100 χρόνια πλέον κλείνει η έκδοση των δυο ομιλιών του Λέοντα Τρότσκι στη μορφή μιας ενιαίας μπροσούρας με κύριο θέμα τις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής και πρωτίστως τα καθήκοντα των Μπολσεβίκων – Λενινιστών το 1926.

Ο Τρότσκι έγραφε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι ευρωπαϊκές οικονομίες, νικητών και νικημένων, βγαίνουν από αυτoν κατεστραμμένες και αντίθετα τις ΗΠΑ να έχουν αναδυθεί ως ο νέος παγκόσμιος πιστωτής ενώ επίσης είχε ξεπηδήσει μία νέα οικονομία, προϊόν της οκτωβριανής επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση με άρρηκτα αντίθετα οικονομικά συμφέροντα τόσο με την Ευρώπη όσο και με τις ΗΠΑ.
Σήμερα το έργο αυτό του Τρότσκι αποκτάει μια ξεχωριστεί σημασία ώστε να κατανοήσουμε την εποχή μας. Ήδη απο όταν στην Ευρώπη επιβλήθηκε να αγοράζει το πανάκριβο αμερικάνικο LNG έναντι του ρώσικου φυσικού αερίου άρχισε να γίνεται φανερό ότι η φαινομενικά “συλλογική δύση” δεν είναι καθόλου συλλογική. Οι ρίζες τις εποχής μας προέρχονται ακριβώς απο την εποχή που γράφεται το “Ευρώπη και Αμερική” όταν η Αμερική θα επιβάλει «το δελτίο» στην Ευρώπη, όπως θα πει χαρακτηριστικά ο Τρότσκι.
Μια από τις κύριες διαπιστώσεις που κάνει ο Τρότσκι στις δύο του ομιλίες είναι πως η Ευρώπη βρίσκονταν κατακερματισμένη απέναντι στην κυρίαρχη στον πλανήτη οικονομία των ΗΠΑ. Πλέον έχει προηγηθεί η ίδρυση της ΕΟΚ (μετέπειτα Ε.Ε.) που στόχο είχε την ενοποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας ώστε να να αντιμετωπίσει τόσο την άνοδο της Αμερικής όσο και το ρήγμα που γέννησε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Αυτή η ενοποίηση κατάφερε να φτιάξει μια μεγάλη κοινή αγορά και ένα κοινό νόμισμα (το Ευρώ), όμως η Ευρώπη παρέμεινε πολιτικά και στρατιωτικά κατακερματισμένη. Ειδικότερα στην εξωτερική της πολιτική οι αντιθέσεις της συνεχώς ξετυλίγονται, με κάποιες χώρες να είναι πιο βαθιά προσκολλημένες στις ΗΠΑ όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες και με την Γαλλία ή την Γερμανία να επιδιώκουν διαφορετική στρατηγική αυτονομία.
Η φράση του Τρότσκι ότι η Αμερική κρατά την Ευρώπη «με το δελτίο» είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ έχοντας η Ευρώπη αναγκαστεί να κόψει τους δεσμούς με το φθηνό ρωσικό αέριο και εξαρτάται πλέον άμεσα από το πανάκριβο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), ενώ εξαρτάται πλήρως από τη Silicon Valley (Google, Microsoft, Apple, AI υποδομές) και την αμερικανική πολεμική βιομηχανία. Πλέον το «δελτίο» έχει μετατραπεί σε Ενεργειακό και Τεχνολογικό.
