Βίλχελμ Λίμπκνεχτ

29 Μαρτίου 1826 – 7 Αυγούστου 1900

Ίσκρα, φύλλο αρ. 1

[ Εισαγωγικό σημείωμα Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1900 στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ίσκρα, αρ. 1, Λειψία, Δεκέμβριος 1900, σ. 1–2. λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ. Η μεταγενέστερη βιβλιογραφική τεκμηρίωση το αποδίδει στον Πάβελ Μπορίσοβιτς Άξελροντ. Η δημοσίευσή του στο εναρκτήριο φύλλο της εφημερίδας δεν ήταν τυχαία: η Ίσκρα αναζητούσε στην ιστορική πείρα του γερμανικού εργατικού κινήματος ένα παράδειγμα για τη μετάβαση από τους διάσπαρτους επαναστατικούς κύκλους σε ένα ενιαίο, μαζικό και πολιτικά αυτοτελές κόμμα της εργατικής τάξης. Ο Άξελροντ προετοίμαζε επίσης μια εκτενέστερη μελέτη για το περιοδικό Ζαριά, η οποία τελικά δεν δημοσιεύτηκε.

Ο Πάβελ Άξελροντ (1850 – 1928) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του πρώιμου ρωσικού μαρξισμού. Το 1883 συμμετείχε, μαζί με τον Γκεόργκι Πλεχάνοφ, τη Βέρα Ζασούλιτς, τον Λεβ Ντόιτς και τον Βασίλι Ιγκνάτοφ, στην ίδρυση της ομάδας «Απελευθέρωση της Εργασίας», της πρώτης οργανωμένης ρωσικής μαρξιστικής ομάδας. Αργότερα πήρε μέρος στην αρχική συντακτική επιτροπή της Ίσκρα, μαζί με τον Λένιν, τον Μάρτοφ, τον Πλεχάνοφ, τη Ζασούλιτς και τον Ποτρέσοφ. Μετά τη διάσπαση του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος το 1903 αναδείχθηκε σε βασικό θεωρητικό εκπρόσωπο του μενσεβικισμού. Το κείμενο γράφτηκε πριν από αυτή τη διάσπαση, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διαφορετικές τάσεις του ρωσικού επαναστατικού μαρξισμού συνεργάζονταν ακόμη γύρω από το κοινό εκδοτικό και πολιτικό σχέδιο της Ίσκρα.

Ο Άξελροντ δεν επιχειρεί να γράψει μια ουδέτερη ή εξαντλητική βιογραφία. Χρησιμοποιεί τη ζωή του Λίμπκνεχτ για να αναδείξει ένα κεντρικό πολιτικό δίδαγμα: η εργατική τάξη οφείλει να διατηρεί την πολιτική της αυτοτέλεια τόσο απέναντι στην κρατική και μοναρχική αντίδραση όσο και στη φιλελεύθερη αστική τάξη. Ο Λίμπκνεχτ παρουσιάζεται ως ο αγωνιστής που συνέδεσε την επαναστατική παράδοση του 1848, τη θεωρητική κληρονομιά των Μαρξ και Ένγκελς και την οικοδόμηση ενός μαζικού σοσιαλιστικού εργατικού κόμματος.

Η γλώσσα του άρθρου φέρει αναπόφευκτα τη σφραγίδα της εποχής και του νεκρολογικού είδους. Ορισμένες αριθμητικές εκτιμήσεις, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν το πλήθος στην κηδεία του Λίμπκνεχτ, αποδίδουν περισσότερο τον πολιτικό αντίκτυπο του γεγονότος παρά μια αυστηρή καταγραφή. Ακολουθεί το κείμενο. ]

Με τον θάνατο του παλαιότερου ηγέτη της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, το επαναστατικό προλεταριάτο ολόκληρου του κόσμου έχασε έναν από τους σημαντικότερους και ακούραστους αγωνιστές και καθοδηγητές του. Δεν είναι τυχαίο ότι η είδηση του αιφνίδιου θανάτου του έπεσε σαν κεραυνός στους πρωτοπόρους εργάτες όλων των πολιτισμένων χωρών. Τηλεγραφήματα συμπαράστασης, που εξέφραζαν βαθιά θλίψη για την αναντικατάστατη απώλεια της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, έφτασαν όχι μόνο από κάθε γωνιά της Γερμανίας και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και από την Αμερική, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική, ακόμη και την Ιαπωνία.

Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ με την Ελεωνόρα Μαρξ

Η κηδεία του Λίμπκνεχτ πήρε τις διαστάσεις και τον χαρακτήρα μιας μεγαλειώδους διαδήλωσης. Συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και σχεδόν ένα εκατομμύριο Γερμανοί εργάτες, μαζί με αντιπροσώπους των εργατικών κομμάτων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, του Βελγίου, της Δανίας και πολλών άλλων χωρών. Σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία όλων των έντιμων δημοσιογραφικών ανταποκριτών που παρακολούθησαν αυτή τη διαδήλωση, κανένας βασιλιάς και κανένας αυτοκράτορας δεν είχε τιμηθεί ποτέ με μια τόσο μεγαλειώδη κηδεία.

Η βαθιά και καθολική αγάπη που έτρεφε για τον Λίμπκνεχτ το αγωνιζόμενο προλεταριάτο όλου του κόσμου —και η οποία εκδηλώθηκε με τόση δύναμη και ειλικρίνεια με αφορμή τον θάνατό του— είχε κερδηθεί μέσα από την πολυετή αφοσίωσή του στην υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης και τις ακούραστες προσπάθειές του για την πνευματική και πολιτική ανύψωση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων εργατικών μαζών.

Μια πλήρης και πολύπλευρη αποτίμηση της προσφοράς του στο διεθνές προλεταριάτο θα απαιτούσε μια λεπτομερή παρουσίαση της ζωής και της δράσης του, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1860 και έπειτα, δηλαδή για μια περίοδο περίπου σαράντα χρόνων. Η δημόσια δράση του, όμως, είχε αρχίσει ήδη με την Επανάσταση του 1848, ενώ η διαμόρφωση των πεποιθήσεων και των ιδανικών στα οποία αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις είχε ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα. Ήταν μια εποχή κατά την οποία στη Γερμανία, όπως τότε στη Ρωσία, όχι μόνο οι εργάτες αλλά και οι αστικές τάξεις —ιδιαίτερα τα μορφωμένα στρώματά τους— υπέφεραν από την κυβερνητική αυθαιρεσία και από ένα ξεπερασμένο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς.

Η ιστορία της ζωής και της δράσης του Λίμπκνεχτ ήταν, επομένως, άρρηκτα δεμένη με την ιστορία της Γερμανίας και, έμμεσα, με τις σημαντικότερες στιγμές και τα μεγαλύτερα γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας για μια περίοδο μεγαλύτερη από μισό αιώνα. Για να παρουσιαστεί η βιογραφία του μέσα σε ένα τόσο ευρύ πλαίσιο, θα χρειαζόταν ένα ογκώδες βιβλίο. Εδώ θα περιοριστούμε σε ορισμένα μόνο περιστατικά από τη γεμάτη αδιάκοπη δράση και αγώνα ζωή του, εστιάζοντας κυρίως στην περίοδο κατά την οποία διαμορφώθηκε και προετοιμάστηκε για τον ρόλο τού ηγέτη των Γερμανών εργατών.

Ως προς την καταγωγή και την ανατροφή του, ο Λίμπκνεχτ ανήκε στην αστική τάξη και, ειδικότερα, σε εκείνα τα στρώματά της που στη Ρωσία αποκαλούνταν διανόηση. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στη Γερμανία κυριαρχούσε η μοναρχική και αστυνομική δεσποτεία. Τα μεγαλύτερα θύματά της ήταν φυσικά τα κατώτερα στρώματα των πόλεων και οι αγροτικές μάζες, οι οποίες υφίσταντο επιπλέον την καταπίεση των γαιοκτημόνων. Υπέφεραν όμως και τα αστικά στρώματα: οι έμποροι, οι εργοστασιάρχες και, ιδιαίτερα, οι μορφωμένοι —οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές—, καθώς και η σπουδάζουσα νεολαία, κυρίως οι φοιτητές των πανεπιστημίων.

