Bιβλιοπαρουσίαση της Κατερίνας Μάτσα
Τασούλα Βερβενιώτη, ΟΙ ΜΑΧΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ 1946-1949, εκδόσεις Κουκκίδα 2026

Ένα συγκλονιστικό βιβλίο για μια εποχή που οι γυναίκες ξεπέρασαν τα όριά τους, έσπασαν προαιώνιες προκαταλήψεις και έμφυλα στερεότυπα και έκαναν τη δική τους έφοδο στον ουρανό. Έφυγαν απ’ το χωριό, τον πατέρα, τον αδελφό και ανέβηκαν στο βουνό, έγιναν αντάρτισσες.
«Τ’ άβγαλτα χωριατοκόριτσα έγιναν ηρώϊσσες», έγραφε η γυναικεία καθοδήγηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Στο βιβλίο αποκαλύπτεται μια αποσιωπημένη σελίδα της πατριαρχικής ελληνικής κοινωνίας στην περίοδο της κοινωνικής επανάστασης
Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη, γνωστή και για τη δημιουργία ομάδων Προφορικής Ιστορίας σε όλη την Ελλάδα, διερευνά την κοινωνική ιστορία της δεκαετίας του 1940 με επίκεντρο τις γυναίκες. Η μαζική συμμετοχή των γυναικών –αποτελούσαν το μισό σχεδόν δυναμικό του ΔΣΕ– αποτελεί ένα ανατρεπτικό γεγονός για την πατριαρχική, ελληνική κοινωνία της εποχής. Υπήρχαν, βεβαίως, ομάδες και διμοιρίες ανταρτισσών και στον ΕΛΑΣ. Όμως στον εμφύλιο που ακολούθησε εντάχθηκαν μαζικά στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού καταδιωκόμενες εθελόντριες, κυρίως από το 1948, λόγω των μαζικών επιστρατεύσεων. Ο αριθμός των μαχητριών αυξήθηκε ραγδαία και όλα τα μάχιμα και μη τμήματα έγιναν μεικτά.
Η Τ. Βερβενιώτη έχει συγκεντρώσει σε αυτό το βιβλίο, εκτός από τις πρωτογενείς πηγές πολλών μελετητών και 60 προφορικές μαρτυρίες. «Οι μαχήτριες του ΔΣΕ είναι οι τελευταίες που κατέθεσαν γραπτά τις εμπειρίες τους», γράφει η συγγραφέας. Άλλες ήταν παντρεμένες και μάνες, άλλες κατάγονταν από χωριά, άλλες από πόλεις, άλλες εντάχθηκαν εθελοντικά, άλλες επιστρατεύτηκαν, άλλες έδρασαν στα μάχιμα τμήματα, άλλες στις βοηθητικές υπηρεσίες. Άλλωστε, η λευκή τρομοκρατία που εξαπολύθηκε μετά τη Βάρκιζα έκανε το βουνό να φαντάζει ασφαλές μέρος, ιδιαίτερα για τις γυναίκες που είχαν πατέρα ή αδέλφια στο πρώτο αντάρτικο.
Στο βιβλίο καταθέτουν τις βιωμένες εμπειρίες τους τρεις κατηγορίες γυναικών της Αριστεράς, εξόριστες, φυλακισμένες και μαχήτριες, όλες αποφασισμένες να αντισταθούν στη λήθη που θέλησε να τις καταδικάσει η Αντίδραση. Για τις περισσότερες η ένοπλη δράση τους παρουσιάζεται ως συνέχεια και συνέπεια της αντιστασιακής τους δράσης, προσωπικής, όπου η ηλικία το επιτρέπει, ή οικογενειακής για τις νεότερες.
Οι 60 συνεντεύξεις χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Οι 30 πάρθηκαν στη δεκαετία του 1990 στην Αθήνα και τα Σκόπια. Μέσα απ’ αυτές αναδείχτηκε και ο τόσο σημαντικός ρόλος των Σλαβομακεδονισσών μαχητριών στο Δημοκρατικό Στρατό, στο Γράμμο και το Βίτσι. Η δεύτερη κατηγορία συνεντεύξεων πραγματοποιήθηκε από το 2019 μέχρι το 2021, 30 μαρτυρίες που παραχώρησε η ομάδα «Συλλογική Μνήμη».
Πολλές απ’ τις γυναίκες που παραχώρησαν συνέντευξη ήταν αγροτοκόριτσα, που δεν είχαν τελειώσει ούτε το Δημοτικό Σχολείο όταν βγήκαν στο βουνό. Οι μαρτυρίες τους είναι πολύτιμες. Αναφέρονται στις αιτίες που τις έκαναν να βγουν στο βουνό, τη σημασία της οικογένειας, το ρόλο του πατέρα, του θείου του αδελφού. Μιλούν για τις καθημερινές δυσκολίες του πολέμου, τους τραυματισμούς, τον έρωτα, το γάμο. Με τη στάση ζωής τους κέρδιζαν το σεβασμό των συντρόφων τους στον αγώνα και έδιναν μαθήματα αξιοπρέπειας και χειραφέτησης.
«Η γυναίκα ανήκε σε μια υποτιμημένη κοινωνική κατηγορία. Τις μαχήτριες όμως τις σέβονταν, γιατί δεν τις έβλεπαν σαν γυναίκες. Είχαν αμφισβητήσει στην πράξη το πλαίσιο των κανόνων που όριζαν κοινωνικά την έμφυλη ταυτότητά τους. Η στάση τους αυτή αποτελούσε και μια απάντηση στους αντιπάλους τους, που τις θεωρούσαν πουτάνες, μια κατηγορία γυναικών ακόμα πιο υποτιμημένη» (σελ. 470).
Τραγικές οι ιστορίες αυτών των ηρωϊκών γυναικών μετά την ήττα: η σύλληψη, η παράδοση στον εθνικό στρατό, η ταπείνωση, οι εξευτελισμοί, η εκτέλεση. Άλλες τις περίμενε η ξενιτιά, από το Βίτσι στην Αλβανία, στη Ρουμανία, στη Μόσχα, στη Σιβηρία…
Πρόκειται, πραγματικά, για έναν ύμνο στη δύναμη της γυναίκας, που επαναστατεί κι αλλάζει τον εαυτό της παλεύοντας να αλλάξει τον κόσμο, με την κοινωνική, απελευθερωτική και σοσιαλιστική επανάσταση.