Η πρόσφατη ενεργοποίηση της εμπορικής συμφωνίας (μετά τον ωμό εκβιασμό των αμερικανικών δασμών) κάνει αυτό ακόμα πιο εμφανές. Οι ΗΠΑ ανάγκασαν την Ε.Ε. να μηδενίσει τους δασμούς για τα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και να ανοίξει τις αγορές της, ενώ τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στην Αμερική επιβαρύνονται με ένα γενικό τείχος δασμών 15%. Η Ε.Ε. αναγκάστηκε να υπογράψει αυτή τη ανισομερή συμφωνία για να «αγοράσει» σταθερότητα και να αποφύγει έναν ολοκληρωτικό οικονομικό πόλεμο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ένωση που γεννήθηκε για να προστατεύσει τους Ευρωπαίους καπιταλιστές από την αμερικανική υπεροχή, αλλά κατέληξε να λειτουργεί ως ο διαχειριστής της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Όπως βλέπουμε και σήμερα, η Ε.Ε. προσπαθεί εσπευσμένα να βρει μια «στρατηγική αυτονομία», να δανειστεί κοινούς πόρους 1 Το να «δανειστεί κοινούς πόρους» μια ομάδα κρατών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη σταματούν να δανείζονται το καθένα μόνο του και βγαίνουν στις διεθνείς αγορές όλα μαζί, σαν ένας ενιαίος οργανισμός. Στην πράξη, αυτό γίνεται με την έκδοση «κοινού χρέους» (τα περίφημα Ευρωομόλογα). για την άμυνά της και να απεξαρτηθεί τεχνολογικά. Όμως, η Ουάσιγκτον παραμένει ο «τελικός διαιτητής», επειδή η Ευρώπη φοβάται να κόψει τον ομφάλιο λώρο της ασφάλειας που της παρέχει το ΝΑΤΟ. Ο κατακερματισμός που έβλεπε ο Τρότσκι το 1926 δεν νικήθηκε· απλώς μεταφέρθηκε μέσα στα γραφεία των Βρυξελλών.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Το 1926 η Γερμανία ήταν μια δεσμευμένη χώρα απο την συνθήκη των Βερσαλιών, εξαρτημένη οικονομικά και περιορισμένη στρατιωτικά, ικανή όμως μέσα σε μια δεκαετία να γίνει απο τις μεγαλύτερες υπερδυνάμεις του πλανήτη και μέσα σε 15 χρόνια να απειλεί στρατιωτικά ολόκληρο τον πλανήτη. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά, η Γερμανία βρίσκεται σε μια διαδικασία αποβιομηχανοποίησης, η οποία ξεκίνησε μετά την επιβολή των πρώτων κυρώσεων στην Ρωσία και πλέον βρίσκεται σε μια ακόμα πιο εντεινόμενη φάση. Αυτή η διαδικασία επιταχύνθηκε αρχικά μέσω δύο τεράστιων κυμάτων αμερικανικού προστατευτισμού 2δηλαδή περιορισμού στα ξένα προϊόντα και τις ξένες επιχειρήσεις, χρησιμοποιώντας υψηλούς δασμούς, φόρους και εμπόδια., του Inflation Reduction Act (IRA) της κυβέρνησης Μπάιντεν και, πλέον, της επιθετικής τιμολογιακής πολιτικής των δασμών της κυβέρνησης Τραμπ. Η αποβιομηχάνιση αυτή αφορά την μεταφορά παραγωγής κυρίως των αυτοκινητοβιομηχανιών (Volkswagen, BMW, Mercedes-Benz), των προμηθευτών εξαρτημάτων (Bosch, Continental) και τη βαριά χημική βιομηχανία (BASF).
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η παραγωγή στη Γερμανία έχει γίνει πανάκριβη λόγω της ακριβότερης ενέργειας και της γραφειοκρατίας, 3η παραγωγή γίνεται πιο ακριβή απο την γραφειοκρατία λόγω του κόστους συμμόρφωσης, την υπερ-ρυθμιση απο την Ε.Ε. και τις καθυστερήσεις στις επενδύσεις λόγω έλλειψης νομικών αδειών ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ προσφέρουν φθηνή ενέργεια και τεράστιες επιδοτήσεις και επέβαλαν εισαγωγικούς δασμούς 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Έτσι αν η Volkswagen ή η BMW φτιάξουν ένα αυτοκίνητο στη Γερμανία και το εξάγουν στην Αμερική, η τιμή του θα επιβαρυνθεί αυτόματα με χιλιάδες επιπλέον δολάρια. Για να γλιτώσουν τους δασμούς, οι γερμανικοί κολοσσοί μεταφέρουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους μέσα στο αμερικανικό έδαφος (ήδη παράγουν εκατοντάδες χιλιάδες οχήματα σε αμερικανικές πολιτείες). Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χρησιμοποιούν δηλαδή τους δασμούς ως «μαγνήτη» για να κλέψει εργοστάσια και θέσεις εργασίας από την Ευρώπη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι Γερμανία «πεθαίνει» βιομηχανικά, αλλά μεταλλάσσεται. Οι γερμανικές εταιρείες κρατούν στη χώρα μόνο τα τμήματα έρευνας, σχεδιασμού και μηχανικής (Engineering), ενώ η μαζική παραγωγή και τα κέρδη μεταφέρονται στις ΗΠΑ, οδηγώντας σε μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας εντός της Ευρώπης (όπως οι δεκάδες οι χιλιάδες απολύσεις που είχε ανακοινώσει η Volkswagen).
