Ο αντιιμπεριαλιστής και παναφρικανός ηγέτης Πατρίς Λουμούμπα γεννήθηκε πριν από 95 χρόνια, στις 2 Ιουλίου 1925. Ήταν μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του Παναφρικανικού κινήματος, ιδιαίτερα μισητός από την παγκόσμια ιμπεριαλιστική τάξη, ιδιαίτερα την Αμερικάνικη και τη Βελγική αστική τάξη, αγαπητός στο λαό του.

Ο Λουμούμπα έχοντας μεγαλώσει στην υπερεκμεταλλευόμενη και αγροτική βελγική αποικία του Κονγκό, όπου φυσικά δεν υπήρχαν κοινωνικές δομές κοινωνικής πρόνοιας για τους ντόπιους, αναγκάστηκε να σπουδάσει σε ιεραποστολικά σχολεία, δεδομένου ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να έχει κάποιος πρόσβαση στην εκπαίδευση. Αν και δεν αποφοίτησε, διάβασε από μόνος του τους συγγραφείς του διαφωτισμού. Ήταν απίστευτος ρήτορας και οι πνευματικές του ικανότητες αναγνωρίστηκαν από νωρίς από την λευκή κάστα των εργοδοτών του στην εταιρεία εξόρυξης, όπου εργαζόταν σε γραφειοκρατικά καθήκοντα από την ηλικία των 18. Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, μετακόμισε στην πρωτεύουσα Λέοπολντβιλ, εργαζόμενος στο εθνικό ταχυδρομείο και επίσης ως δημοσιογράφος.

Το έτος 1954 θα ήταν σημαντικό στην καριέρα του, όταν εκλέχθηκε πρόεδρος της τοπικής ένωσης δημοσίων υπαλλήλων. Επίσης του χορηγήθηκε ένα πιστοποιητικό που του παρείχε τα προνόμια του Βέλγου πολίτη (ένα έγγραφο που σπάνια χορηγούταν σε «ιθαγενείς» σε 8 δεκαετίες αποικιοκρατίας).

Το 1955, εντάσσεται στο Βελγικό Φιλελεύθερο Κόμμα, την πολιτική ένωση του αποικιακού υπουργού Ογκούστ Μπουισερέ, που ήταν ο πρώτος που ανέλαβε την κατασκευή ενός κοσμικού εκπαιδευτικού συστήματος στο Κονγκό από τη Βελγική εισβολή το 1885. Στη συνέχεια ο Λουμούμπα, το 1955, θα ιδρύσει την «Ένωση γηγενών της Αποικίας». Ήδη από το 1956, ταξίδευε στο Βέλγιο για σπουδές, συμμετέχοντας επίσης στην τοπική πολιτική. Επιστρέφοντας στο Κονγκό, κατηγορείται από την αποικιακή αρχή για απάτη στο ταχυδρομείο και φυλακίζεται για ένα έτος. Αν και προάσπιζε ακόμα μετριοπαθείς θέσεις υπερασπιζόμενος την αυτονομία του Κονγκό χωρίς όμως τη ρήξη με το Βέλγιο, η αυξανόμενη επιρροή του γινόταν επικίνδυνη για τους αποικιοκράτες. Οι σχέσεις του με τους φιλελεύθερους θα επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο μέχρι την τελική ρήξη μετά την Παγκόσμια Έκθεση των Βρυξελλών του 1958, στην οποία ένα χωριό του Κονγκό απεικονίζεται με τη μορφή ενός ανθρώπινου ζωολογικού κήπου. Από εκεί και πέρα, ο Λουμούμπα θα ριζοσπαστικοποιήσει την ομιλία του και τις ιδέες του και την ίδια χρονιά θα ιδρύσει το Ανεξάρτητο Εθνικό Κίνημα του Κονγκό, το οποίο θα εκπροσωπήσει τον Δεκέμβριο στη Διάσκεψη των Αφρικανικών Λαών. Σε αυτή την παναφρικανική συνάντηση θα συναντηθεί και θα γίνει φίλος με τους μαρξιστές αντι-αποικιακούς ηγέτες Φραντζ Φανόν (εκπρόσωπο του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας) και Κβάμε Νούκμρα (ηγέτη της Γκάνα, που αποτέλεσε το πρώτο μαύρο αφρικανικό έθνος που απέκτησε την ανεξαρτησία του).