Ως αποτέλεσμα, η αστική τάξη γενικά και η διανόηση ειδικότερα διαποτίζονταν από ένα πνεύμα δυσαρέσκειας και αντιπολίτευσης. Οι πιο ευγενικές και παθιασμένες φυσιογνωμίες της διανόησης συμμερίζονταν τα βάσανα του λαού. Ονειρεύονταν μια κοινωνική τάξη πραγμάτων στην οποία δεν θα υπήρχε θέση για την ανισότητα και την αδικία, ενώ προσπαθούσαν ακόμη και να διαδώσουν τις επαναστατικές και σοσιαλιστικές τους ιδέες ανάμεσα στους εργάτες.

Μέσα στην ίδια τη Γερμανία, μια τέτοια προπαγάνδα έπρεπε φυσικά να διεξάγεται κρυφά, υπό την απειλή των αυστηρότερων ποινών. Οι Γερμανοί εργάτες, όμως, και ιδιαίτερα οι νεαροί τεχνίτες, συνήθιζαν τότε να μετακινούνται από πόλη σε πόλη, ακόμη και από χώρα σε χώρα. Έτσι, κατά τις δεκαετίες του 1840 και του 1850, εκατοντάδες Γερμανοί εργάτες μπορούσαν να συναντηθούν όχι μόνο στην Ελβετία, τη Γαλλία και το Βέλγιο, χώρες που συνόρευαν με τη Γερμανία, αλλά ακόμη και στη Βρετανία.

Ήδη πριν από την Επανάσταση του 1848, σε όλες αυτές τις χώρες υπήρχαν συνταγματικά καθεστώτα που παρείχαν στους εργάτες μεγαλύτερα ή μικρότερα περιθώρια για αυτομόρφωση και ανεξάρτητη δράση. Γι’ αυτό οι Γερμανοί σοσιαλιστές και επαναστάτες που επιδίωκαν να καλλιεργήσουν στους εργάτες μια συνειδητή αντίθεση προς την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων συγκέντρωσαν σε αυτές τις χώρες τις κυριότερες προσπάθειές τους.

Οι ελεύθεροι πολιτικοί θεσμοί, μαζί με την αντικυβερνητική και σοσιαλιστική ζύμωση που ανέπτυσσαν τα τοπικά κόμματα της αντιπολίτευσης και οι εργατικές ενώσεις, συνέβαλαν αποφασιστικά στην πνευματική και πολιτική αφύπνιση των Γερμανών προλετάριων που εγκαθίσταντο εκεί προσωρινά ή μόνιμα. Η συνδυασμένη επίδραση αυτών των δύο παραγόντων ήταν τέτοια ώστε, ήδη από τη δεκαετία του 1840, η Ελβετία είχε καλυφθεί από ένα δίκτυο γερμανικών εργατικών ενώσεων. Και η Ένωση των Κομμουνιστών, που ιδρύθηκε στο Λονδίνο και εξέδωσε, όπως είναι γνωστό, το περίφημο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ένγκελς, αποτελούνταν επίσης κυρίως από Γερμανούς εργάτες.

Ο Λίμπκνεχτ άρχισε ήδη από τα μαθητικά του χρόνια να αφομοιώνει τις επαναστατικές ιδέες και επιδιώξεις της πρωτοπόρας διανόησης. Στο γυμνάσιο διάβαζε με πάθος τα έργα του μεγάλου ουτοπικού σοσιαλιστή Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν. Σε ηλικία δεκαέξι ετών εισήχθη στο πανεπιστήμιο, έχοντας εξασφαλίσει τους υψηλότερους βαθμούς στις απολυτήριες εξετάσεις του.

Με τον «απείθαρχο» χαρακτήρα και τον «ύποπτο» τρόπο σκέψης του —ή, για να μιλήσουμε καθαρότερα, με το παθιασμένο και ανεξάρτητο πνεύμα και τις ρεπουμπλικανικές του πεποιθήσεις— δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στις πανεπιστημιακές συνθήκες. Ούτε υπήρχε λόγος να αγωνιστεί για την απόκτηση ενός πτυχίου, καθώς σύντομα πείστηκε ότι τα σοσιαλιστικά του ιδανικά και οι αντικυβερνητικές, αμιγώς αβασίλευτες δημοκρατικές του επιδιώξεις ήταν ασυμβίβαστες όχι μόνο με την κρατική υπηρεσία αλλά και με την πανεπιστημιακή σταδιοδρομία για την οποία αρχικά σκόπευε να προετοιμαστεί.

Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, ο νεαρός Λίμπκνεχτ, μόλις είκοσι ενός ετών, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο, ταξίδεψε στην ελεύθερη Ελβετία και εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη, όπου κέρδιζε τα προς το ζην ως δάσκαλος σε σχολείο μικρών παιδιών. Αντί να παρακολουθεί τις διαλέξεις των πανεπιστημιακών καθηγητών, επισκεπτόταν τακτικά τη γερμανική εργατική ένωση της Ζυρίχης —όχι για να διδάξει τα μέλη της αλλά, αντίθετα, για να «διδαχθεί» ο ίδιος από αυτά. Μέσα από συχνές συζητήσεις προσπαθούσε να γνωρίσει τις συνθήκες ζωής, τις ανάγκες, τις διεκδικήσεις και τις επιδιώξεις του γερμανικού προλεταριάτου.

Σε αυτή την περίοδο της ζωής του, το 1847, και μέσα από τις συζητήσεις του με τους εργάτες της ένωσης της Ζυρίχης, άρχισε η προσέγγιση του μελλοντικού ηγέτη του προλεταριάτου με τα πιο ανεπτυγμένα και σχετικά συνειδητοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης. Εκεί ταυτίστηκε για πρώτη φορά βαθιά με τα συμφέροντά της και εμπνεύστηκε από τη φλογερή επιθυμία να συμβάλει στην πνευματική και πολιτική της ανύψωση.

Η ειρηνική παραμονή του Λίμπκνεχτ στη Ζυρίχη δεν κράτησε πολύ. Η δυσαρέσκεια που είχε συσσωρευτεί επί μακρόν στον γαλλικό λαό απέναντι στην κυβέρνηση του Λουδοβίκου Φιλίππου —ένα καθεστώς το οποίο, σε συνεργασία με το κοινοβούλιο, προστάτευε τους βασιλιάδες του χρήματος και τους πλουσίους σε βάρος των εργατικών μαζών και των υπόλοιπων κοινωνικών τάξεων— ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 1848 με την εξέγερση των εργατών και των κατώτερων αστικών στρωμάτων του Παρισιού.

Μόλις πληροφορήθηκε τη μεγάλη μάχη που είχε αρχίσει στη γαλλική πρωτεύουσα ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες και τους εκμεταλλευτές τους, ο Λίμπκνεχτ ξεκίνησε για το Παρίσι, αποφασισμένος να συμμετάσχει προσωπικά. Σύντομα, όμως, ο επαναστατικός πόλεμος εξαπλώθηκε σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη και σταμάτησε μόνο στα σύνορα της τότε μισοβάρβαρης Ρωσίας. Εξαιτίας της αμάθειας και της δουλικής κατάστασης του ρωσικού λαού, ο «ελέω Θεού» τσάρος μπορούσε να λειτουργεί ως σωτήριο προπύργιο όλων των αντιδραστικών κυβερνήσεων της Ευρώπης απέναντι στον κίνδυνο της καταστροφής τους από μια πανευρωπαϊκή επανάσταση.

Μέχρι τον Μάρτιο ολόκληρη η Γερμανία είχε τυλιχτεί στις φλόγες της επανάστασης. Παντού, από τα μικρότερα γερμανικά κρατίδια μέχρι το μεγαλύτερο από αυτά, την Πρωσία, ο λαός ξεσηκωνόταν, έστηνε οδοφράγματα και έπαιρνε τα όπλα ενάντια στους κυβερνήτες του. Ο Λίμπκνεχτ έσπευσε φυσικά στην πατρίδα του, για να ενταχθεί στις τάξεις εκείνων που αγωνίζονταν για τη λαϊκή ελευθερία.