Εδώ αξίζει να επισημάνουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάζεται να υπογράφει ανισομερείς εμπορικές συμφωνίες για να αποφύγει έναν ολοκληρωτικό οικονομικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής με χαρακτηριστική περίπτωση την πρόσφατη συμφωνία όπου η Ε.Ε. 4 η Συμφωνία για το Αμοιβαίο, Δίκαιο και Ισορροπημένο Εμπόριο (Agreement on Reciprocal, Fair, and Balanced Trade), η οποία βασίστηκε στην Κοινή Δήλωση ΗΠΑ–Ε.Ε. του Αυγούστου 2025 και ψηφίστηκε οριστικά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο του 2026 μηδένισε τους δασμούς για τα αμερικανικά προϊόντα, ενώ η Αμερική διατήρησε δασμούς 15% στα ευρωπαϊκά τραβώντας το κεφάλαιο και παραγωγή προς το μέρος της ενώ η Ευρώπη (εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ακριβή ενέργεια και την εξάρτησή της από την αμερικανική ασφάλεια) παρακολουθεί αδύναμη τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της να μετακομίζουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
Όσον αφορά την πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου μοιάζει με το χρονικό μιας προδιαγεγραμμένης αυτοκρατορικής συρρίκνωσης. Για τον Τρότσκι, η Βρετανία εκείνης της εποχής ήταν ο «μεγάλος ασθενής», μια αυτοκρατορία που φαινομενικά κυβερνούσε τον κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα ήταν οικονομικά υποθηκευμένη στις ΗΠΑ.
Η ιστορική διαδρομή της Βρετανίας από τότε μέχρι σήμερα μπορεί να χωριστεί σε τρία μεγάλα στάδια. Ο Τρότσκι είχε προβλέψει ότι σε περίπτωση ενός νέου πολέμου, η Αμερική θα «έγδερνε» τη Βρετανία. Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου για να αντέξει τον πόλεμο, ο Τσόρτσιλ αναγκάστηκε να υπογράψει το πρόγραμμα “Lend-Lease” με τις ΗΠΑ, ξεπουλώντας τα χρυσά του αποθέματα και τις παγκόσμιες επενδύσεις του. 5 Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, οι ΗΠΑ είχαν έναν νόμο που ονομαζόταν “Cash and Carry” . Αυτό σήμαινε ότι αν η Βρετανία ήθελε αμερικανικά όπλα και εφόδια, έπρεπε να τα πληρώσει αμέσως τοις μετρητοίς (σε χρυσό ή δολάρια) και να τα μεταφέρει με δικά της πλοία. Για να καταφέρει η Βρετανία να αντεπεξέλθει, μετέφερε σχεδόν όλο της τα αποθέματα χρυσού στον Καναδά ενώ ανάγκασε τους Βρετανούς πολίτες και τις επιχειρήσεις να της παραδώσουν όλες τις μετοχές και τις επενδύσεις που είχαν σε αμερικανικές εταιρείες. Όταν πλέον η Μεγάλη Βρετανία δεν είχαν άλλο χρυσό, δολάρια ή κεφάλαια οι ΗΠΑ άρχισαν να «δανείζουν» τα όπλα τους, με τη συμφωνία ότι η Βρετανία θα επέστρεφε όσα δεν καταστρέφονταν μετά τον πόλεμο ή θα τα ξοφλούσε σε βάθος χρόνου. . Έπειτα ακολούθησε το 1944, με τη συμφωνία του Bretton Woods, όπου η χάρτινη λίρα ως το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα αντικαταστήθηκε επίσημα από το δολάριο. Ενώ οι σύμμαχοι βγήκαν ως νικητές απο τον Β’ ΠΠ, η Μεγάλη Βρετανία ήταν οικονομικά εξαντλημένη και μεταπολεμικά αποδέχτηκε τον ρόλο του «μικρού εταίρου» των ΗΠΑ στις διεθνείς υποθέσεις (η λεγόμενη «Ειδική Σχέση») και στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι το Λονδίνο θα ακολουθούσε πλέον τυφλά την Ουάσιγκτον όπου αυτή την χρειαστεί (από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι την εισβολή στο Ιράκ το 2003).