Το έτος 1959 θα σημαδευτεί από την ισχυρή δίωξη των ανεξάρτητων οργανώσεων του Κονγκό όλων των πολιτικών αποχρώσεων με δεκάδες θανάτους. Το συνέδριο της κίνησης του Λουμούμπα θα κλείνει με 30 θανάτους και εκατοντάδες τραυματίες. Ο ίδιος συλλαμβάνεται από την αποικιοκρατία λίγες ημέρες αργότερα με την κατηγορία της… υποκίνησης εξέγερσης. Οι διαδηλώσεις εντείνονται και οι αποικιακές αρχές καλούν τους πιο μετριοπαθείς ηγέτες του Κονγκό να διαπραγματευτούν στις Βρυξέλλες, αλλά όλοι αρνούνται να διαπραγματευτούν χωρίς την παρουσία του Λουμούμπα, ο οποίος μεταφέρεται απευθείας από τη φυλακή, τον Ιανουάριο του 1960, με αεροπλάνο τις Βρυξέλλες. Στο Βέλγιο, ο Λουμούμπα τάσσεται υπέρ της άμεσης ανεξαρτησίας και οι γενικές εκλογές προγραμματίζονται τον Μάιο. Το κόμμα του κερδίζει, αλλά χωρίς απόλυτη πλειοψηφία είναι υποχρεωμένο να διαπραγματευτεί. Έτσι ο πιο μετριοπαθής Τσοσέφ Κασαβάμπου του ABAKO εκλέγεται πρόεδρος και πρωθυπουργός ο Λουμούμπα. Στην τελετή ανεξαρτησίας στις 30 Ιουνίου 1960, ο Κασαβάμπου, που είχε σχέσεις με επιχειρήσεις της πρώην μητρόπολης, ευχαριστεί τον Βέλγο βασιλιά για την ανεξαρτησία, ενώ ο Λουμούμπα δηλώνει ότι η ανεξαρτησία κερδήθηκε από τον αγώνα του λαού του Κονγκό και καταγγέλλει τις θηριωδίες της βελγικής αποικιοκρατίας.

Στο πνεύμα της Διάσκεψης Βandung1Η πρώτη μεγάλης κλίμακας ασιατική-αφρικανική ή αφρο-ασιατική διάσκεψη -επίσης γνωστή ως διάσκεψη Bandung- ήταν μια συνδιάσκεψη των ασιατικών και αφρικανικών κρατών, τα περισσότερα από τα οποία είχαν πρόσφατα κερδίσει την ανεξαρτησία τους. Η διάσκεψη Bandung πραγματοποιήθηκε στις 18-24 Απριλίου 1955., ο Λουμούμπα υιοθετεί μια αντιιμπεριαλιστική πολιτική που δεν ευθυγραμμίζεται με οποιαδήποτε δύναμη ψυχρού πολέμου και προτείνει την εθνική ενότητα επάνω από τις εθνικές διαφωνίες, οι οποίες ενθαρρύνονται πάντα από τους αποικιοκράτες για να διευκολύνουν την κυριαρχία τους. Οι αντίπαλοί της είναι εθνικοί τοπικοί ηγέτες και ένας από αυτούς, ο Μωυσής Τσόμπε2Ο Μόϊζε Τσόμπε (10 Νοεμβρίου 1919 – 29 Ιουνίου 1969) ήταν Κονγκολέζος επιχειρηματίας και πολιτικός. Διετέλεσε πρόεδρος του αποσχιστικού κράτους της Κατάνγκα από το 1960 έως το 1963 και πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό από το 1964 έως το 1965., υποστηριζόμενος από το Βέλγιο, το οποίο είχε μεγάλες εξορυκτικές δραστηριότητες στη χώρα, κηρύσσει την απόσχιση της πλούσιας επαρχίας Κατάνγκα μόλις δύο εβδομάδες μετά την ανεξαρτησία της χώρας, ξεκινώντας εμφύλιο πόλεμο. Σε λίγες μέρες, χιλιάδες Βέλγοι στρατιώτες φθάνουν στο Κονγκό για να υποστηρίξουν τον Τσόμπε. Ο Λουμούμπα καλεί τον ΟΗΕ να καταδικάσει την προσπάθεια διαχωρισμού του έθνους. Η Σοβιετική Ένωση καταδικάζει την απόσχιση, αλλά ο ΟΗΕ απαιτεί μόνο από τα Βελγικά στρατεύματα να αποσυρθούν και θεωρεί αυτό που συνέβη ως εσωτερική σύγκρουση, νομιμοποιώντας στην πράξη τη δυνατότητα απόσχισης. Μετά από πολλές εκκλήσεις προς τον ΟΗΕ, ο οποίος δεν θα καταδικάσει τη στάση του Τσόμπε, ο Λουμούμπα προσεγγίζει τη Σοβιετική Ένωση και δέχεται τη βοήθειά της σε προμήθειες και όπλα για την καταπολέμηση των αυτονομιστών. Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό χάος, θα εξακολουθεί να είναι σε θέση να οργανώσει μια νέα Διάσκεψη των Αφρικανικών λαών, με το Κογκό ως χώρα υποδοχής ενισχύοντας τη δέσμευση του τρίτου κόσμου για ανεξαρτησία και ενότητα της Αφρικής.

