η υπεράσπισή τους είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Η καλύτερη εκπροσώπηση δεν καταργεί την εκμετάλλευση. Μια προοδευτική ταινία δεν σταματά τις απελάσεις. Η επίκληση της δημοκρατικής παράδοσης δεν μπορεί να αφοπλίσει ένα κίνημα που αντλεί δύναμη από την κοινωνική καταστροφή.
Αν η Αριστερά περιοριστεί στην υπεράσπιση της προηγούμενης φιλελεύθερης «κανονικότητας», θα υπερασπιστεί τελικά το ίδιο σύστημα που παρήγαγε την ανασφάλεια και προετοίμασε την άνοδο της ακροδεξιάς. Η πολιτική εξάρτηση από το Δημοκρατικό Κόμμα και το φιλελεύθερο τμήμα της αστικής τάξης δεν μπορεί να προσφέρει ανεξάρτητη διέξοδο στους εργαζομένους.
Η τακτική του ενιαίου εργατικού μετώπου δείχνει έναν διαφορετικό δρόμο: κοινή μαζική δράση όλων των εργατικών οργανώσεων απέναντι στις φασιστικές επιθέσεις, χωρίς εγκατάλειψη της πολιτικής ανεξαρτησίας και χωρίς εμπιστοσύνη στους εκπροσώπους του κεφαλαίου. Συνδικάτα, οργανώσεις μεταναστών, κινήματα γυναικών, μαύρες κοινότητες, ΛΟΑΤΚΙ+ συλλογικότητες και σοσιαλιστικές οργανώσεις χρειάζεται να συναντηθούν όχι μόνο σε μια αφηρημένη γιορτή της διαφορετικότητας, αλλά στην απεργία, στη συλλογική σύμβαση, στην υπεράσπιση όσων απειλούνται, στην αντίσταση στον πόλεμο και στην οικοδόμηση ανεξάρτητης εργατικής πολιτικής δύναμης.
Η απάντηση στον μύθο της MAGA δεν βρίσκεται στην επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο φιλελεύθερο παρελθόν. Βρίσκεται σε ένα πρόγραμμα που ενώνει όσα η αντίδραση προσπαθεί να διαιρέσει: σταθερή και ισότιμη εργασία, δημόσια υγεία και κατοικία, δικαίωμα συνδικαλιστικής οργάνωσης, πλήρη δικαιώματα για μετανάστες, γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπους, τερματισμό των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και κοινωνική ιδιοκτησία των στρατηγικών τομέων της οικονομίας κάτω από δημοκρατικό εργατικό έλεγχο.
Η «χρυσή εποχή» που υπόσχεται η MAGA δεν υπήρξε ποτέ. Για τους περισσότερους ανθρώπους ήταν μια εποχή εργοδοτικής τρομοκρατίας, φυλετικού αποκλεισμού, γυναικείας σιωπής, πολέμων και αόρατης εργασίας. Η νοσταλγία της αντίδρασης είναι η μνήμη των κυρίαρχων, καθαρισμένη από την εμπειρία εκείνων που πλήρωσαν το κόστος της κυριαρχίας τους.
Η δική μας Ιθάκη δεν βρίσκεται πίσω μας. Δεν είναι μια χαμένη αυτοκρατορία ούτε ένας άδειος θρόνος που περιμένει την επιστροφή του παλιού βασιλιά. Βρίσκεται μπροστά μας: σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, ρατσιστικές ιεραρχίες, πατριαρχική υποταγή και πολέμους για τα κέρδη των λίγων.
Για να φτάσουμε εκεί, δεν χρειαζόμαστε ακόμη έναν Οδυσσέα. Χρειαζόμαστε τους κωπηλάτες να πάρουν το πηδάλιο.