Ταυτόχρονα, η Βρετανία αναγκάστηκε να μπεί στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (μετέπειτα Ε.Ε.) το 1973 ακριβώς επειδή η δική της αγορά είχε πλέον συρρικνωθεί. Αυτή η ένταξη λειτούργησε μέσα στην Ευρώπη ακριβώς όπως το περιέγραφε ο Τρότσκι, ως ο ‘δούρειος ίππος των αμερικανικών συμφερόντων’, πιέζοντας πάντα για λιγότερη πολιτική ένωση της Ευρώπης και περισσότερη ελεύθερη αγορά, ώστε να μην απειληθεί η κυριαρχία του δολαρίου και της Wall Street.
Το Brexit (2016) ήταν η κορύφωση της αυταπάτης ότι η Βρετανία θα μπορούσε να ξαναγίνει η «Παγκόσμια Βρετανία» (Global Britain) του 19ου αιώνα. Φεύγοντας από την Ε.Ε., το Ηνωμένο Βασίλειο έχασε το οικονομικό του στήριγμα και βρέθηκε απόλυτα εκτεθειμένο στις ορέξεις της Ουάσιγκτον. Σήμερα, η βρετανική οικονομία υποφέρει από χαμηλή παραγωγικότητα, αποβιομηχάνιση και πολιτική αστάθεια και βρίσκεται σε μια απελπιστική ανάγκη για μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, πράγμα που σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον (ειδικά με την τρέχουσα επιθετική πολιτική των δασμών) μπορεί να της επιβάλει όποιους όρους θέλει, από την εξαγορά του βρετανικού συστήματος υγείας (NHS) μέχρι τον πλήρη έλεγχο των χρηματοπιστωτικών της κανόνων.

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7-8 Ιουλίου 2026)
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα έφερε στην επιφάνεια το πιο βαθύ και δημόσιο ρήγμα στις σχέσεις Ευρώπης και ΗΠΑ των τελευταίων ετών, μετατρέποντας τη συνεργασία από στρατηγική σε καθαρά «συναλλακτική».
Κατά τη διάρκεια της Συνόδου, ο Τραμπ εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της Ισπανίας, χαρακτηρίζοντάς την «εχθρική» και «χαμένη υπόθεση» λόγω της άρνησής της να στηρίξει τις αμερικανοϊσραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά και για τις αμυντικές της δαπάνες. Ο Τραμπ απείλησε με πλήρη διακοπή των εμπορικών σχέσεων με τη Μαδρίτη, αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρέμβει άμεσα, δηλώνοντας ότι η ΕΕ θα απαντήσει ενιαία για να προστατεύσει τα μέλη της. Το κλίμα είχε ήδη βαρύνει από τον προηγούμενο μήνα, όταν ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ χαρακτήρισε «ντροπιαστική» την άρνηση ορισμένων Ευρωπαίων συμμάχων να παραχωρήσουν πρόσβαση σε βάσεις για τις ανάγκες του πολέμου στο Ιράν. Την ίδια στιγμή η Ουάσιγκτον ξεκίνησε τη σταδιακή μείωση των στρατευμάτων και των κρίσιμων αμυντικών μέσων της (μαχητικά αεροσκάφη, στρατηγικά βομβαρδιστικά, αεροπλανοφόρα) από την Ευρώπη, ενώ παράλληλα προειδοποίησαν ιδιωτικά χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Πολωνία ότι οι παραγγελίες τους από Αμερικανούς αμυντικούς εργολάβους θα καθυστερήσουν, καθώς προτεραιότητα έχει η αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων.
Παράλληλα η πρόσφατη επικύρωση της εμπορικής συμφωνίας Turnberry (στα τέλη Ιουνίου) 6 Πλαφόν στους αμερικανικούς δασμούς 15% – Μηδενισμός δασμών από την ΕΕ άφησε πολύ πικρή γεύση στις Βρυξέλλες. Αν και η ΕΕ αναγκάστηκε να υποκύψει κάτω από την απειλή αμερικανικών δασμών 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, η συμφωνία είναι ταπεινωτική, αφού αναγκάζει την Ευρώπη να αγοράσει αμερικανική ενέργεια (κυρίως σχιστολιθικό αέριο – LNG) ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι το 2028 και ανοίγει τις αγορές σε αμερικανικά αγροτικά προϊόντα, πλήττοντας τους Ευρωπαίους αγρότες.