Με την κλιμάκωση της κρίσης και την προσέγγιση του Λουμούμπα στη Σοβιετική Ένωση θα «κατηγορηθεί» ως κομμουνιστής από αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές αν και ποτέ δεν είδε τον εαυτό του έτσι. Ο Λουμούμπα θεωρούσε τον εαυτό του ως αγωνιστή του λαού για πρόοδο και ενάντια στον ιμπεριαλισμό· πρόκειται βέβαια για μια πολύ ασαφή και θολή ιδέα (και εδώ προκύπτουν οι αντιφάσεις του παναφρικανικού κινήματος). Ωστόσο εκείνη την εποχή αυτό ήταν αρκετό στην Αφρική για να θεωρηθεί κάποιος «κομμουνιστής και πράκτορας της Μόσχας» από τους ιμπεριαλιστές.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1960, ο Κασαβούμπου ήθελε να «απολύσει» τον Λουμούμπα και τους υπουργούς του για την κρίση που δημιουργήθηκε στη χώρα. Ο Λουμούμπα θα θεωρήσει την παραίτησή του παράνομη και θα εκδιώξει τον Κασαβούμπου από την προεδρία. Μετά από δύο εβδομάδες ακραίας «δυαδικής εξουσίας», το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης θα είναι ένα πραξικόπημα υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Μομπούτου3Ο Μομπούτου, υπηρετώντας ως Αρχηγός Επιτελείου του Στρατού και υποστηριζόμενος από το Βέλγιο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθαίρεσε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του εθνικιστή Πατρίς Λουμούμπα το 1960. Ο Μομπούτου εγκατέστησε μια κυβέρνηση που κανόνισε την εκτέλεση του Λουμούμπα το 1961, και συνέχισε να ηγείται των ενόπλων δυνάμεων της χώρας μέχρι που ανέλαβε την εξουσία απευθείας σε δεύτερο πραξικόπημα το 1965 για να γίνει στρατιωτικός δικτάτορας της χώρας. με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και του Βελγίου. Τις επόμενες εβδομάδες, ο Λουμούμπα κατήγγειλε το πραξικόπημα και συνέχισε να ενεργεί σαν να είχε ακόμα την εξουσία, συναντώντας υπουργούς και βουλευτές. Η Σοβιετική Ένωση τυπικά θα ζητούσε την «υπεράσπιση της δημοκρατίας» καταδικάζοντας το πραξικόπημα, χωρίς όμως να προβεί σε πιο «επιθετικές» κινήσεις, κάτι που δεν θα περιμέναμε άλλωστε από τη γραφειοκρατία. Ο Λουμούμπα τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό, αλλά στις 27 Νοεμβρίου φεύγει από την πρωτεύουσα με την οικογένειά του και κάποιους υποστηρικτές του και κατευθύνονται προς το Στάνλεϊβιλ, όπου ο σύμμαχός του Αντουάν Γκιζένγκα είχε οργανώσει αντίσταση. Ωστόσο, αποφασίζει να απευθυνθεί στον τοπικό πληθυσμό στο δρόμο και χάνει χρόνο. Η γυναίκα και τα παιδιά του συλλαμβάνονται και αναγκάζεται να παραδοθεί για να τους σώσει. Με τον πόλεμο στην Κατάνγκα ακόμα σε εξέλιξη ο Λουμούμπα αποστέλλεται στον Τσόμπε από τον Μομπούτο. Μετά από αρκετές ημέρες βασανιστηρίων, ο Λουμούμπα εκτελείται στις 17 Ιανουαρίου 1961, και το σώμα του διαλύεται με οξύ. Η χώρα θα «επανενωθεί» μεταξύ 1964 και 1965, αφού έχουν εξαφανιστεί οι «ενοχλητικές» προσωπικότητες και ο Τσόμπε θα λάβει τη θέση του πρωθυπουργού ως «δώρο» από αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές.