Αιχμαλωτίστηκε μαζί με το απόσπασμά του από τα κυβερνητικά στρατεύματα στο Μεγάλο Δουκάτο της Βάδης και απέφυγε την εκτέλεση μόνο χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία. Παρέμεινε, ωστόσο, φυλακισμένος επί εννέα μήνες, με τη θανατική ποινή να εξακολουθεί να τον απειλεί. Δύο ημέρες πριν από τη δίκη του ξέσπασε στη Βάδη νέα λαϊκή εξέγερση, ενώ σε ορισμένες περιοχές ακόμη και τα στρατεύματα πέρασαν με το μέρος του λαού. Ο ίδιος ο δούκας τράπηκε σε φυγή. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο εισαγγελέας και οι δικαστές δεν τόλμησαν να καταδικάσουν τον θαρραλέο νέο που είχε διακινδυνεύσει τη ζωή του και είχε πάρει τα όπλα για να υπερασπιστεί την ελευθερία και τα δικαιώματα του λαού απέναντι στους προαιώνιους καταπιεστές του.

Μόλις αποφυλακίστηκε, ο Λίμπκνεχτ εντάχθηκε αμέσως στον επαναστατικό στρατό. Εναντίον του κινήθηκαν οι ενωμένες δυνάμεις των αντιδραστικών γερμανικών κυβερνήσεων, με επικεφαλής την Πρωσία, για να επιφέρουν την αποφασιστική και οριστική ήττα στους υπερασπιστές της λαϊκής ελευθερίας. Ο στρατός των αγωνιστών της ελευθερίας και της ισότητας συντρίφθηκε τελικά από τα πρωσικά στρατεύματα. Στους επιζώντες δεν απέμενε άλλη επιλογή από τη φυγή στο εξωτερικό, προς τις ελεύθερες χώρες. Ο Λίμπκνεχτ κατόρθωσε να διαφύγει στην Ελβετία.

Αφού εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, εντάχθηκε στην τοπική γερμανική εργατική ένωση, αυτή τη φορά όχι πλέον ως μαθητής αλλά ως δάσκαλος, προπαγανδιστής και οργανωτής. Έδινε διαλέξεις για διάφορα πολιτικά ζητήματα και για γεγονότα τόσο της σύγχρονης εποχής όσο και του πρόσφατου παρελθόντος. Παράλληλα, άρχισε να αγωνίζεται για την ένωση των γερμανικών εργατικών συλλόγων που λειτουργούσαν στις κυριότερες πόλεις της Ελβετίας. Όταν η ενοποίηση πραγματοποιήθηκε, εκλέχθηκε πρόεδρος της κοινής εργατικής οργάνωσης.

Η σοσιαλιστική προπαγάνδα του Λίμπκνεχτ συνάντησε, ωστόσο, την αντίσταση των αστών και φιλελεύθερων δημοκρατών της γερμανικής πολιτικής προσφυγιάς. Ορισμένοι ήταν μέλη της εργατικής ένωσης, ενώ άλλοι επιχειρούσαν να την επηρεάσουν απ’ έξω, μέσω των υποστηρικτών τους στο εσωτερικό της. Άρχισαν έναν πόλεμο εναντίον του Λίμπκνεχτ, από τον οποίο όμως εκείνος βγήκε νικητής.

Η δράση του ανάμεσα στους εργάτες ανησύχησε τις αντιδραστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης και ιδιαίτερα την πρωσική. Ο Λίμπκνεχτ συνελήφθη, κρατήθηκε στη φυλακή επί τρεις μήνες και, ύστερα από την επιμονή αυτών των κυβερνήσεων, απελάθηκε από την Ελβετία. Κατευθύνθηκε τότε στο Λονδίνο, όπου συνδέθηκε στενά με τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Μέσα από τη στενή του σχέση με τους μεγάλους αυτούς θεμελιωτές της θεωρίας της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας ολοκλήρωσε τη σοσιαλιστική του διαμόρφωση. Ταυτόχρονα, η καθημερινή πάλη για το ψωμί, η μόνιμη στέρηση, η ζωή που συχνά άγγιζε τη λιμοκτονία και ορισμένες φορές γινόταν πραγματική πείνα, σφυρηλάτησαν οριστικά τον χαρακτήρα του. Τον μετέτρεψαν στον αλύγιστο, ανιδιοτελή και ατρόμητο αγωνιστή για την απελευθέρωση του προλεταριάτου που γνώρισε ολόκληρος ο πολιτισμένος κόσμος και που θα παραμείνει για πάντα ζωντανός στη μνήμη των μελλοντικών γενεών.