Η Ευρώπη φαίνεται πως πλέον εγκαταλείπει την πολιτική του «καλοπιάσματος» (όπως η προσέγγιση του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε). Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η συζήτηση έχει μετατοπιστεί ξεκάθαρα στην ανάγκη για «στρατηγική αυτονομία» — από τη δημιουργία ενός αμιγώς ευρωπαϊκού πυλώνα άμυνας μέχρι την αναζήτηση συστημάτων πληρωμών που θα παρακάμπτουν το δολάριο.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Ένας αιώνας αργότερα η ΕΣΣΔ έχει καταρρεύσει με δεκάδες νέα κράτη να έχουν ξεπηδήσει ως προϊόν της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Οι μισές χώρες που γεννήθηκαν από αυτήν την διαδικασία πλέον παίρνουν θέση για μια πολεμική αναμέτρηση με κύριους εχθρούς την Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν, τις χώρες δηλαδή που οι επαναστάσεις τους -ανεξάρτητα την εξέλιξη τους- έρχονται σε σύγκρουση τόσο με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό όσο και με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.
Ειδικότερα από την 7/10 και μετά, οι ΗΠΑ έδωσαν λευκή επιταγή στο Ισραήλ, χρηματοδοτώντας και εξοπλίζοντας μια σύγκρουση που σταδιακά οδήγησε στην ανάφλεξη ολόκληρης της Μέσης Ανατολής, φτάνοντας μέχρι τις πρόσφατες συγκρούσεις και την εύθραυστη εκεχειρία στο Ορμούζ 7 για παραπάνω πληροφορίες για τις εξελίξεις στην μέση ανατολή και του σκοπού του ιμπεριαλισμού διάβασε το διεθνές αντιπολεμικό μανιφέστο του σοσιαλιστικού κέντρου Κριστιάν Ρακοφσκι Το Ιράν αποτελεί ακόμα ένα πεδίο όπου η Αμερική επιβάλλει στην Ευρώπη το «γεωπολιτικό της δελτίο»,
Όταν υπογράφηκε η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν (JCPOA) το 2015, η Ευρώπη (κυρίως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία) έτρεξε να υπογράψει συμφωνίες δισεκατομμυρίων με την Τεχεράνη. Ευρωπαϊκοί κολοσσοί όπως η γαλλική Total (στην ενέργεια), η Peugeot/Citroën και η γερμανική Siemens μπήκαν πρώτες στο Ιράν, υπογράφοντας χρυσά συμβόλαια δισεκατομμυρίων. Το Ιράν ήταν μια διψασμένη αγορά 85 εκατομμυρίων ανθρώπων που ήθελε ευρωπαϊκή τεχνολογία. Η Ευρώπη έβλεπε το Ιράν ως μια τεράστια, ανεκμετάλλευτη αγορά για τα βιομηχανικά της προϊόντα και, κυρίως, ως μια εναλλακτική πηγή φθηνού πετρελαίου και φυσικού αερίου που θα μείωνε την εξάρτησή της. Όταν οι ΗΠΑ (αρχικά ο Τραμπ και στη συνέχεια η πολιτική των κυρώσεων που διατηρήθηκε) αποχώρησαν μονομερώς από τη συμφωνία και επέβαλαν τις λεγόμενες «δευτερογενείς κυρώσεις» 8έτσι ονομάζονται οι κυρώσεις προς τις ξένες εταιρίες , ακύρωσαν βίαια τα ευρωπαϊκά σχέδια. Η Αμερική ουσιαστικά είπε στις ευρωπαϊκές εταιρείες: «Αν αγοράσετε ιρανικό πετρέλαιο ή πουλήσετε προϊόντα στο Ιράν, θα σας αποκλείσουμε από το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και το δολάριο». Όπως θα έλεγε ο Τρότσκι, η Αμερική χρησιμοποίησε τη δικτατορία του δολαρίου για να στερήσει από την Ευρώπη μια ζωτική οικονομική διέξοδο, αναγκάζοντάς την να συμμορφωθεί με το αμερικανικό «δελτίο». Την ίδια στιγμή όταν οι ΗΠΑ αποχωρούσαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες (Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία) εκλιπαρούσαν την Ουάσιγκτον να αλλάξει γνώμη ενώ είχαν υποσχεθεί μάλιστα στο Ιράν ότι θα έφτιαχναν έναν ανεξάρτητο οικονομικό μηχανισμό (το INSTEX) για να συνεχίσουν το εμπόριο. Όμως, μόλις η Αμερική αγρίεψε, η Ευρώπη έκανε πίσω και ο μηχανισμός αυτός κατέρρευσε χωρίς να κάνει ούτε μία σοβαρή συναλλαγή.