Ο Μομπούτο σε μια κυνική χειρονομία θα αποκαταστήσει τον Λουμούμπα ως ήρωα της εθνικής ανεξαρτησίας, αδειάζοντας όμως από τον Λουμούμπα τον αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του αγώνα του και ευθυγραμμίζοντας τη χώρα με την παλιά μητρόπολη, το Βέλγιο, και τις Ηνωμένες Πολιτείες, υιοθετώντας μόνο μια εθνική παραδοσιακή αισθητική για το καθεστώς του. Το Βέλγιο, από την άλλη πλευρά, θα προσπαθήσει να ανακτήσει την εικόνα του μετριοπαθούς Λουμούμπα από το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση, το 1961, μόνο εκδοτικά «καταπολεμά» αυτόν τον ιστορικό δεξιό αναθεωρητισμό και εκδίδει μια μικρή ανθολογία των ομιλιών και των κειμένων του από την περίοδο της ανεξαρτησίας του Κονγκό ως το θάνατό του ως μαχητή για την ελευθερία της Αφρικής. Επίσης θα ονομάσει Patrice Lumumba το Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών. Ο εκδότης του διάσημου παναφρικανικού περιοδικού Presence African επίσης θα δημοσιεύσει μια μεγαλύτερη ανθολογία, με πρόλογο του Ζαν Πωλ Σατρ, παρουσιάζοντας την πολιτική σκέψη του Λουμούμπα, καλύπτοντας όλη τη ριζοσπαστική περίοδό του από το 1958 έως το 1961.

Στην προσπάθεια να διαστρεβλωθεί η κληρονομιά του Λουμούμπα μπορούμε να θυμηθούμε τον προβληματισμό του Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση ότι δηλαδή οι καταπιεστικές τάξεις, κατά τη διάρκεια της ζωής των μεγάλων επαναστατών τους διώκουν και συκοφαντούν με μανία τις θεωρίες τους, μετά το θάνατό τους όμως προσπαθούν να τους μετατρέψουν σε αβλαβείς εικόνες, να τους αγιοποιήσουν, να δώσουν στο όνομά τους μια ορισμένη δόξα για να «παρηγορήσουν» τις καταπιεσμένες τάξεις και να τις εξαπατήσουν, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο του επαναστατικού δόγματος με χυδαίο τρόπο.

Οι πρόσφατες αντιρατσιστικές διαδηλώσεις στο Βέλγιο αποδεικνύουν ότι, παρά όλα τα γεγονότα και τις συκοφαντίες, οι ιδέες του Λουμούμπα και των καταπιεσμένων είναι ακόμα ζωντανές. Σε αυτές τις διαμαρτυρίες η μνήμη του και ο αγώνας του λαού του Κονγκό μέσω της καταστροφής των αγαλμάτων του γενοκτόνου Βέλγου βασιλιά Λεοπόλδο Β’, υπεύθυνου για εκατομμύρια θανάτους στο Κονγκό συνεχίζει να υπάρχει. Αυτές οι συμβολικές πράξεις είναι σημαντικές, αλλά είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε και πέρα από αυτές και να στοχεύσουμε σε αυτούς που κατέχουν σήμερα την εξουσία. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να οικοδομήσουμε μια ριζικά αντιρατσιστική κοινωνία, ξεπερνώντας όλα τα απομεινάρια του αποικιακού, καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τα λόγια του Λουμούμπα:

«Η Δημοκρατία του Κονγκό ανακηρύχθηκε και βρίσκεται τώρα στα χέρια των παιδιών της. Μαζί θα ξεκινήσουμε έναν νέο αγώνα, έναν υπέροχο αγώνα… Ας δείξουμε στον κόσμο τι είναι ικανός να κάνει ο μαύρος όταν εργάζεται ελεύθερα.

Ζήτω η αυτοδιάθεση των λαών!»

Αρ. Μα.

Υποσημειώσεις   [ + ]

1.Η πρώτη μεγάλης κλίμακας ασιατική-αφρικανική ή αφρο-ασιατική διάσκεψη -επίσης γνωστή ως διάσκεψη Bandung- ήταν μια συνδιάσκεψη των ασιατικών και αφρικανικών κρατών, τα περισσότερα από τα οποία είχαν πρόσφατα κερδίσει την ανεξαρτησία τους. Η διάσκεψη Bandung πραγματοποιήθηκε στις 18-24 Απριλίου 1955.
2.Ο Μόϊζε Τσόμπε (10 Νοεμβρίου 1919 – 29 Ιουνίου 1969) ήταν Κονγκολέζος επιχειρηματίας και πολιτικός. Διετέλεσε πρόεδρος του αποσχιστικού κράτους της Κατάνγκα από το 1960 έως το 1963 και πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό από το 1964 έως το 1965.
3.Ο Μομπούτου, υπηρετώντας ως Αρχηγός Επιτελείου του Στρατού και υποστηριζόμενος από το Βέλγιο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθαίρεσε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του εθνικιστή Πατρίς Λουμούμπα το 1960. Ο Μομπούτου εγκατέστησε μια κυβέρνηση που κανόνισε την εκτέλεση του Λουμούμπα το 1961, και συνέχισε να ηγείται των ενόπλων δυνάμεων της χώρας μέχρι που ανέλαβε την εξουσία απευθείας σε δεύτερο πραξικόπημα το 1965 για να γίνει στρατιωτικός δικτάτορας της χώρας.