Μετά την άνοδο του Γουλιέλμου Α΄ στον πρωσικό θρόνο το 1861 και την αμνηστία που παραχωρήθηκε σε όσους, σύμφωνα με την αστυνομική ορολογία, χαρακτηρίζονταν πολιτικοί εγκληματίες, ο Λίμπκνεχτ μπόρεσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Αξιοποίησε την αμνηστία και, το 1862, ύστερα από δεκατρία χρόνια εξορίας, τον συναντάμε στο Βερολίνο ως συνεργάτη της Βορειογερμανικής Γενικής Εφημερίδας (Norddeutsche Allgemeine Zeitung), την οποία είχε ιδρύσει ο Άουγκουστ Μπρας, πρώην πολιτικός πρόσφυγας και υποστηρικτής του αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ο Λίμπκνεχτ συμμετείχε σύντομα ενεργά στο εργατικό κίνημα, το οποίο τότε περνούσε σε μια νέα περίοδο αναζωογόνησης. Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1860 οδήγησε τα πρωτοπόρα τμήματα των εργατών στον δρόμο που θα του εξασφάλιζε παγκόσμια αναγνώριση ως μεγάλου δασκάλου και ηγέτη του σοσιαλιστικού προλεταριάτου.

Είναι αδύνατο να περιγράψουμε με λίγα λόγια τη δράση του κατά την ταραγμένη αυτή περίοδο του γερμανικού εργατικού κινήματος. Μπορούμε, ωστόσο, να σχηματίσουμε κάποια αντίληψη για τη σημασία της, αν θυμηθούμε ορισμένα βασικά γεγονότα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, η πολιτικά οργανωμένη γερμανική σοσιαλδημοκρατία βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα και ήταν αριθμητικά πολύ αδύναμη. Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικοί και πνευματικοί εκπρόσωποι των ανώτερων τάξεων έδειχναν έντονο ενδιαφέρον για τα πρωτοπόρα στρώματα του προλεταριάτου και προσπαθούσαν να τα προσελκύσουν στο πλευρό τους.

Η αστική τάξη και οι ηγέτες της, οι φιλελεύθεροι, βρίσκονταν τότε σε σύγκρουση με την πρωσική κυβέρνηση και το κόμμα των αριστοκρατών και των κληρικών που τη στήριζε. Αυτό το αντιδραστικό κόμμα ονειρευόταν την επιστροφή στις «παλιές καλές ημέρες», όταν η αριστοκρατία και ο κλήρος κρατούσαν τον λαό στη δουλεία και το πνευματικό σκοτάδι. Το Φιλελεύθερο Κόμμα απολάμβανε σημαντική υποστήριξη και συμπάθεια ανάμεσα στο προλεταριάτο των πόλεων.

Το κυβερνητικό και αριστοκρατικό-κληρικαλιστικό κόμμα —δηλαδή το αντιδραστικό ή συντηρητικό κόμμα— επιχειρούσε επίσης να κερδίσει τους εργάτες. Προσπαθούσε να τους πείσει ότι οι επιδιώξεις του συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με τα συμφέροντά τους, ενώ οι στόχοι των φιλελευθέρων βρίσκονταν δήθεν σε πλήρη αντίθεση με αυτά. Οι συντηρητικοί ήλπιζαν έτσι να σπείρουν την εχθρότητα ανάμεσα στους εργάτες και το Φιλελεύθερο Κόμμα, να διασπάσουν το αντικυβερνητικό στρατόπεδο και να το αποδυναμώσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να πάψει να αποτελεί επικίνδυνο αντίπαλο του Στέμματος και των υπόλοιπων προνομιούχων τάξεων, της αριστοκρατίας και του κλήρου.