Για τις ΗΠΑ, το Ιράν είναι ένας μακρινός γεωπολιτικός αντίπαλος στη Μέση Ανατολή που απειλεί την κυριαρχία του δολαρίου και το Ισραήλ. Αν η Αμερική αποφασίσει να κλιμακώσει τη στρατιωτική ένταση με το Ιράν (όπως είδαμε να συμβαίνει γύρω από τα Στενά του Ορμούζ), προστατεύεται από την απόσταση των δύο ωκεανών της, ενώ αντίθετα η Ευρώπη εξαρτάται άμεσα από τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο. Παρόλα αυτά οι ΗΠΑ χρησιμοποιώντας το «μαστίγιο» του δολαρίου και αν η γαλλική Total ή η γερμανική Siemens συνέχιζαν τις δουλειές στο Ιράν οι ΗΠΑ – που ελέγχουν το παγκόσμιο σύστημα πληρωμών (SWIFT) μέσω του δολαρίου – θα ενεργοποιούσε τις δευτερογενείς κυρώσεις και αν η Ε.Ε. χρησιμοποιούσε το Ευρώ (ή τον μηχανισμό INSTEX) για να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο παρακάμπτοντας το δολάριο, η Wall Street και η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιτεθούν στο ευρωπαϊκό νόμισμα υποβαθμίζοντας τα ευρωπαϊκά ομόλογα, προκαλώντας τεχνητή φυγή κεφαλαίων από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ και οδηγώντας έτσι τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε κρίση ρευστότητας. Παράλληλα θα μπορούσαν να αυξήσουν ακόμα περισσότερο τους δασμούς ή να απειλήσουν την Ευρώπη ακόμα και στρατιωτικά (βλέπε Γροιλανδία κ.α.). Έτσι οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους έκαναν τα μαθηματικά και διαπίστωσαν ότι το κόστος του να θυμώσουν την Αμερική ήταν αρκετά μεγαλύτερο από το κέρδος που θα είχαν από το Ιράν και προτίμησαν να καταπιούν την περηφάνια τους, να ζημιώσουν τις οικονομίες τους και να δεχτούν το «δελτίο» που τους επέβαλε η Ουάσιγκτον, επιβεβαιώνοντας ότι η Συλλογική Δύση λειτουργεί πάντα με το πιστόλι της Αμερικής στον κρόταφο της Ευρώπης.
***
Ο Τρότσκι όμως έγραψε το απολύτως επίκαιρο “Ευρώπη και Αμερική” όχι απλά για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον κόσμο αλλά για να τον αλλάξουμε. Όπως θα γράψει ο ίδιος “Αν περιοριζόμασταν σκέτα στη διαπίστωση του τι συμβαίνει, τότε μια τέτοια προσέγγιση θα εκφυλιζόταν μακροπρόθεσμα και σε ένα ορισμένο στάδιο θα έπαιρνε την μορφή του μενσεβικισμού”. Εδώ και παραπάνω απο έναν αιώνα ζούμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού, την εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων. Έχοντας στο νου μας το δόγμα Μπρεζίνσκι ότι κύριος εχθρός του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν θα διαπιστώσουμε ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί παίκτης αλλά το προγεφύρωμα (beachhead) της Αμερικής στην Ευρασία.
Η Ευρώπη δεν έχει άλλη οδό διαφυγής από το οικονομικό αδιέξοδο παρά μόνο με την προλεταριακή επανάσταση, την καταστροφή των δασμολογικών και κρατικών φραγμών, τη δημιουργία των Σοβιετικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και την ομοσπονδιακή ένωση με τους ελεύθερους λαούς του υπόλοιπου κόσμο. Οι εσωτερικές της αντιφάσεις 9βλέπε κυβέρνηση Φίτσο, Ράντεφ κ.α. να συμβάλουν σε αυτήν την διαδικασία. Η ανάπτυξη αυτού του γιγάντιου αγώνα θα εγκαινίαζε την επαναστατική εποχή και στον σημερινό κυρίαρχο του καπιταλιστικού κόσμου, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Fanis P.
Υποσημειώσεις