Πρέπει να ειπωθεί ότι, με την παράλογα εχθρική τακτική τους απέναντι στην εργατική ένωση που είχε ιδρύσει ο Φερντινάντ Λασάλ, οι φιλελεύθεροι έριχναν άθελά τους λάδι στη φωτιά και διευκόλυναν τα σχέδια της πρωσικής κυβέρνησης και των συντηρητικών για τη χειραγώγηση του εργατικού κινήματος.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι, λίγο μετά τον θάνατο του Λασάλ, τα πολιτικά πιο δραστήρια στρώματα της γερμανικής εργατικής τάξης διασπάστηκαν σε δύο εχθρικά στρατόπεδα. Το ένα μετατράπηκε, θα λέγαμε, σε εφεδρικό στρατό των αστών δημοκρατών και φιλελευθέρων. Το άλλο είχε ήδη πατήσει με το ένα πόδι σε έναν δρόμο που θα μπορούσε να το οδηγήσει στον ρόλο της προσωπικής φρουράς των αντιδραστικών, των χειρότερων εχθρών της λαϊκής μόρφωσης, της ελευθερίας και της ισότητας.

Στα μάτια των μελών της ένωσης του Λασάλ, οι εργάτες που παρέμεναν στο φιλελεύθερο στρατόπεδο αποτελούσαν τυφλά όργανα των πολιτικών ηγετών των εκμεταλλευτών του προλεταριάτου και δρούσαν επομένως ενάντια στα συμφέροντα της ίδιας τους της τάξης. Οι φιλελεύθεροι εργάτες, από την άλλη πλευρά, πίστευαν ότι ήταν προτιμότερο να ακολουθούν τη φιλελεύθερη αστική τάξη στον αγώνα της κατά της κυβέρνησης, κάτω από τη σημαία της ελευθερίας, παρά να υποστηρίζουν την κυβέρνηση εναντίον των φιλελευθέρων και να βοηθούν έτσι τη μοναρχική, αριστοκρατική και κληρικαλιστική αντίδραση.

Φαινόταν ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Το χάσμα ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα ήταν τόσο μεγάλο, ώστε ακόμη και η σκέψη μιας ενδεχόμενης ενοποίησής τους έμοιαζε αδύνατη.

Τελικά, όμως, ανάμεσά τους οικοδομήθηκε μια γέφυρα και το χάσμα που τα χώριζε γεφυρώθηκε. Το έργο αυτό πραγματοποιήθηκε κάτω από τη σημαία της διδασκαλίας του Μαρξ και του Ένγκελς, με βασικό καθοδηγητή τον Βίλχελμ Λίμπκνεχτ.

Ο Λίμπκνεχτ διεξήγαγε έναν ακούραστο αγώνα τόσο εναντίον της προσέγγισης με τους αντιδραστικούς όσο και εναντίον της πολιτικής κηδεμονίας των φιλελευθέρων. Κήρυξε αμείλικτο πόλεμο και στους δύο.

Λίγο μετά την ένταξή του στη συντακτική επιτροπή της Βορειογερμανικής Γενικής Εφημερίδας, πληροφορήθηκε ότι ο εκδότης της είχε πουληθεί στην πρωσική κυβέρνηση και προσπαθούσε κρυφά να διοχετεύσει μέσα από τις σελίδες της τις κυβερνητικές απόψεις. Ο Λίμπκνεχτ παραιτήθηκε αμέσως και διέκοψε κάθε σχέση με τον πρώην σύντροφό του.

Ο Μπίσμαρκ, ο οποίος λίγο νωρίτερα είχε γίνει πρωθυπουργός της Πρωσίας, προσέγγισε μέσω πρακτόρων του τον Λίμπκνεχτ, τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Τους πρόσφερε απεριόριστη ελευθερία να διαδίδουν τις κομμουνιστικές ιδέες μέσα από μια νέα κυβερνητική εφημερίδα, ζητώντας τους μόνο να αποφεύγουν τις υπερβολικά οξείες επιθέσεις εναντίον της μοναρχίας και της κυβέρνησης και να κάνουν τα στραβά μάτια όταν άλλοι συνεργάτες δημοσίευαν άρθρα που υποστήριζαν την κυβέρνηση και τη μοναρχία. Σε αντάλλαγμα, θα μπορούσαν να επιτίθενται στην αστική τάξη και στους φιλελευθέρους όσο ανελέητα επιθυμούσαν.

Ο Λίμπκνεχτ και οι σύντροφοί του απέρριψαν με αγανάκτηση αυτές τις επαίσχυντες προτάσεις του μελλοντικού «Σιδηρού Καγκελάριου». Σε αντίποινα, ο Λίμπκνεχτ απελάθηκε από την Πρωσία, όπου είχε αντιταχθεί με οξύτητα σε εκείνους τους εκπροσώπους της Γενικής Γερμανικής Εργατικής Ένωσης που έδειχναν διατεθειμένοι να τσιμπήσουν το δόλωμα του κυβερνητικού κόμματος.

Ωστόσο, το δικαιολογημένο μίσος του για την αντίδραση δεν τον έκανε ούτε στιγμή να λησμονήσει τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη. Δεν ξέχασε επίσης ότι η εργατική τάξη έπρεπε να απελευθερωθεί από την πολιτική καθοδήγηση και την κηδεμονία των φιλελευθέρων, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Ο Λασάλ είχε κατορθώσει να οργανώσει ένα τμήμα των εργατών σε ανεξάρτητο κόμμα με δικό του πρόγραμμα και τακτική. Συνεχίζοντας το έργο που είχε αρχίσει ο προικισμένος προκάτοχός του, ο Λίμπκνεχτ διεξήγαγε έναν ακούραστο και θαρραλέο αγώνα ενάντια στους δύο κινδύνους που απειλούσαν το νεαρό ακόμη γερμανικό εργατικό κίνημα: από τη μια πλευρά, την απειλή που αποτελούσαν για την πολιτική του αυτοτέλεια οι αντιδραστικοί εχθροί της λαϊκής ελευθερίας και, από την άλλη, τις προσπάθειες της φιλελεύθερης αστικής τάξης να εμποδίσει το προλεταριάτο να συγκροτήσει το δικό του ανεξάρτητο εργατικό κίνημα.

Η προσπάθεια αυτή οδήγησε το 1869 στην ίδρυση, από τον Λίμπκνεχτ και τον Άουγκουστ Μπέμπελ, του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος στο Άιζεναχ. Το 1875 το κόμμα ενώθηκε στο Συνέδριο της Γκότα με τη λασαλική Γενική Γερμανική Εργατική Ένωση, σχηματίζοντας το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας, το οποίο το 1890 πήρε την ονομασία Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας.

Ολόκληρη η ζωή του, θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν αφιερωμένη στον αγώνα ενάντια στους δύο αυτούς εχθρούς της πολιτικής ανεξαρτησίας της εργατικής τάξης. Σε ελάχιστες ιστορικές προσωπικότητες δόθηκε, στον βαθμό που δόθηκε στον Λίμπκνεχτ, η δυνατότητα να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τους θαυμαστούς καρπούς των προσπαθειών τους.

Εκατομμύρια Γερμανοί εργάτες ενώθηκαν σε μια ανεξάρτητη πολιτική δύναμη κάτω από τη σημαία της σοσιαλδημοκρατίας. Την ίδια στιγμή, η γερμανική αστική τάξη είχε από καιρό λησμονήσει τον φιλελεύθερο ενθουσιασμό της νεότητάς της. Σε μια «συγκινητική» συμμαχία με τους παλιούς εχθρούς της —τους μονάρχες, την αριστοκρατία και τον κλήρο— στρεφόταν πλέον εναντίον της ελευθερίας και της προόδου.

Το σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα στεκόταν φρουρός τόσο της ελευθερίας όσο και της προόδου, υπερασπίζοντάς τες από κάθε εχθρό, ανεξάρτητα από τη σημαία κάτω από την οποία εμφανιζόταν: είτε κάτω από την ωμή και απροκάλυπτη σημαία της αντίδρασης είτε κάτω από την παραπλανητική σημαία του ψεύτικου φιλελευθερισμού.

Ο Λίμπκνεχτ πρόσφερε ανεκτίμητη συμβολή στη δημιουργία αυτού του εργατικού στρατού και στην εξασφάλιση της σταθερής και μακρόχρονης ύπαρξής του. Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η αθάνατη προσφορά του στην ανθρωπότητα.

Π. Άξελροντ

Μετάφραση – εισαγωγικό σημείωμα Άρης Μαραβάς